Stephanie DeGooyer, Alastair Hunt, Lida Maxwell, Samuel Moyn «Το δικαίωμα να έχουμε δικαιώματα»,
μτφ. Βαγγέλης Πούλιος, επίλογος: Astra Taylor, επίμετρο: Ειρήνη Αβραμοπούλου, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σελ. 200

Αντίθετα με τη γνωστή φράση της Χάνα Άρεντ περί «κοινοτοπίας του κακού», την οποία είχε μάλιστα τοποθετήσει και στον υπότιτλο του βιβλίου της «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ», μια άλλη της φράση, «το δικαίωμα να έχουμε δικαιώματα» –την είχε αναφέρει περίπου παρενθετικά σε ένα σημείο του βιβλίου της «Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού» και δεν είχε επανέλθει ιδιαίτερα σε αυτήν–, έμελλε να γίνει αντικείμενο μεγάλων συζητήσεων. Την εποχή που την έγραψε κινείτο μεν στο πλαίσιο της σκέψης του φιλοσόφου του 18ου αιώνα, Έντμουντ Μπερκ, ο οποίος θεωρούσε ότι στη γαλλική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη η βασική έννοια ήταν ο πολίτης και όχι ο άνθρωπος, είχε όμως μεσολαβήσει ο μεσοπόλεμος. Που σημαίνει ότι κάπου 50 εκατομμύρια άνθρωποι, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάλυση των αυτοκρατοριών, είχαν μείνει ανιθαγενείς, πρόσφυγες ή μειονοτικοί λόγω μαζικών αποπολιτογραφήσεων. Αντίθετα λοιπόν με τον Μπερκ που θεωρούσε –θαρραλέα, από μια άποψη, για την εποχή του– ότι οι νόμοι της πολιτικής κοινωνίας υπερισχύουν των φυσικών νόμων και ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι περίπου ανοησίες, αφού τα υποκείμενα προστατεύονται από τους νόμους και τις παραδόσεις κάποιας πατρίδας, η Άρεντ έβλεπε πλέον καθαρά ότι οι άνθρωποι μπορεί να υπάρξουν και σε ένα τόπο που λέγεται «πουθενά». Άρα τα ανθρώπινα δικαιώματα όχι μόνο χρειάζονται ως συμπλήρωμα των εθνικών νόμων αλλά και αποτελούν χωριστό δικαίωμα (που δεν ταυτίζεται με τα ανθρώπινα δικαιώματα), το δικαίωμα δηλαδή του να ανήκεις στην ανθρωπότητα.
Η εμβληματική της αυτή φράση έμεινε περίπου στα αζήτητα για πολύ καιρό. Ωστόσο, μετά και από κάποιες σποραδικές αναφορές, άρχισε 50 χρόνια μετά τη διατύπωσή της, από τη δεκαετία του 1990 και του 2000 να γίνεται αντικείμενο συχνών αναφορών αλλά και μελέτης. Όχι τυχαία, μάλλον, καθώς τα ολοένα αυξανόμενα προσφυγικά ρεύματα –σε 65,3 εκατομμύρια υπολόγιζε το 2015 η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες τους βίαια εκτοπισμένους, από τους οποίους τα 21,3 εκατομμύρια ήταν πρόσφυγες– αλλά και η επίθεση αυτού που αποκαλείται «νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός της αγοράς» στον πυρήνα των δημόσιων θεσμών –καθώς δημιουργείται μια τάξη εργατών που πολύ απέχουν από το να έχουν πλήρη δικαιώματα πολίτη ενώ ταυτόχρονα είναι πολλοί που δεν έχουν χαρτιά και άλλοι που περιμένουν σε μια φυλακή μια δίκη που δεν γίνεται ποτέ– δημιουργεί ένα νέο διευρυμένο χώρο ανυπαρξίας δικαιωμάτων. Το 2002 λ.χ. ο Γάλλος Νιζάρ Σασί, περιγράφοντας το Γκουαντάναμο στο οποίο είχε προηγουμένως εγκλειστεί, μίλησε για μέρος όπου δεν έχεις δικαίωμα να έχεις δικαιώματα. Η τουρκοαμερικανίδα πολιτική επιστήμονας Σεϊλά Μπενχαμπίμπ ασχολήθηκε σε βάθος με το θέμα από θεωρητική άποψη και κατέληξε ότι το δικαίωμα να έχουμε δικαιώματα είναι μια ηθική αξίωση με την καντιανή έννοια, ότι δηλαδή κάθε άνθρωπος δικαιούται τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα επειδή είναι άνθρωπος και όχι επειδή είναι πολίτης ή μέλος ενός έθνους.
Στο βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου και έχει αυτόν ακριβώς τον τίτλο («Το δικαίωμα να έχουμε δικαιώματα»), βιβλίο που πρωτοκυκλοφόρησε στην Αγγλία και στις ΗΠΑ το 2018, τέσσερις συγγραφείς πιάνουν και ξετινάζουν τη φράση εμβαθύνοντας ακόμα περισσότερο στο ζήτημα της αφαίρεσης της ιδιότητας του πολίτη, ευθέως ή κεκαλυμμένα, στη σημερινή ανησυχητική συγκυρία. Όπως και στην πολιτική, έτσι και στο πεδίο των δικαιωμάτων χρειάζεται πια μια διεθνής οπτική αφού η διεθνοποιημένη οικονομική εξουσία είναι καβάλα στο άλογο και επελαύνει χωρίς κανένας ψηφισμένος θεσμός να μπορεί να την περιορίσει επαρκώς. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, που έχει μεν οδηγήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες στο δρόμο της πλήρους εμπορευματοποίησης, πρέπει όμως να διαχειριστεί και κάποιες ηθικές αξίες απόλυτα συνυφασμένες με τον αθλητισμό, αφού έχει διεθνή δικαιοδοσία, αποφάσισε στους αγώνες του Ρίο, το 2016, τη συμμετοχή ομάδας ανιθαγενών προσφύγων. Αθλητές διωγμένοι από το Κογκό, το Νότιο Σουδάν, τη Συρία και την Αιθιοπία διαγωνίστηκαν υπό την ολυμπιακή σημαία. Τα 250 συνολικά εκατομμύρια μεταναστών και προσφύγων, δίνουν τον τόνο της εποχής μας, βάζοντας σε δοκιμασία αξίες και διακηρύξεις που δεν πρέπει να μένουν στα χαρτιά. Και που καλό θα ήταν πράγματι, να συνιστούν απόλυτο δικαίωμα, είτε αυτό απορρέει από φυσικούς νόμους είτε από διεθνείς συνθήκες.

Μανώλης Πίμπλης
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet