ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟ 2019
Λαϊκό τραγούδι και λαϊκός κινηματογράφος

Του Στράτου Κερσανίδη

Δύο μέρες έμειναν πριν αποχαιρετίσουμε το 2019. Και όπως κάθε χρόνο είναι μέρες απολογισμών και ανασκόπησης των όσων καλών και άσχημων συνέβησαν στη χρονιά που φεύγει.
Σήμερα από αυτή τη γωνιά της Εποχής δεν πρόκειται να γράψω για τις 10 καλύτερες –κατά τη γνώμη μου– ταινίες της χρονιάς. Θα σας απασχολήσω με δύο μόνον ελληνικές ταινίες, όχι κατ’ ανάγκη τις καλύτερες της χρονιάς, οι οποίες διαθέτουν δύο κοινά στοιχεία.
Πρώτα απ’ όλα όμως θα ήθελα να αναφερθώ στον τραγικά μικρό αριθμό εισιτηρίων που κόβουν οι ελληνικές ταινίες στις αίθουσες. Είναι γνωστό αυτό και κατά καιρούς έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες. Μία από αυτές υποστηρίζει πως δεν υπάρχουν καλά σενάρια. Κατά την προσωπική μου άποψη τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί πως τα σενάρια έχουν βελτιωθεί σημαντικά αλλά τα εισιτήρια παραμένουν σε χαμηλές πτήσεις. Πλην κάποιων εξαιρέσεων, με ταινίες στις οποίες οι πρωταγωνιστές είναι γνωστοί από την τηλεόραση και τα σενάρια θυμίζουν πολύ τις, αμφιβόλου ποιότητας, τηλεοπτικές σειρές.
Μια δεύτερη ερμηνεία υποστηρίζει πως αυτό που έχει χαθεί από το σύγχρονο ελληνικό σινεμά είναι η λαϊκότητα. Δηλαδή το στοιχείο εκείνο που τις κάνει να απευθύνονται στο λαό, να μιλούν για την καθημερινότητά του και εν τέλει να μιλούν τη γλώσσα του. Τον τελευταίο μήνα του 2019, προβλήθηκαν δύο ελληνικές ταινίες οι οποίες κατά τη γνώμη μου αποτελούν εξαιρετικά δείγματα λαϊκού κινηματογράφου που ταυτόχρονα διατηρούν και αρκετά υψηλά ποιοτικά στάνταρ. Αυτό, λοιπόν, είναι το πρώτο τους κοινό στοιχείο. Το δεύτερο είναι πως και οι δύο έχουν ως θέμα το λαϊκό τραγούδι.
Οι ταινίες αυτές είναι η «Φαντασία» του Αλέξη Καρδαρά (έξοδος στις 28/11) και η δεύτερη είναι η «Ευτυχία» του Άγγελου Φραντζή (έξοδος στις 19/12).
Δεν γνωρίζω ακόμη την πορεία της δεύτερης ταινίας στις αίθουσες αλλά η πορεία της πρώτης, σύμφωνα με κάποια στοιχεία που αλίευσα, δεν ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντική, καθώς ο μέσος όρων των θεατών που την παρακολούθησαν δεν ξεπέρασε τα 72 άτομα ανά προβολή.



«Φαντασία» και η εποχή της ευμάρειας

Δεκεατία του 1990, εποχή ευμάρειας. Μια νεαρή λαϊκή τραγουδίστρια, η Φωτεινή, εγκαταλείπει τον τόπο της και το μαγαζί του πατέρα της όπου τραγουδά και πηγαίνει στην Αθήνα. Εκεί την παίρνει υπό την προστασία του ο Βλάσης Χρηστάκης, ένας γνωστός συνθέτης και μπουζουξής, φίλος του πατέρα της, για να τραγουδήσει στο δικό της μαγαζί. Η καριέρα της εκτοξεύεται, γνωρίζει ένα λαϊκό-ποπ τραγουδιστή, τον Νίκο Κόκκινο και τον ερωτεύεται. Ο προστάτης της ζηλεύει και η Φωτεινή τον εγκαταλείπει και πηγαίνει να ζήσει μαζί με τον αγαπημένο της, ο οποίος με τη σειρά του χωρίζει τη γυναίκα του. Η αρχική ευτυχία τους σύντομα θα μετατραπεί σε δράμα. Υπάρχει όμως και ένα μυστικό από το παρελθόν που κάποια στιγμή θα αποκαλυφθεί.
Ωραίο, χορταστικό, ψυχαγωγικό ελληνικό σινεμά που σέβεται το θεατή. Το διευκρινίζω αυτό επειδή ο Αλέξης Καρδαράς κάνει κινηματογράφο και δεν επενδύει σε εύκολες λύσεις ή σε κάποια γνωστά από την τηλεόραση ονόματα. Επενδύει πρώτα απ’ όλα στο καλοδουλεμένο σενάριο, το οποίο θυμίζει τον παλιό ελληνικό εμπορικό κινηματογράφο που όλοι και όλες αγαπήσαμε. Επειτα στη σκηνοθεσία η οποία είναι αεράτη, μοντέρνα και αναδεικνύει το σενάριο. Όμως, κι αυτό πρέπει να ειπωθεί, ο Καρδαράς δεν αντιγράφει τους παλιούς, αλλά δημιουργεί μια ταινία σύγχρονη τόσο θεματικά όσο και αφηγηματικά.
Τέλος, επενδύει σε ένα εξαιρετικό επιτελείο ηθοποιών με ονόματα όπως ο Στέλιος Μάινας, η Βίκυ Παπαδοπούλου, η Ρένα Μόρφη, η οποία πρωταγωνιστεί και εκτός από εξαιρετική τραγουδίστρια αποκαλύπτει και τις ερμηνευτικές της ικανότητες, αλλά και ο Γιάννης Στάνκογλου ο οποίος για πρώτη φορά τραγουδά!
Και όλα αυτά συνοδεύονται από πολλά (12 συνολικά) και ωραία παλιά τραγούδια (Γιώργος Μανίσαλης, Στράτος Καμενίδης, Μανώλης Χιώτης, Δημήτρης Σέμσης, Γιώργος Μητσάκης) αλλά και νεότερα τα οποία έγραψε ο Μίνως Μάτσας για τις ανάγκες της ταινίας.
Η «Φαντασία» του Αλέξη Καρδαρά αποτελεί από μόνη της ένα πειστικότατο επιχείρημα για να σας πω «μη γυρίζετε την πλάτη στον ελληνικό κινηματογράφο».



«Ευτυχία», μια ατίθαση γυναίκα

Ποια είναι εν τέλει αυτήν η γυναίκα η οποία έγραψε τους στίχους σε αμέτρητα τραγούδια που όλοι αγαπήσαμε και τραγουδάμε; Γιατί συνήθως δεν γνωρίζουμε τα ονόματα των στιχουργών, στην περίπτωση δε της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, ούτε η ίδια ενδιαφερόταν να φαίνεται το όνομά της. Έγραψε σε μια εποχή που ο χώρος αυτός ήταν περίπου άβατο για μια γυναίκα. Όμως η Ευτυχία είχε τσαγανό. Ήρθε από τη Μικρά Ασία αποφασισμένη να αρπάξει τη ζωή από τα μαλλιά και να την ρουφήξει μέχρι την τελευταία της σταγόνα. Και αυτό έκανε, μάλιστα, όχι χωρίς τίμημα.
Χώρισε τον πρώτο της άντρα, πήρε υπό την προστασία της μια «αδελφή», ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε έναν μπάτσο, παθιάστηκε με τον τζόγο και έγραφε συνέχεια στιχάκια με τα οποία τροφοδοτούσε τους πιο γνωστούς λαϊκούς μουσικούς της εποχής εκείνης. Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου δεν ήταν εύκολος άνθρωπος. Πληθωρική και πεισματάρα σκορπούσε στους ανθρώπους γύρω της πολλή αγάπη αλλά και απογοητεύσεις. Ήταν ντόμπρα και περήφανη, δεν έσκυβε το κεφάλι. Αλλά και πεισματάρα, όχι πάντοτε με την καλή έννοια.
Τη μυθιστορηματική ζωή αυτής της γυναίκας, αυτής της μεγάλης μορφής του ελληνικού τραγουδιού επέλεξε ο Άγγελος Φραντζής να μεταφέρει στον κινηματογράφο. Καθόλου εύκολο εγχείρημα αν λάβουμε υπόψη πως είχε να αναμετρηθεί με μια πληθωρική, αντιφατική και συχνά αλλοπρόσαλλη προσωπικότητα. Μια γυναίκα δυναμική την οποία άλλοτε λατρεύεις κι άλλοτε το ακριβώς αντίθετο. Κι αυτό πρέπει –αν θέλεις να πετύχεις το σκοπό σου– να το καταφέρεις.
Κατά τη γνώμη μου, εδώ βρίσκεται η πιο μεγάλη δυσκολία, το πιο μεγάλο ρίσκο για τον σκηνοθέτη. Και εδώ ακριβώς είναι που ο Άγγελος Φραντζής ξεπερνά τις συμπληγάδες και τις παγίδες, που του στήνει η ίδια η ηρωίδα του, και κατορθώνει να παρουσιάσει έναν ολοκληρωμένο κινηματογραφικό χαρακτήρα.
Με συγκίνησε πολύ η ταινία, δεν ήταν λίγες οι φορές που συνέλαβα τον εαυτό μου να κλαίει. Πώς, όμως, να μην κλάψεις όταν βλέπεις ένα δέντρο χτυπημένο από κεραυνό, να παραμένει όρθιο;
Μου άρεσε και η αρχή της ταινίας, όπου βλέπουμε το φευγιό της Ευτυχίας από τη φλεγόμενη Σμύρνη, καθώς τρέχει να γλιτώσει μαζί με τις κόρες και τη μητέρα της. Και μου άρεσε γιατί είναι ρεαλιστική χρησιμοποιώντας τα μέσα που έχει στη διάθεσή του ο σκηνοθέτης. Τα οποία είναι ελάχιστα σε σχέση με μια χολιγουντιανή παραγωγή, κι όμως, τα πηγαίνει περίφημα. Όπως συνεχίζει να τα πηγαίνει περίφημα και σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, αναπαριστώντας την εποχή με απόλυτη πειστικότητα.
Μια σειρά από γνωστά ονόματα του ελληνικού τραγουδιού παρελαύνουν, ως χαρακτήρες, μέσα στην ταινία. Και εδώ ο Φραντζής δεν πέφτει στην παγίδα της μεταμφίεσής τους ώστε να μοιάζουν με εκείνους που υποδύονται. Κρατώντας μόνον κάποια χαρακτηριστικά τους –ομιλία, κινήσεις κ.λπ. – κατορθώνει να τους κάνει πειστικούς, γιατί ακριβώς γνωρίζει πώς να καθοδηγήσει τους εξαιρετικούς ηθοποιούς που έχει επιλέξει.
Κι αφού έφτασα στους ηθοποιούς, άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι/ες αποδίδουν τους ρόλους με διακριτικότητα, χωρίς υπερβολές και με σεβασμό στους ήρωες που υποδύονται, δεν μπορώ παρά να σταθώ στη συγκλονιστικά ώριμη και μεστή ερμηνεία της Κάτιας Γκουλιώνη, στο ρόλο της νεότερη Ευτυχίας.
Επειδή τα πολλά λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν την αίσθηση που αφήνει μια ταινία, θα σημειώσω μόνον πως πρόκειται για μια ταινία χορταστική, συχνά σαγηνευτική, κι οπωσδήποτε συγκινητική. Μια ταινία με ψυχή η οποία έρχεται να επιβεβαιώσει –όπως και η «Φαντασία» – ότι μπορεί να υπάρχει θαυμάσιο σινεμά το οποίο να αποτελεί καλλιτεχνικό προϊόν και ταυτόχρονα να απευθύνεται σε όλον τον κόσμο και να τον ψυχαγωγεί.
Χρόνια πολλά, με υγεία!

strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com

 

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

«Μικρές κυρίες» (Little women) της Γκρέτα Γκέργουϊγκ: Η ιστορία τριών αδελφών οι οποίες μεγαλώνουν στις ΗΠΑ μετά από τον Εμφύλιο. Αισθηματική ταινία εποχής.

«Μετά-Μορφωμένοι πράκτορες» (Spies in Disguise) των Νικ Μπρούνο και Τροι Κουέιν: Κωμωδία κινουμένων χεδίων με φόντο τον περιπετειώδη κόσμο των κατασκόπων.

«Παβαρότι» (Pavarotti) του Ρον Χάουαρντ: Ο Τενόρος του Λαού, όπως αποκλήθηκε, επειδή προσπάθησε να «επιβάλει» την όπερα ως λαϊκή διασκέδαση και κατάφερε να αγαπηθεί από το κοινό σε ολόκληρο τον κόσμο. Ντοκιμαντέρ.

Σινεφίλ

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet