Ο θείος μου ο Κώστας ο Στεφόπουλος μιλούσε συχνά - πυκνά για τους αρχοντοχωριάτες. Κι αν ήξερε ο θείος μου ο Κώστας ο Στεφόπουλος από δαύτους. Ήξερε καλά. Βλέπετε, έφυγε από το χωριό του, την Κοσμηρά Ιωαννίνων στην εφηβεία και σταθμό τη Μεγάλη Πόλη, την Αθήνα. Κι ήταν περίεργες οι εποχές.
Περίεργες, βέβαια κι αυτό γιατί ο θείος ο Κώστας ο Στεφόπουλος έφτασε στην Αθήνα να σπουδάσει Οικονομικά και να δει από κοντά τα «αξιοθέατα» της εποχής: Τη δίκη του Μπελογιάννη. Τίποτε δεν ήταν ξανά το ίδιο στη ζωή του. Ούτε κι η βλοσυρή δεκαετία του ’50.

Ο κόσμος αλλιώς

Γιατί ο θείος μου άρχισε να βλέπει τον κόσμο αλλιώτικα πια. Ο μικρότερος αδερφός του παππού μου ήξερε, βεβαίως, για την Αριστερά και τον ΕΛΑΣ και την ΕΠΟΝ, αλίμονο. Αλλά ήταν τώρα η δική του σειρά, μετά τον ένδοξο μαυροσκούφη αδερφό του, να μιλάει «για τα πολιτικά» μέσα από τις δικές του ιστορίες. Και τότε έμαθε αλλιώς τη ζωή.
Και τον Βάρναλη γνώρισε και την κρίση της αστικοποίησης ένιωσε. Σαν κι εκείνον, πολλοί άνθρωποι παράτησαν τα χωριά τους για τη Μεγάλη Πόλη, το ιδεώδες εκείνο της σπουδαιότητας. Πολλοί άμβλυναν τη χωριάτικη προφορά τους από την ντροπή, πολλοί υποχρέωσαν τους εαυτούς τους να αγκαλιάσουν ξένες ταυτότητες. Κι ο θείος ο Κώστας ο Στεφόπουλος έμενε στο Παγκράτι κι από εκεί παρακολουθούσε την Αθήνα να αλλάζει.
Η Αθήνα άλλαζε πολύ. Χτιζόταν πολύ, πάλευε πολύ να αποκτήσει αστική τάξη (παλιά αστική τάξη σε νέα πόλη, πού ξανακούστηκε;). Πάλευε να γίνει μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, μια Ρώμη, ας πούμε. Στο μυαλό της Αθήνας οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είχαν μόνο αίγλη…

Ψευδαισθήσεις μεγαλείου

Μόνο στο μυαλό της επιζούσε αυτό το μύθευμα, βέβαια. Αλλά επέζησε για χρόνια, ακόμα κι ως τα σήμερα. Όταν ο θείος μου ο Κώστας ο Στεφόπουλος μεγάλωσε πια κι επέστρεφε στις γιορτές στο χωριό, καθόμασταν μαζί του να μας πει για τους σπουδαίους, για τον Καβάφη, για τον Βάρναλη. Μιλούσε ωραία. Ενθουσιαζόταν που είχαν αλλάξει οι καιροί και πλέον σε όλα τα σπίτια, όχι μόνο στα νέο-αθηναϊκά, υπήρχαν βιβλία.
Κάποια φορά, εκεί στα τέλη του ’90, πριν το ευρώ κι όσο το ΠΑΣΟΚ ήταν ακόμα στα πάνω του, άκουσα τον θείο τον Κώστα τον Στεφόπουλο να αποκαλεί κάποιον «βλαχομπαρόκ» κι «αρχοντοχωριάτη». Μου άρεσαν πολύ αυτές οι λέξεις που περιέγραφαν μια ασχήμια καταφανή, αλλά απροσδιόριστη ακόμα στα δικά μου μάτια.
Πέρασαν τα χρόνια για να καταλάβω ακριβώς τι εννοούσε. Πέτυχα κι εγώ την Αθήνα να αλλάζει και κάποια στιγμή, από το 2015 κι έπειτα, μια βαθιά ριζωμένη επαρχιώτικη νοοτροπία μας ήρθε κατακούτελα: Όλοι καταλάβαμε.
Ξαφνικά, η γνήσια βαλκανική πρωτεύουσα των πολλών πολιτισμών, η όμορφη Αθήνα αποφάσισε να χωριστεί σε δύο φατρίες: Τους ευρωπαϊσταί και τους μη. Αυτούς που ούρλιαζαν πως ανήκομεν εις την Δύσι, ότι είμαστε ευρωπαίοι, με άπερολ σπριτς και σκαρπίνια. Λίγο πριν λυγίσουν τα πανέρια των σκυλάδικων, ναι, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι ήταν. Κι όχι ότι έχω κάποιο πρόβλημα με τα σκυλάδικα, εξάλλου τα ίδια τραγούδια ακούγονται σε όλα τα Βαλκάνια, τα ίδια τσιφτετέλια διασκευασμένα στην εκάστοτε γλώσσα.
Άρχισαν, λοιπόν, οι Αθηναίοι να μιλούν για πολιτισμό, συνήθως επικαλούμενοι τα ταξίδια τους και τη ζωή στο εξωτερικό, μην αναγνωρίζοντας πως μπορούν να παραμένουν πολιτισμένοι, ακόμα κι αν η μοίρα τους έριξε στην Αθήνα. Άρχισαν να μιμούνται ξένες προφορές, να καυτηριάζουν τα πουκάμισα χωρίς τις γραβάτες, τη φρασεολογία, τον πολιτισμό της Αριστεράς. Μιλούσαν για μιζέρια, αναδίδοντας μια σαπίλα.
Τίποτε δεν είχε αλλάξει από την δεκαετία του ’50, που ο θείος μου ο Κώστας ο Στεφόπουλος παράτησε το χωριό του για τη μητρόπολη. Τίποτε.

Καμώνονται σπουδαιότητες

Όλες αυτές οι ψευδαισθήσεις μεγαλείου και ταυτότητας ξένης, κάπως εξαργυρώθηκαν. Όχι από τους ταπεινούς αρχοντοχωριάτες της Αθήνας, αλλά από τους πρώτους τη τάξει αρχοντοχωριάτες. Αυτούς που με τεράστιο αλέγκρο έπεισαν τους ταπεινούς πως ξαφνικά ανήκουν στη μεσαία τάξη, τους έταξαν μεγαλεία με αέρα κοπανιστό και τώρα καμώνονται σπουδαιότητες που δεν μπορούν να υποστηρίξουν.
Τώρα έχουν έναν πρωθυπουργό που χαριεντίζεται στον Λευκό Οίκο, πλάι στον ορισμό του Αρχοντοχωριάτη, τον πρόεδρο των ΗΠΑ, σα να είναι έφηβος που συναντά για πρώτη φορά τη Μαντόνα.
Ο θείος μου ο Κώστας ο Στεφόπουλος είχε δίκιο για τους αρχοντοχωριάτες. Δεν ξέρω αν είχε διαβάσει Μολιέρο, πιθανότατα ναι. Αλλά ούτε κι ο Μολιέρος θα μπορούσε να φανταστεί μία τόσο βάρβαρη επικράτηση του κωμικού του χαρακτήρα στα «πράματα».

Όλγα Στέφου
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet