Όταν η συζήτηση έρχεται στον επαναστατικό μαρξισμό στην Ευρώπη, κανονικά γίνεται αναφορά σε δύο παραδόσεις, μία ανατολική, που οριοθετείται από τον Λένιν και τον Τρότσκι, και μία δυτική, που κατάγεται από την Λούξεμπουργκ και τον Γκράμσι. Ελάχιστα αναγνωρίζεται, ωστόσο, ή κεντρικοευρωπαϊκή παράδοση, η οποία δεν είναι διόλου λιγότερο επεξεργασμένη και πλούσια από τις δύο προαναφερθείσες και της οποίας πρώτη ιστορικά αναφορά αποτελεί ο αυστρο-μαρξισμός.

Ιδεολογικά, η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία αποπειράθηκε να καλύψει το πεδίο ανάμεσα στον επαναστατικό και το ρεφορμιστικό σοσιαλισμό, διαχωρίζοντας εαυτόν τόσο από το ρεβιζιονισμό του Μπερνστάιν όσο και από το δογματισμό της Τρίτης Διεθνούς. Αυτό της απέδωσε ηγετική θέση στον κεντρώο χώρο του ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού κινήματος καθώς και, τo 1921, τη θέση του ιδρυτή της Ένωσης των Σοσιαλιστικών Κομμάτων για τη Διεθνή Δράση (ΕΣΚ)[1], η οποία είχε στόχο να φέρει πιο κοντά τη Σοσιαλδημοκρατική Διεθνή του Λονδίνου και την Κομμουνιστική Διεθνή, στόχος ο οποίος απέτυχε όπως γνωρίζουμε.
Σε ένα σημείωμα έκδοσης, που γράφτηκε το 1926, για την εφημερίδα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος «Arbeiterzeitung», ο Ότο Μπάουερ έδωσε το εξής σύντομο ιστορικό: «Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μια ομάδα αυστριακών συντρόφων ακαδημαϊκών ξεκίνησαν να αυτοαποκαλούνται «Αυστρομαρξιστές» (Μαξ Άντλερ, Καρλ Ρένερ, Ρούντολφ Χίλφερντινγκ, Γκούσταβ Έκσταϊν, Ότο Μπαόυερ, Φρίντριχ Άντλερ και ορισμένοι άλλοι). Αυτό που τους ένωνε δεν ήταν μια συγκεκριμένη πολιτική τάση αλλά τα μοναδικά χαρακτηριστικά της ακαδημαϊκής εργασίας τους. Εμπνέονταν επίσης από τους Καντ και Μαχ. Ωστόσο, επειδή εργάζονταν σε αυστριακά πανεπιστήμια, αποτελούσαν μέρος της «Αυστριακής Σχολής Οικονομικών». Τέλος, ήταν όλοι πολιτικά κοινωνικοποιημένοι στα αρχικά σύνορα της Αυστρίας, φοβισμένοι από τους αγώνες γύρω από την εθνικότητα, και έπρεπε να μάθουν να εφαρμόζουν τη μαρξιστική ερμηνεία της ιστορίας σε περίπλοκα φαινόμενα, όπου μια επιφανειακή εφαρμογή των μαρξιστικών μεθόδων δεν ήταν αρκετή. Κατά συνέπεια, σχηματίστηκε ένας σφιχτός πνευματικός κύκλος.»[2]

Καίρια θεωρητικά επιτεύγματα

Ανάμεσα στα θεωρητικά επιτεύγματα αυτής της μαρξιστικής σχολής χρειάζεται να δώσουμε έμφαση:
* στα έργα σχετικά με το λεγόμενο «εθνικό ζήτημα» από τον Καρλ Ρένερ και τον Ότο Μπάουερ[3], των οποίων την επίκαιρη σημασία επισήμανε ο Έρικ Χομπσμπάουμ
* στο πρωτοποριακό βιβλίο του Ρούντολφ Χίλφερντινγκ «Χρηματιστικό Κεφάλαιο» (Das Finanzkapital),[4] στο οποίο αναφέρεται εκτενώς ο Λένιν στο βιβλίο του για τον ιμπεριαλισμό
* στις συμβολές στη θεωρία του κράτους και στη θεωρία του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, που επαναπραγματεύτηκαν οι ευρωκομμουνιστές τη δεκαετία του ’70
* στην έννοια του «ολοκληρωμένου σοσιαλισμού» του Ότο Μπάουερ που επινοήθηκε το 1936, μπροστά στην άνοδο του φασισμού, με την οποία ζήτησε την ανανέωση του σοσιαλισμού μέσω μιας σύνθεσης των ρεφορμιστικών και επαναστατικών τάσεων.
Προφανώς υπάρχουν πολλά παραπάνω να πούμε. Για παράδειγμα, χρειάζεται να αναφέρουμε τον Καρλ Πολάνιι, ο οποίος με τη στενή έννοια δεν συμμετείχε στην αυστρο-μαρξιστική σχολή, παρότι ζούσε και εργαζόταν στην Βιέννη, ως μετανάστης μετά την κατάλυση της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας. Το περίφημο έργο του «Ο μεγάλος μετασχηματισμός» εκδόθηκε το 1944 στις ΗΠΑ και, κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται να συμπεριληφθεί σε κάθε απόπειρα να γίνουν κατανοητές οι σύγχρονες αιχμές του καπιταλισμού. Για τον Μίκαελ Κρέτκε, ο αυστρο-μαρξισμός αποτελεί «την πλέον επεξεργασμένη εκδοχή ενός ανοιχτού μαρξισμού μέχρι σήμερα».[5]


Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας

Εάν αυτό αληθεύει, δεν πρόκειται απλώς για αξιωματική παραδοχή ή για άποψη των θεωρητικών, αλλά και για παραδοχή του κινήματος στο οποίο συμμετείχαν. Αντίθετα από ό,τι συνέβη στη Γερμανία, στην Τσεχοσλοβακία, την Ιταλία και τη Γαλλία κατάφερε να αποτραπεί ένα ρήγμα. Το 80 με 90% των ψήφων της εργατικής τάξης, μεταξύ του 1919 και του 1932, πήγε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Σε αριθμό μελών και οργανώσεων, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανο-Αυστρίας[6] ήταν το μεγαλύτερο εργατικό κόμμα της εποχής του. Στην «Κόκκινη Βιέννη» υλοποίησε το εναλλακτικό πρότυπο απέναντι στο συντηρητικό ομοσπονδιακό κράτος.
Η σοσιαλδημοκρατία της Αυστρίας ιδρύθηκε το 19ο αιώνα σε μια αυτοκρατορία δώδεκα εθνικών κοινοτήτων. Έτσι, δεν μπορούσε παρά να είναι διεθνής, παρέχοντας χώρο επώασης σε μια θεωρητική κουλτούρα, από την οποία κατάγονται πολλά σημαντικά πολιτικά πρόσωπα, τα οποία αργότερα έπαιξαν σημαντικούς ρόλους στα νέα εθνικά κράτη που προέκυψαν από την αυτοκρατορία. Για παράδειγμα ο Ignacy Daszyński και ο Ljubomir Smeral. Ο αυστρο-μαρξισμός στην πραγματικότητα αποτέλεσε μια κοινή καταγωγή και παρείχε κοινή γλώσσα στη μαρξιστική παράδοση της Κεντρικής Ευρώπης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ακριβέστερο να χρησιμοποιούμε τον όρο κεντρικοευρωπαϊκός μαρξισμός παρά αυστρο-μαρξισμός.

Σοσιαλδημοκρατία και μπολσεβικισμός

Στις πολιτιστικές επιρροές που τον ενέπνευσαν σίγουρα ανήκει και ο Χανς Κέλσεν, ιδρυτής της «Καθαρής Θεωρίας του Δικαίου», όπως και ο Άλφρεντ Άντλερ και ο Σίγκμουντ Φρόιντ. Θα μπορούσε, μάλιστα, κάποιος να θεωρήσει ως σύμπτωση, αν και χαρακτηριστική των διανοητικών δεσμών στη Βιέννη κατά το πέρασμα στον 20ό αιώνα, ότι το υπαρκτό πρόσωπο που ενέπνευσε την εμβληματική περίπτωση της Ντόρας, που καταγράφεται στις σημειώσεις των Φρόιντ, ήταν η αδελφή του Ότο Μπάουερ, Ίντα Μπάουερ.
Παρότι το Αυστριακό Κομμουνιστικό Κόμμα, που ιδρύθηκε το 1918, δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτελέσει απειλή για την κυριαρχία της σοσιαλδημοκρατίας επί του αυστριακού εργατικού κινήματος, η ιδέα των συμβουλίων/σοβιέτ και της Σοβιετικής Ένωσης υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής εντός της εργατικής τάξης. Το 1920, ο Ότο Μπάουερ ένιωσε την ανάγκη να διατυπώσει μια θέση επ’ αυτών σε ένα μικρό βιβλίο με τον τίτλο «Bolschewismus oder Sozialdemokratie» («Μπολσεβικισμός και Σοσιαλδημοκρατία»).
Παρόλη την κριτική του για τη δικτατορική και τρομοκρατική άσκηση εξουσίας των μπολσεβίκων, δεν αμφισβήτησε τον καταρχήν σοσιαλιστικό χαρακτήρα του καθεστώτος τους. Από την κριτική αποτίμηση της μπολσεβίκικης επανάστασης, στρέφεται στο ερώτημα, το οποίο θεωρεί κρίσιμο για το σοσιαλισμό της εποχής του, δηλαδή εάν «ο μπολσεβικισμός είναι η μόνη δυνατή, η μόνη κατάλληλη μέθοδος για κάθε προλεταριακή επανάσταση ή είναι μια μέθοδος του προλεταριακού απελευθερωτικού αγώνα, που ταιριάζει μόνο στις συγκεκριμένες ρωσικές συνθήκες και δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε άλλες χώρες».[7]
Επιχειρηματολογώντας υπέρ του δεύτερου, καταλήγει στα ίδια σχεδόν λόγια με του Αντόνιο Γκράμσι, ότι η διαφορά μεταξύ Ανατολής και Δύσης έγκειται στο ότι στη Δύση η δομή της κοινωνίας και ο χαρακτήρας του κράτους δεν θα επέτρεπε να πάρουν την εξουσία ένοπλες εξεγέρσεις, επιβάλλοντας μια δικτατορία επί της πλειοψηφίας μέσω της βίας και της τρομοκρατίας.

Μετά τη στρατιωτική ήττα

Το Φεβρουάριο του 1934, η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία ηττήθηκε σε ένα σύντομο εμφύλιο πόλεμο που σηματοδότησε το τέλος του αυστρο-μαρξιστικού πειράματος. Είναι δίκαιο να κρίνουμε τη θεωρία του Ότο Μπάουερ υπό το φως της εμπράγματης αποτυχίας της, δηλαδή της στρατιωτικής ήττας.
O Νόρμπερτ Λέζερ, εξέχων πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός, από τα δεξιά του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, αποδίδει, σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1964, συνευθύνη για το συντηρητικό πραξικόπημα στον Ότο Μπάουερ, κατηγορώντας τον για πολεμική ριζοσπαστική ρητορική, που ήταν σε αντίθεση με τη στρατιωτική και κοινωνική αδυναμία του κόμματός του, που σε μεγάλο βαθμό επιδεινώθηκε από την οικονομική κρίση.
Υπάρχει κάποια αλήθεια σε αυτήν τη μομφή, η οποία παραδόξως προβάλλεται από τους αριστερούς επικριτές, οι οποίοι λένε ότι στην προσπάθειά του να αποφύγει έναν εμφύλιο πόλεμο, ο Μπάουερ υποχωρούσε σταθερά μπροστά σε έναν όλο και πιο αποφασισμένο εχθρό και έτσι έριχνε το ηθικό και την ετοιμότητα της οργανωμένης εργατικής τάξης.
Ο ίδιος ο Μπάουερ αναπτύσσει μια αυτοκριτική ανάλυση για τα πολιτικά πεπραγμένα του κόμματος σε δύο εκπληκτικά βιβλία, με τον τίτλο «Το παράνομο κόμμα» και με τον προφητικό τίτλο «Μεταξύ δύο παγκοσμίων πολέμων. Η κρίση παγκόσμιας οικονομίας, δημοκρατίας και σοσιαλισμού». Σε αυτό το βιβλίο προτείνει μια ανάγνωση της ανόδου του φασισμού που έρχεται σε αντίθεση με την ερμηνεία της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αλλά μας δίνει το κλειδί για την κατανόηση των διαδρομών σημερινών ακροδεξιών κομμάτων. «Ο καπιταλισμός και οι μεγαλογαιοκτήμονες», έγραφε, «δεν παρέδωσαν την κρατική εξουσία στις φασιστικές συμμορίες ώστε να αποτρέψουν την προλεταριακή επανάσταση, αλλά για να συμπιέσουν τους μισθούς, για να καταστρέψουν τα κοινωνικά επιτεύγματα της εργατικής τάξης, να καταστείλουν τα συνδικάτα και να καταλύσουν τις θέσεις πολιτικής ισχύος της εργατικής τάξης. Συνεπώς, όχι για να διαλύσουν έναν επαναστατικό σοσιαλισμό αλλά τα επιτεύγματα του ρεφορμιστικού σοσιαλισμού.»
Το βιβλίο αποτελεί επίσης απόδειξη μιας σοβαρής αυταπάτης. Ο πυρήνας του φημισμένου προγράμματος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος το 1926, το πρόγραμμα του Λιντζ, γραμμένο από τον Ότο Μπάουερ, που διάδιδε το δρόμο προς το σοσιαλισμό με δημοκρατία, η οποία ωστόσο ως έσχατη δυνατότητα θα υπερασπιζόταν τον εαυτό της με δικτατορικά μέσα, παρουσιάζεται τώρα αντεστραμμένος: «Μόνο μια επαναστατική δικτατορία μπορεί να δημιουργήσει τα κοινωνικά προαπαιτούμενα ώστε η δημοκρατία να απελευθερωθεί από την ταξική επικυριαρχία». Κατά συνέπεια, ο Μπάουερ συνέδεσε τον εαυτό του με τη Σοβιετική Ένωση μόλις το 1936, το έτος που η δίκη παρωδία ενάντια στους Καμένεφ και Ζινόβιεφ πραγματοποιήθηκε.

Αναγέννηση του σοσιαλιστικού κινήματος

Ωστόσο, το βιβλίο «Μεταξύ δύο παγκοσμίων πολέμων» περιέχει την πιο σημαντική πολιτική κληρονομιά του Ότο Μπάουερ, δηλαδή την ιδέα της αναγέννησης του σοσιαλιστικού κινήματος χρησιμοποιώντας τον «ολοκληρωμένο σοσιαλισμό» που στοχεύει στην προσέγγιση των δύο ανταγωνιστικών βραχιόνων του εργατικού κινήματος: του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Όπως και ο Λένιν, αναγνωρίζει αντικειμενικούς λόγους για τη διάσπαση στο σοσιαλιστικό κίνημα: «Ο ολοκληρωμένος σοσιαλισμός, ο οποίος αποσκοπεί στην ενσωμάτωση των δύο κύριων προσανατολισμών του εργατικού κινήματος, δεν μπορεί να επιλύσει την αντίφαση μεταξύ του ρεφορμιστικού εργατικού κινήματος και του επαναστατικού σοσιαλισμού, που εδράζεται στις ίδιες τις συνθήκες ύπαρξης της εργατικής τάξης. Μπορεί και πρέπει να τοποθετήσει τον επαναστατικό σοσιαλισμό σε μια σχέση με το ρεφορμιστικό εργατικό κίνημα και το ρεφορμιστικό εργατικό κίνημα σε μια σχέση με τον επαναστατικό σοσιαλισμό, σχέση τέτοια που να διαφέρει από τον πολωμένο ανταγωνισμό».[8]
Το 1945, μετά την απελευθέρωση από το φασισμό, το αυστρο-μαρξιστικό επιχείρημα εξέλειψε από το δημόσιο λόγο στην Αυστρία. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το οποίο επανεμφανίστηκε ως Σοσιαλιστικό Κόμμα, μετακινήθηκε προς τα Δεξιά. Οι Ότο Μπάουερ, Μαξ Άντλερ και Ρούντολφ Χίλφερντινγκ πέθαναν εξόριστοι, ενώ μεγάλος αριθμός σοσιαλδημοκρατών διανοούμενων που είχαν εβραϊκή καταγωγή δεν ενθαρρύνθηκαν –για να το πούμε επιεικώς– να επιστρέψουν στην Αυστρία. Παρότι η ηγεσία του κόμματος στοιχήθηκε με τη Δύση στον Ψυχρό Πόλεμο, το Κομμουνιστικό Κόμμα, που αποτέλεσε την κύρια δύναμη εντός του κινήματος αντίστασης, στάθηκε στο πλευρό της Σοβιετικής Ένωσης. Έτσι, δεν υπήρχε περιθώριο ούτε για δημοκρατικό σοσιαλισμό ούτε για ολοκληρωμένο σοσιαλισμό.
Έχει ειπωθεί ότι οι Αυστριακοί ατενίζουν με αυτοπεποίθηση το παρελθόν τους. Δεν είμαι οπαδός καμιάς αριστερής μελαγχολίας, ωστόσο ο Μίκαελ Κρέτκε διαπιστώνει ότι οι θεωρητικές συνεισφορές των Αυστρο-μαρξιστών, ιδιαίτερα στη θεωρία του κράτους και του μετασχηματισμού, «πρωτοπορούν και υπερέχουν από ό,τι συνήθως προτείνεται στο μαρξισμό ως πολιτική θεωρία»[9]. Άσχετα αν κάποιος συμμερίζεται ή όχι αυτή την εκτίμηση, είναι γεγονός ότι το μέγεθος του κόμματός τους και η ένταση των κοινωνικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων στη μεσοπολεμική Αυστρία τούς ανάγκασε να θέσουν τα πλέον σημαντικά ζητήματα σε επίπεδο απόλυτα ίσο με αυτό του Λένιν, της Λούξεμπουργκ και του Γκράμσι. Είναι καιρός να αξιολογηθεί ανάλογα.

 

Το κείμενο αποτέλεσε την εισήγηση του Β. Μπάιερ στο πλαίσιο ημερίδας που συνδιοργάνωσαν το Transform! Europe και το Ινστιτούτο Πουλαντζάς με τίτλο «Η αριστερή θεωρία στο 21ο αιώνα», στις 13 Δεκεμβρίου 2019. Η εισήγηση είχε τον τίτλο «Ο μαρξισμός στην Κεντρική Ευρώπη. Οι ρίζες του και η σημασία του σήμερα».

Σημειώσεις
1. Η Ένωση των Σοσιαλιστικών Κομμάτων για τη Διεθνή Δράση (IWUSP), επίσης γνωστή ως Διάσκεψη της Βιέννης ή 2 1/2 Διεθνής, ιδρύθηκε το 1921 στη Βιέννη από δέκα κόμματα, μεταξύ των οποίων τα: Independent Social Democratic Party of Germany (USPD), French Section of the Workers’ International (SFIO), Independent Labour Party (ILP), Social Democratic Party of Switzerland (SPS), Social Democratic Party of Austria (SDPÖ), Federation of Romanian Socialist Parties. Αργότερα συμμετείχαν και το Spanish Socialist Workers’ Party και το Maximalist faction of the Italian Socialist Party. Το 1923, διαλύθηκε και οι δυνάμεις της ενώθηκαν με τη Δεύτερη Διεθνή δημιουργώντας την Εργατική και Σοσιαλιστική Διεθνή (LSI).
2. «Arbeiterzeitung», 3 Νοεμβρίου 1927
3. Bauer, Otto: «Social Democracy and the Nationalities Question» (Vienna, 1907), Renner, Karl: Synopticus (pen name), Staat und Nation (Vienna, 1899). Επανέκδοση ως «State and Nation» (London, 2005)
4. Hilferding, Rudolf: Finance Capital (Vienna, 1910)
5. Krätke, Michael: «Austromarxismus und Kritische Theorie» (2018)
6. Sozialdemokratische Arbeiterpartei Deutschösterreichs (SDAPDÖ) (Social Democratic Workers Party of German-Austria) το όνομα ήταν έτσι σύνθετο μεταξύ 1918 και 1934.
7. Bauer, Otto: «Bolschewismus oder Sozialdemokratie», Vienna 1920, p. 4.
8. Bauer, Otto: Zwischen zwei Weltkriegen. Die Krise der Weltwirtschaft, der Demokratie und des Sozialismus, Bratislava: Prag, 1936, p.319.
9. Krätke, Michael: Kritische Theorie, l.c.

Βάλτερ Μπάιερ Ο Β. Μπάιερ είναι οικονομολόγος και επικεφαλής του Δικτύου Transform! Europe. Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Ιδέες )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet