Για την παράσταση "Αντιγόνη reloaded"

Η πα­ρά­στα­ση «Αντι­γό­νη reloaded», που εί­δα­με στο Ίδρυ­μα Κα­κο­γιάν­νης το προ­η­γού­με­νο Πα­ρα­σκευο­σάβ­βα­το, ή­ταν μέ­ρος του προ­γράμ­μα­τος που «τρέ­χει» το Ίδρυ­μα ε­δώ και τέσ­σε­ρα χρό­νια, με την ε­πω­νυ­μία «Αρχαίο Δρά­μα: Επιρ­ροές και σύγ­χρο­νες προ­σεγ­γί­σεις», και το ο­ποίο ε­ντάσ­σε­ται στο Επι­χει­ρη­σια­κό Πρό­γραμ­μα «Αττι­κή» του Ε­ΣΠΑ 2007-2013 του υ­πουρ­γείου Παι­δείας και α­φο­ρά την Βελ­τίω­ση των Πο­λι­τι­στι­κών Υπη­ρε­σιών στην Πε­ρι­φέ­ρεια Αττι­κής. Στο πλαί­σιο του προ­γράμ­μα­τος, κα­λού­νται με­γά­λα ξέ­να πα­νε­πι­στή­μια να πα­ρου­σιά­σουν τη δου­λειά τους και τους προ­βλη­μα­τι­σμούς τους για το αρ­χαίο δρά­μα με σε­μι­νά­ρια και πα­ρα­στά­σεις. Φε­τι­νοί προ­σκε­κλη­μέ­νοι ή­ταν το Πα­νε­πι­στή­μιο Τε­χνών της Φι­λαν­δίας / Ακα­δη­μία Θεά­τρου και το Πα­νε­πι­στή­μιο Aalto / Σχο­λή Τε­χνών, Σχε­δίου και Αρχι­τε­κτο­νι­κής. Το θέ­μα των Ε­ΣΠΑ που α­φο­ρούν τον πο­λι­τι­σμό θα μας α­πα­σχο­λή­σει σε μελ­λο­ντι­κό ση­μείω­μα. Σή­με­ρα θα σχο­λιά­σου­με μό­νο την πα­ρά­στα­ση.
Η Αντι­γό­νη εί­ναι α­πό τις γνω­στό­τε­ρες, αν ό­χι η γνω­στό­τε­ρη, τρα­γω­δία του αρ­χαίου κό­σμου. Έχει με­λε­τη­θεί ε­ξο­νυ­χι­στι­κά α­πό κά­θε πλευ­ρά της. Αυ­τό κα­θι­στά δύ­σκο­λη κά­θε νέα προ­σέγ­γι­ση και, ά­ρα, δύ­σκο­λο πο­λύ το στοί­χη­μα της πρω­το­τυ­πίας. Μο­λο­νό­τι κά­θε γε­νιά έ­χει δι­καίω­μα -υ­πο­χρέω­ση ί­σως θα ή­ταν κα­λύ­τε­ρα να πού­με- να α­να­με­τρη­θεί με τα με­γά­λα κεί­με­να της πα­ρά­δο­σης, ο­φεί­λει να ξέ­ρει τις πρό­τε­ρες ερ­μη­νείες για να τις προ­χω­ρή­σει ό­σο και ό­πο­τε μπο­ρέ­σει. Οφεί­λει, ε­πί­σης, να ξέ­ρει κα­λά τα κεί­με­να στη συγ­χρο­νία και τη δια­χρο­νία τους.

Η Αντιγόνη συμπυκνώνει το μεγάλο ερώτημα της αρχαίας φιλοσοφίας: την αντίθεση ανάμεσα στην φύσιν και τον νόμον, ανάμεσα στο δίκαιο των θεών και το δίκαιο της πόλης. Ο πυρήνας της βρίσκεται στο πρώτο στάσιμο, όταν ο Χορός περιδιαβαίνει την ιστορία του ανθρώπινου γένους και καταλήγει στην κορωνίδα, στην έννοια του πολίτη, τον οποίο ορίζει ως αυτόν που τηρεί το θεϊκό και τον ανθρώπινο νόμο εξίσου. Υπ’ αυτή την έννοια, ο μόνος πραγματικά άξιος να ονομαστεί πολίτης μέσα στην τραγωδία είναι ο νεαρός Αίμονας. Οι άλλοι δύο (και παρακάμπτουμε προς στιγμήν το γεγονός ότι η αρχαία Αθήνα δεν επέτρεψε στις γυναίκες την ιδιότητα του πολίτη, η λέξη «πολίτης» δεν έχει καν θηλυκό) βάζουν σε κίνδυνο την ίδια την πόλιν εμμένοντας σε μια ακραία επιλογή: ο Κρέων μέσα στη μονομέρεια του πολιτικού νόμου και η Αντιγόνη του θείου. Είναι χαρακτηριστικές οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο Χορός (η φωνή της πόλης δηλαδή): υψίπολις -άριστος πολίτης- και άπολις -ο αποστερημένος της πόλεως, συνώνυμο αυτό με την απώλεια της ταυτότητας. Εδώ ο άπολις πλησιάζει την έννοια του υβριστή της πόλης και, για να θυμηθούμε ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα του Καστοριάδη (όχι όμως το δρόμο που τον οδηγεί σ’ αυτό) όταν μελετά την Αντιγόνη: εδώ καταδικάζεται το μόνος φρονείν, δηλαδή η δημοκρατία κρύβεται στο διάλογο, στη σύνθεση της πολλαπλότητας σε δημιουργική και αείποτε εξελισσόμενη ενότητα.

Οι ριζικές αλλαγές απαιτούν διαπαιδαγώγηση

Ο Κρέοντας παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον ως τραγικό πρόσωπο και ως πολιτική θέση (η μπρεχτική Αντιγόνη έχει εδώ πολλά να μας διδάξει). Η είσοδός του συνοδεύεται από μια σειρά προγραμματικών δηλώσεων που συμπυκνώνουν θαυμάσια την ηθική του κυβερνήτη ως υπουργού, υπηρέτη δηλαδή των συμφερόντων της πόλης του, πάνω από τα οποία δεν μπαίνουν επ’ ουδενί ούτε αγαπητά πρόσωπα ούτε προσωπικά συμφέροντα. Ο Κρέων χάνει το παιχνίδι όταν καλείται να εφαρμόσει τις αρχές του για τη διακυβέρνηση. Γνωρίζει τη σημασία του Κανόνα στη σύσταση κοινότητας, συλλογικότητας αλλά ο Κανόνας τού ζητά να γκρεμίσει βίαια μια παράδοση αιώνων, χωρίς να έχει προετοιμάσει το έδαφος. Ξεχνώντας μια βασική θέση, που εκφράζεται συνετά από τον συντηρητικό Σόλωνα «όχι τον καλύτερο νόμο, αλλά αυτόν που αντέχει μια πόλη». Οι ριζικές αλλαγές απαιτούν διαφώτιση και διαπαιδαγώγηση σε ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης. Κι αυτό συμβαίνει σε όλες τις εποχές -και στη σημερινή φυσικά, ίσως περισσότερο μάλιστα σήμερα.
Φυσικά η πολιτική ανάγνωση της τραγωδίας δεν είναι η μόνη. Ψυχολογική ερμηνεία, φεμινιστική προσέγγιση, ψυχαναλυτική και άλλες ερμηνείες είναι νόμιμες, ιδιαίτερα γόνιμος δε ο συνδυασμός τους. Και μέσα στους αιώνες έχουν πολλά προταθεί και έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς από τους σκηνοθέτες. Η μεταμοντέρνα προσέγγιση απελευθέρωσε από την ενιαία ερμηνεία, τη συγκεκριμένη ερμηνευτική πρόταση και επέτρεψε τη συνύπαρξη στη σκηνή πολλών προσεγγίσεων ταυτόχρονα. Αυτό μπορεί να έδωσε κάποιες φορές ενδιαφέροντα αποτελέσματα, συνήθως όμως καλύπτει την έλλειψη πραγματικού ερμηνευτικού μοντέλου μιας τραγωδίας, δηλαδή, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, την έλλειψη πραγματικού λόγου να ανεβάσει κανείς τη συγκεκριμένη τραγωδία. Έτσι τις περισσότερες φορές ισχύει ο λόγος του Σεφέρη: Την τέχνη μας την στολίσαμε με τόσα πολλά/ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της.

Αφρός εντυπώσεων

Η παράσταση, πληροφορούμεθα από το δίγλωσσο (σε ελληνικά και αγγλικά) πρόγραμμα, είναι προϊόν συνεργασίας των φοιτητών του μεταπτυχιακού προγράμματος από το τμήμα Κινηματογράφου, Τηλεόρασης και Σκηνογραφίας της σχολής Τεχνών, Σχεδίου και Αρχιτεκτονικής του πανεπιστημίου Aalto (Aalto ARTS) με φοιτητές από την Ακαδημία Θεάτρου (TeaK) και την Ακαδημία Sibelius (SibA) του πανεπιστημίου Τεχνών του Ελσίνκι. Οι συντελεστές στο σύνολό τους έχουν εξαιρετικά ακαδημαϊκά βιογραφικά, μολονότι πολύ νέοι, και μικρή ή αρκετή θεατρική εμπειρία. Τη σκηνοθεσία υπέγραψε ο Γιάννε Πέλινεν, με πολλές συμμετοχές σε διεθνή φεστιβάλ.
Δεν επρόκειτο για Αντιγόνη παρά στις βασικές γραμμές του μύθου: η απαγόρευση της ταφής και η καταδίκη της κόρης σε θάνατο. Χρησιμοποιήθηκαν πληθωρικά στοιχεία της ποπ κουλτούρας για την ανάγνωση των χαρακτήρων -ο Κρέοντας ως ροκ σταρ με χρυσό σλιπάκι και βαριές χρυσές αλυσίδες στο λαιμό, η Αντιγόνη με φόρμα νεαρής μοτοσυκλετίστριας, ο Αίμονας με βερμούδα ως απορημένος, ανώριμος έφηβος και ο Χορός με κεφαλές ζώων. Το κλίμα γενικώς χαρίεν, με πολύ χιούμορ που προκαλούσαν οι υπερβολές, οι επαναλήψεις και η μουσική (ζωντανή από ένα εντυπωσιακό νεαρό μουσικό, τον Τουόμας Κετούνεν, μόλις 23 ετών). Χιουμοριστική και η διαδραστικότητα που επωμίστηκε μόνο ο Κρέοντας.
Κι όμως όλο αυτό έμενε ένας αφρός εντυπώσεων που δεν οδηγούσε πουθενά. Πρώτη φορά είδα μια τόσο απλοϊκή, σχολική προσέγγιση της Αντιγόνης ντυμένης με πρωτοποριακό φουστανάκι. Μια απελπιστικά πεπαλαιωμένη προσέγγιση -ο Κρέοντας (Ελίας Κερένεν) ρωτά το κοινό επίμονα, κουραστικά «είναι εύκολο να είναι κανείς βασιλιάς;», αναλαμβάνοντας, μέσα από τη γελοιοποίηση του ήρωα, να δείξει ότι το άδικο είναι με τον πολιτικό (γιατί όχι και με την πολιτική). Η Αντιγόνη (Αν Μαρί Αλάσπε), που η επιμονή της στην ταφή μοιάζει έωλη, είναι μόνιμα θλιμμένη, έτοιμη να κλάψει, κουβαλά σχεδόν συνεχώς το φέρετρο με το σώμα του αδερφού της και έχει την ιερή αγωνιστικότητα της χολιγουντιανής ηρωίδας, ο Φύλακας κλοουνίζει τον λαϊκό τύπο που έπλασε ο Σοφοκλής και το χειρότερο, ο φτωχός Αίμονας, είναι ένας κατακαημένος έφηβος που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τη γυναίκα που αγαπά και αυτοκτονεί και αυτή είναι η μόνη διάσταση που είδε ο σκηνοθέτης σε ένα από τους πιο ενδιαφέροντες ήρωες του Σοφοκλή. Και το πιο παράδοξο ο Χορός μετατράπηκε σε ατομικές διελεύσεις ζωόμορφων πλασμάτων με πνευστά όργανα(!!!).

Προς τι όλο αυτό;

Βεβαίως και ευτυχώς, δηλώθηκε εξ αρχής ότι επρόκειτο για μια δουλειά στηριγμένη πάνω στην σοφόκλεια Αντιγόνη και όχι για την Αντιγόνη καθαυτή. Μας προετοίμασαν πως «η παράσταση αφορά στο ζήτημα της προσαρμογής μιας αρχαίας τραγωδίας στο σύγχρονο μετα-δραματικό πλαίσιο: ποια είναι η συνάφεια και το νόημα της μελέτης και του ανεβάσματος της Αντιγόνης σήμερα;». Αλλά και πάλι προς τι όλο αυτό; Τι νέο κόμισε στην ερμηνεία του μύθου και στη σκηνική του παρουσίαση; Μήπως όλα αυτά τα «μετά-» του μεταμοντερνισμού εξέπνευσαν πλέον και είναι καιρός να αφήσουμε κατά μέρος τους εντυπωσιασμούς και να συζητήσουμε σοβαρά πώς θα συναντηθούν τα ερωτήματα της αρχαίας σκέψης με τη σημερινή εποχή και τους σύγχρονους υλικούς όρους που παράγουν και οριοθετούν μια παράσταση; Αλλιώς φοβάμαι ότι όλα τούτα, που κατά καιρούς παρακολουθούμε ενεοί από θαυμασμό από ξένους καλλιτέχνες (αλλά δεν θα συγχωρούσαμε ποτέ, και ίσως ορθά, σε Έλληνες) είναι οι ευκολίες του βηχός ψαλτών που, καλλίφωνοι μεν, ωστόσο δυσκολεύονται με τα ψηλά τείχη.

Μαρώ Τριανταφύλλου
maro33@otenet.gr
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet