Η ιστορία του Γκαρίντσα που κατάφερε μέσα από  το ποδόσφαιρο να φτάσει πολύ ψηλά, αλλά τελικά να πεθάνει ξεχασμένος...



Γεννήθηκε με πρόβλημα στη σπονδυλική στήλη, το ένα του πόδι ήταν πιο κοντό από το άλλο και νόσησε από πολιομυελίτιδα. Το όνομά του Μανουέλ Φρανσίσκο ντος Σάντος ή Γκαρίντσα δηλαδή τρυποφράκτης, ένα μικρό και γρήγορο, αλλά αδέξιο πτηνό του Αμαζονίου. Από 14 χρονών δούλευε στο εργοστάσιο της περιοχής. Ήταν ήδη μανιώδης καπνιστής και επιρρεπής στο αλκοόλ, ενώ το ποδόσφαιρο τον άφηνε μάλλον αδιάφορο, καθώς προτιμούσε το ψάρεμα. Μάλιστα όταν το 1950 η Βραζιλία έχασε το Παγκόσμιο Κύπελλο από την Ουρουγουάη μέσα στο «Μαρακανά» απορούσε με την στεναχώρια που είχε “πέσει” στη χώρα. Έπαιζε μπάλα με τους φίλους του στις αλάνες. Σύντομα κατάλαβε ότι το ποδόσφαιρο μπορούσε να του αλλάξει τη ζωή.  Έφηβος ταξίδεψε στο Ρίο και πέρασε από πολλές ομάδες για ένα δοκιμαστικό. Ο σύλλογος της Βάσκο ντα Γκάμα τον απέρριψε γιατί ήταν ξυπόλυτος. Από τη Φλουμινένσε έφυγε προτού προλάβει να δείξει το ταλέντο του, καθώς έπρεπε να προλάβει το τελευταίο μεταφορικό μέσο για να επιστρέψει στην Πάου Γκράντε. Στάθηκε τυχερός λίγο αργότερα, στα 19 του, όταν υπέγραψε συμβόλαιο με την Μποταφόγκο. Οι τεχνικοί είδαν κάτι στον νεαρό και τον κράτησαν. Εκείνος δεν τους απογοήτευσε. Έμεινε στην αγαπημένη του ομάδα δώδεκα χρόνια και στις 600 περίπου συμμετοχές του βρήκε τα δίχτυα 252 φορές.

Απρόβλεπτος και απείθαρχος...

Στο χορτάρι, ο Γκαρίντσα ήταν απρόβλεπτος, ατομιστής και χωρίς πειθαρχία. Ήταν όμως και εξαιρετικά ευφυής. Τα στραβά του πόδια ήταν και το δυνατότερο όπλο του. Κοντός και λιγνός, μπορούσε με μία μοναδική ταχύτητα να ξεφύγει από τους αντιπάλους του, χωρίς να χάσει την μπάλα από τα πόδια του. Ποδοσφαιρικός “αλήτης» που δεν έχανε την ευκαιρία να κοροϊδέψει στα «μούτρα» όποιον προσπαθούσε να τον σταματήσει. «Ήταν ο καλύτερος ερασιτέχνης παίχτης που παρήγαγε ποτέ το επαγγελματικό ποδόσφαιρο», είχε αναφέρει για τον Γκαρίντσα ο Ράι Κάστρο, συγγραφέας του βιβλίου για τον Βραζιλιάνο άσο. Το 1957, μετά από τις καλές εμφανίσεις του Γκαρίντσα, κλήθηκε στην εθνική ομάδα της χώρας του και ένα χρόνο μετά ήταν στην  αποστολή της Σελεσάο για το Παγκόσμιο Κύπελο του 1958 στη Σουηδία. Ο Γκαρίντσα έμεινε στον πάγκο στα δύο πρώτα παιχνίδια. Ο 23χρονος έπαιξε πλάι στον ανήλικο ακόμη Πελέ, στον αγώνα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Τα πρώτα 180 δεύτερα του ματς έμειναν στην ιστορία και ως τα “τρία καλύτερα λεπτά του ποδοσφαίρου”. Ο Γκαρίντσα ξέφυγε από τρεις αντιπάλους και σούταρε στο κάθετο δοκάρι. Αμέσως μετά, πάσαρε στον Πελέ, η βολίδα του οποίου σταμάτησε στο οριζόντιο δοκάρι! Ο τρομερός Γιασίν, σταμάτησε το σκορ στο 2-0 υπέρ της Βραζιλίας. Προηγουμένως είχε καταφέρει να μπλοκάρει πάνω από 30 τελικές προσπάθειες των Βραζιλιάνων. Η Βραζιλία πανηγύρισε το πρώτο της παγκόσμιο Τρόπαιο. Η τρομερή ομάδα του 1958, ξεπέρασε το εμπόδιο της Ουαλίας και της Γαλλίας και κέρδισε στον τελικό τη διοργανώτρια Σουηδία με 5-2.

Ο εθισμός στο αλκοολ...

Ένα χρόνο αργότερα έχασε τη θέση του βασικού από την Εθνική Ομάδα εξαιτίας του εθισμού του στο αλκοόλ. Ο Γκαρίντσα δεν τα παράτησε. Αν και συνέχισε να πίνει και να κάνει «άσωτη» ζωή, το 1962 ήταν η χρονιά του. Με τον Πελέ τραυματία, ο Γκαρίντσα ανέβηκε στην κορυφή του κόσμου και οδήγησε τη «σελεσάο» στο δεύτερο σερί τρόπαιο της ιστορίας της. Με τις αξέχαστες ντρίμπλες του, απέφευγε τους αντιπάλους. Με τις πάσες- «διαβήτη» μοίραζε ασίστ και με το τρομερό του σουτ σκόραρε με ευκολία. Στο Μουντιάλ της Χιλής του 1962, αναμενόμενα ψηφίστηκε ο πολυτιμότερος παίχτης της διοργάνωσης. Με το ταλέντο του τρέλαινε τους ποδοσφαιριστές και με την παιδική του αφέλεια κέρδιζε τον κόσμο. Ο Γκαρίντσα, ο «βασιλιάς της ντρίμπλας» ήταν για τους θεατές η «χαρά του λαού». Το  Μουντιάλ της Αγγλίας το 1966, ήταν το τελευταίο του. Με τη φανέλα της εθνικής Βραζιλίας, αγωνίστηκε 50 φορές και σκόραρε 12 γκολ. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στα 49 παιχνίδια που συμμετείχε, η Βραζιλία δεν έχασε ποτέ.

Το τέλος...

Ο Γκαρίντσα συχνά έμπλεκε σε καβγάδες και κατηγορήθηκε ότι χτυπούσε τις συντρόφους του. Πάντα υπό την επήρεια μέθης. Μεθυσμένος ήταν και όταν είχε ένα τροχαίο, κατά τη διάρκεια του οποίου σκοτώθηκε η πεθερά του. Ως παλαίμαχος η κατάσταση του χειροτέρεψε απότομα.  Τα κοντινά του πρόσωπα άρχισαν σιγά σιγά να τον εγκαταλείπουν. Ενδεικτικό τις κατάστασης του είναι ότι σε όλες σχεδόν τις εκδηλώσεις προς τιμήν του δεν ήταν ποτέ νηφάλιος.  Στις 20 Ιανουαρίου 1983, ο Γκαρίντσα βρισκόταν ξεχασμένος και πάμπτωχος στο νοσοκομείο με έναν ορό περασμένο στο χέρι του. Με το συκώτι διαλυμένο από το ποτό, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία μόλις 49 χρόνων. Στην κηδεία του, τον συνόδευσαν εκατομμύρια βραζιλιάνοι. Το εθνικό στάδιο της Μπραζίλια φέρει το όνομά του και ο Γκαρίντσα ψηφίστηκε ως 8ος καλύτερος παίχτης όλων των εποχών. «Υπήρξε ένας εξαιρετικός παίχτης, ένας από του καλύτερους. Μπορούσε να κάνει πράγματα με την μπάλα που ήταν αδιανόητα για τους υπόλοιπους. Χωρίς τον Γκαρίντσα, δεν θα γινόμουν ποτέ τρεις φορές Παγκόσμιος Πρωταθλητής», θα πει ο Πελέ στον “αποχαιρετισμό” του.

Μ. Διόγος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet