Το σχέδιο νόμου του υπουργείου Παιδείας «Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης, Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Ερευνητικών Τεχνολογικών Φορέων» υπερψηφίστηκε την εβδομάδα που μας πέρασε στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής από τη Νέα Δημοκρατία και την Ελληνική Λύση. Κατά του νομοσχέδιου ψήφισαν ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ, ενώ το ΚΙΝΑΛ και το ΜεΡΑ25 επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν στην Ολομέλεια της Βουλής, όπου θα έρθει το σχέδιο νόμου την επόμενη εβδομάδα.

Κατάργηση του άρθρου 16 δια της πλαγίας

Κλειστά, λοιπόν, φαίνεται να έχει τα αυτιά της η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας στις τοποθετήσεις των αρμόδιων φορέων που κλήθηκαν στην επιτροπή της Βουλής και ζήτησαν την απόσυρση ή την αλλαγή αρκετών διατάξεων του νομοσχεδίου.
Κυριότερο αγκάθι αποτελεί η τροποποίηση του ισχύοντος πλαισίου για τους μόνιμους διορισμούς εκπαιδευτικών, βάσει της οποίας πια μπορούν να αποκτήσουν δικαίωμα σε αυτούς και κάτοχοι πτυχίων κολεγίων, χωρίς την απαραίτητη μέχρι τώρα αναγνώριση ακαδημαϊκής ισοτιμίας από το Διεπιστημονικό Οργανισμό Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ΔΟΑΤΑΠ), αλλά απλά έχοντας αναγνωρισμένα επαγγελματικά προσόντα.
«Διαφωνούμε οριζοντίως και καθέτως με αυτήν την αλλαγή, που πρακτικά σημαίνει ότι τα πτυχία των κολεγίων, μετά και το νόμο που ψήφισε πρόσφατα η κυβέρνηση για ισοτιμία με τα ΑΕΙ, θα θεωρούνται πλέον a priori τυπικό προσόν για την πρόσληψη αναπληρωτών και μόνιμων διορισμών στη δημόσια εκπαίδευση. Η κυβέρνηση, δηλαδή, επιχειρεί να καταργήσει δια της πλαγίας οδού το άρθρο 16 του Συντάγματος», υπογραμμίζει στην «Εποχή» ο Θεόδωρος Μαλαγάρης, αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ). Εξηγεί δε ότι με αυτόν τον τρόπο υπονομεύεται εν γένει ο κλάδος των εκπαιδευτικών, καθώς πολλά κολέγια προσφέρουν μη αξιόπιστες σπουδές, με χαμηλής ποιότητας προγράμματα, που διαρκούν τα μισά χρόνια από τα αντίστοιχα των δημόσιων ΑΕΙ.
«Τα κολέγια και τα παραρτήματα κολεγίων στην Ελλάδα δεν έχουν αξιολογηθεί ποτέ, ούτε όσον αφορά τους καθηγητές τους, ούτε για τα συγγράμματα που παρέχονται, ούτε για τη διδασκαλία, ούτε για τίποτα. Πώς γίνεται να εξισωθούν, λοιπόν, αυτά τα πτυχία με των δημοσίων πανεπιστημίων;», επισημαίνεται και από την Λίλιαν Αντωνίου, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και μέλος της Εξελεγκτικής Επιτροπής της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (ΠΟΣΔΕΠ).
Τόσο η ΠΟΣΔΕΠ, όσο και η ΟΛΜΕ, η Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδος (ΔΟΕ), η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδος (ΟΙΕΛΕ) και η Σύνοδος Πρυτάνεων ζήτησαν την απόσυρση της συγκεκριμένης διάταξης, με τη συνδικαλιστική παράταξη της ΝΔ (ΔΑΚΕ) να υπερψηφίζει αυτές τις προτάσεις και στελέχη της να αρθρογραφούν κατά της δημιουργίας «εκπαιδευτικών δύο ταχυτήτων». Ο μόνος φορέας που τάχθηκε υπέρ της αλλαγής ήταν ο Σύνδεσμος Ιδιωτικών Σχολείων, όπως ήταν αναμενόμενο, αφού ούτως ή άλλως αρκετές διατάξεις του νομοσχεδίου υποδαυλίζουν τη δημόσια εκπαίδευση, καλλιεργώντας την πελατεία της ιδιωτικής.
«Άκουσα τις δικαιολογίες του υπουργείου περί συμμόρφωσης με τις ευρωπαϊκές οδηγίες. Ακούσαμε για αντιδράσεις της Κομισιόν. Τι ακριβώς λέει η Κομισιόν; Πού είναι το έγγραφό της; Γιατί δεν το καταθέτετε; Κάνατε διάλογο μαζί της; Μήπως εσείς υποκινήσατε τυχόν αντιδράσεις; Γιατί σπεύδετε τώρα με αυτή τη διάταξη να ικανοποιήσετε τις ορέξεις των ιδιοκτητών κολεγίων και τα ιδιωτικά συμφέροντα; Έχετε αναλάβει δεσμεύσεις;», κάλεσε προς απάντηση την υπουργό ο Νίκος Φίλης, τομεάρχης Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ, ζητώντας την απόσυρση της διάταξης.

Τιμωρητικές διατάξεις για τους εκπαιδευτικούς



Πέραν αυτού του μείζονος ζητήματος, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει κι άλλες προβληματικές διατάξεις, όπως η «ποινή» απαγόρευσης συμμετοχής σε διορισμούς για 2 χρόνια όσων εκπαιδευτικών δεν αναλάβουν υπηρεσία κατά τον πρώτο τους διορισμό, χωρίς να εξετάζεται καθόλου ο λόγος αυτής της άρνησης.
Η άρνηση των εκπαιδευτικών τις περισσότερες φορές οφείλεται σε αντικειμενικά κωλύματα, όπως η αδυναμία εύρεσης στέγης είτε λόγω υψηλών ενοικίων, είτε λόγω έλλειψης προσφοράς ενοικιαζόμενων σπιτιών, ιδίως στις τουριστικές περιοχές. Θυμόμαστε, για παράδειγμα, τα δημοσιεύματα για τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς στα νησιά, που, λόγω πληρότητας καταλυμάτων και σπιτιών, είχαν βρεθεί ακόμα και στο σημείο να κάνουν κάμπινγκ τους πρώτους μήνες της σχολικής χρονιάς. Επιπρόσθετα, όπως περιγράφεται από το Θεόδωρο Μαλαγάρη, το κόστος ζωής σε κάποιες περιοχές είναι δυσανάλογα υψηλό και οι μισθοί των εκπαιδευτικών, ειδικά των νεοδιόριστων, είναι αρκετά χαμηλοί. Ακόμα και η δυνατότητα μετακίνησης των εκπαιδευτικών, προκειμένου να μπορούν να επισκέπτονται την οικογένειά τους μετά το διορισμό τους σε άλλη περιοχή, είναι πολύ δύσκολη, καθώς τα εισιτήρια είναι ακριβά, ενώ πρόσφατα καταργήθηκε και το μεταφορικό ισοδύναμο για τους εκπαιδευτικούς των νησιωτικών περιοχών.
«Διαφωνούμε με αυτή την τιμωρητική διάταξη, που πιστεύουμε ότι στο άμεσο μέλλον θα επεκταθεί και στις προσλήψεις αναπληρωτών. Για εμάς το ζήτημα δεν είναι να τιμωρήσουμε αυτούς τους εκπαιδευτικούς, αλλά να τους παρασχεθούν κίνητρα, όπως για παράδειγμα επιδότηση ενοικίου, ώστε να μπορούν πολύ πιο εύκολα και αποτελεσματικά να τελέσουν το έργο τους», σημειώνει ο αντιπρόεδρος της ΟΛΜΕ.
Άλλες μικρές νάρκες του νομοσχεδίου για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση αποτελούν επίσης οι διευρυμένες δυνατότητες που δίνονται στις καλλιτεχνικές και μουσικές επιτροπές, βάσει των οποίων πια θα έχουν λόγο πέραν των προγραμμάτων, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα, και για τα εργασιακά ζητήματα των εκπαιδευτικών, τις αποσπάσεις, τοποθετήσεις κτλ. «Είμαστε αντίθετοι με αυτή την αλλαγή, καθώς αυτές οι επιτροπές έχουν μια μεγάλη προϊστορία αδιαφάνειας. Το ζήτημα πρέπει να παραμείνει ως έχει και οι υπηρεσιακές μεταβολές να καθορίζονται απευθείας από το κεντρικό υπηρεσιακό συμβούλιο, όπως συμβαίνει για όλους τους εκπαιδευτικούς», σύμφωνα με τον ίδιο.
Αντίστοιχα, τη μη μεταβολή του υπάρχοντος πλαισίου ζητάνε και για τη διάταξη που ορίζει πως πια οι εκπαιδευτικοί πολύτεκνων οικογενειών, πέραν της προτεραιότητας που έχουν για τις μεταθέσεις, θα έχουν και στην τοποθέτησή τους. «Η ενίσχυση των πολύτεκνων οικογενειών είναι απολύτως αναγκαία, αλλά αυτό το μέτρο δεν τους προσφέρει πραγματικά κάτι, απλά δημιουργεί διακρίσεις μεταξύ των εκπαιδευτικών. Η στήριξη των πολύτεκνων θα πρέπει να γίνει με ουσιαστικά εφόδια, με αύξηση των επιδομάτων και των υπηρεσιών, ώστε να μπορούν να συντηρήσουν την οικογένειά τους», σημειώνει ο Θεόδωρος Μαλάγαρης.
Συμπληρώνοντας δε πως «αυτά είναι τα σημαντικά ζητήματα του νομοσχεδίου και όχι η αλλαγή για την αργία των Τριών Ιεραρχών. Αυτό είναι ζήτημα δευτερευούσης σημασίας, που παίζει μόνο έναν αποπροσανατολιστικό ρόλο από τα προβληματικά σημεία, που υπονομεύουν τη δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση. Προφανώς, η κατάργηση της αργίας και η προσαύξηση 3-4 διδακτικών ωρών στο ετήσιο πρόγραμμα και οι θρησκευτικές εκδηλώσεις δεν συμβάλλουν σε τίποτα στη μάθηση των παιδιών».

Υποδαύλιση του πανεπιστημιακού αυτοδιοίκητου

Αντίστοιχα, σημαντικά προβλήματα φέρνει το νομοσχέδιο και σε ό,τι αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το υπουργείο Παιδείας προχωρά στην κατάργηση της Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ) και στην αντικατάστασή της από την Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ).
«Όσο καλοπροαίρετα και να δούμε τη νέα Αρχή, στην ουσία δεν έχει κάποια διαφορά από την ΑΔΙΠ. Ο λόγος της αλλαγής φαίνεται να είναι ότι επειδή το υπουργείο δεν μπορεί να ελέγξει με τον τρόπο που θέλει την παλιά Αρχή και επειδή δεν του αρέσουν κάποια πρόσωπα του Συμβουλίου της, προχωρά στην κατάργησή της», σχολιάζει σχετικά η Λίλιαν Αντωνίου από την ΠΟΣΔΕΠ.
Για την ακρίβεια, όπως εξηγεί η ίδια, οι διαφορές που εντοπίζονται έχουν αρνητικό πρόσημο, καθώς ο πρόεδρος της ΕΘΑΑΕ, αντί να διορίζεται μέσω ανοιχτών και διαφανών διαδικασιών, θα επιλέγεται απευθείας από το υπουργικό συμβούλιο και έπειτα θα επιλέγει ο ίδιος τα υπόλοιπα πρόσωπα. Ταυτόχρονα, θα συγκεντρώνει στα χέρια του ευρείες εξουσίες, καθώς θα είναι πρόεδρος και του Ανωτάτου Συμβουλίου και του Συμβουλίου Αξιολόγησης. «Είναι απαράδεκτο οι πρόεδροι της νέας αρχής να μην βγαίνουν από ανοιχτές προκηρύξεις και να μη γίνεται η κρίση βάσει των προσόντων τους. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να έχουμε ισονομία και μόνο έτσι θα μπορέσει να λειτουργήσει και η Αρχή, αλλιώς ο καθένας θα μπορεί να αμφισβητήσει τις αρμοδιότητές της και τις αποφάσεις της».
Πέραν από τις εξουσίες του προέδρου, βάσει του νομοσχεδίου αποδίδονται αυξημένες αρμοδιότητες και εν γένει στη νέα αρχή, καθώς θα μπορεί να παρεμβαίνει, για παράδειγμα, ακόμα και στα προγράμματα σπουδών των πανεπιστημίων. «Οι αρμοδιότητες της ΕΘΑΕΕ είναι τόσο ευρείες που ακόμα και με αλλαγή κυβέρνησης, η εκάστοτε νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας δεν θα μπορεί να ασκήσει τη δικής της πολιτική για την εκπαίδευση. Ταυτόχρονα υπονομεύεται βέβαια και το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων», εξηγεί η Λίλιαν Αντωνίου.
Σημειώνει δε πως με την ξαφνική κατάργηση της ΑΔΙΠ είναι πολύ πιθανό να δημιουργηθούν και προβλήματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς εκκρεμεί η αξιολόγηση των πεπραγμένων της για τον τελευταίο χρόνο από την ευρωπαϊκή αρχή, με αποτέλεσμα να μην αναδειχθεί και το έργο της ΑΔΙΠ, «για το οποίο, μετά τη δημοσίευση του απολογισμού της, το υπουργείο Παιδείας δεν μπήκε στη διαδικασία να κάνει έστω ένα σχόλιο, δείχνοντας ότι δεν το ενδιαφέρει να κρατήσει ούτε τα προσχήματα πια».

Μείωση της χρηματοδότησης

Ο ρόλος που πρόκειται να διαδραματίσει στην ουσία η ΕΘΑΕΕ, ήδη μπορεί εύκολα να εντοπιστεί από τις διατάξεις του νομοσχεδίου, καθώς θα αποφασίζει για την παροχή ή όχι του 20% της κρατικής χρηματοδότησης. Μέχρι τώρα το 100% της χρηματοδότησης δινόταν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, δηλαδή τον αριθμό φοιτητών ανά ίδρυμα, το εκτιμώμενο κόστος σπουδών ανά φοιτητή, τη διάρκεια σπουδών και το μέγεθος του ιδρύματος. Με το νομοσχέδιο ορίζεται πως βάσει αυτών των κριτηρίων θα δίνεται πια μόνο το 80%. Το υπόλοιπο 20% θα εξαρτάται από την αναλογία αποφοίτων και νεοεισερχομένων φοιτητών, την επαγγελματική απορρόφηση των αποφοίτων, την ερευνητική δραστηριότητα κάθε καθηγητή και τη σύνδεση των πανεπιστημίων με ιδρύματα του εξωτερικού.
Κριτήρια που δείχνουν ότι η υπουργός δεν έχει καμία επαφή με την πραγματικότητα των πανεπιστημίων, όπως σημειώνει το μέλος της ΠΟΣΔΕΠ, αφού «η αξιολόγηση των πανεπιστημίων βάσει αυτών θα οδηγήσει σε μεγάλα προβλήματα. Έχουμε δει δυστυχώς τέτοια αρνητικά παραδείγματα από πανεπιστήμια του εξωτερικού, όπου όταν έθεσαν ως κριτήριο την αναλογία εισερχόμενων φοιτητών και αποφοίτων, ασκήθηκε μεγάλη πίεση στους καθηγητές να περνούν όλους τους φοιτητές στα μαθήματα, ανεξαρτήτως της απόδοσής τους. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι κάτι τέτοιο υποβαθμίζει την ακαδημαϊκή διαδικασία και ποιότητα».
Επίσης, όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα, όπως σημειώνει η φοιτητική παράταξη «Μπλόκο» σε ανακοίνωσή της, το υπουργείο Παιδείας «επιχειρεί να παρέχει οικονομικά κίνητρα στα ΑΕΙ, για να προχωρήσουν σε διαγραφές φοιτητών. Χρησιμοποιεί, δηλαδή, οικονομικά μέσα πίεσης προς τα ιδρύματα, για να επιβάλλει τη θέσπιση ορίων φοίτησης και τη διαγραφή φοιτητών-τριών. Να επιβάλει από τα πάνω κατασταλτικά μέτρα πειθάρχησης της νεολαίας και εντατικοποίησης των σπουδών».
Προφανώς δε όταν θέτει ως κριτήριο την επαγγελματική απορρόφηση των αποφοίτων σε μια χώρα που η ανεργία είναι υψηλή και οι πληγές της κρίσης ακόμα ορατές, είναι σχεδόν σίγουρο πως τα περισσότερα ιδρύματα δεν πρόκειται να λάβουν το 20%.
Παράλληλα, και η αξιολόγηση της ερευνητικής δραστηριότητας των καθηγητών δεν λαμβάνει υπόψη αντικειμενικά κωλύματα, αφού «όταν δεν γίνονταν προσλήψεις καθηγητών εδώ και χρόνια, στα πανεπιστήμια έχουν δημιουργηθεί τεράστια προβλήματα. Όταν τα περισσότερα τμήματα είναι υποστελεχωμένα και οι υπάρχοντες καθηγητές αφιερώνουν όλο το χρόνο τους στη διδασκαλία, πώς αναμένεται να περάσουν τα κριτήρια της αξιολόγησης για δημοσιεύσεις, εκδόσεις, επιτεύγματα κτλ;», τονίζει η Λίλιαν Αντωνίου.
Σημειώνεται δε πως το νομοσχέδιο προβλέπει πως αν ένα πανεπιστήμιο δεν λάβει το 20% της χρηματοδότησης, το ποσό αυτό θα δοθεί έξτρα σε άλλο πανεπιστήμιο που θα έχει περάσει τα κριτήρια, οδηγώντας έτσι αντί στη συνεργασία των ιδρυμάτων και στη διεπιστημονικότητα, στον άκρατο ανταγωνισμό μεταξύ τους.
«Με το μέτρο αυτό αντί να ενισχύονται τα πανεπιστήμια που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα προβλήματα, ώστε να βελτιωθούν, ίσα-ίσα που θα εγκλωβίζονται εσαεί σε αυτή την κατάσταση. Πρόκειται για μια λαθροχειρία της κρατικής χρηματοδότησης από το υπουργείο Παιδείας, μεταθέτοντας κιόλας τις ευθύνες στα ιδρύματα. Θα οδηγηθούμε με μαθηματική ακρίβεια στη διάλυση των πανεπιστημίων, προκειμένου να περάσουν έμμεσα το σχέδιο ιδιωτικοποίησής τους, επειδή δεν μπορούν να το κάνουν συνταγματικά», υπογραμμίζει η Λίλιαν Αντωνίου.

Αναστολή πανεπιστημιακών τμημάτων

Η πρόγευση αυτού του στόχου της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας δίνεται, άλλωστε, σε άλλη διάταξη του νομοσχεδίου, βάσει της οποίας αναστέλλεται η λειτουργία των 37 νέων πανεπιστημιακών τμημάτων. «Στην πραγματικότητα, και με την αλλαγή της ΑΔΙΠ, το υπουργείο σκοπεύει να καταργήσει τα νέα τμήματα, στην ίδρυση των οποίων η ΝΔ ήταν αντίθετη απ’ όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Παρά τα λεγόμενα της υπουργού, τα τμήματα αυτά είναι έτοιμα να λειτουργήσουν, είχαν ήδη καταθέσει προγράμματα σπουδών, που έχουν γίνει δεκτά. Κάποια τμήματα, μάλιστα, είχαν ήδη ξεκινήσει από φέτος και γι’ αυτό το υπουργείο αναγκάστηκε τελευταία στιγμή να αλλάξει τη διάταξη και να τα εξαιρέσει».
Την αναστολή λειτουργίας των τμημάτων καταγγέλλει στην ανακοίνωσή του και το «Μπλόκο», ζητώντας την απόσυρση του νομοσχεδίου και καλώντας «όλους τους φοιτητές και τις φοιτήτριες, καθώς και τα κομμάτια της ακαδημαϊκής κοινότητας, που πλήττονται από την επίθεση της κυβέρνησης, να οργανώσουμε από κοινού τον αγώνα μας μέσα από μαζικές συλλογικές διαδικασίες, προκειμένου να σταματήσουμε την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση και την υποβάθμιση των σπουδών και της ζωής μας».

Χορηγία σκάνδαλο



Την ίδια ώρα που το υπουργείο Παιδείας μειώνει τη χρηματοδότηση των δημόσιων πανεπιστημίων, η κυβέρνηση αποφάσισε την περασμένη εβδομάδα την επιχορήγηση με δύο εκατομμύρια ευρώ της εκκλησιαστικής ακαδημίας της αρχιεπισκοπής Αμερικής στη Βοστώνη.
«Δύο εκατ. ευρώ ήταν ακριβώς το κονδύλιο που είχε συμπεριληφθεί για τη λειτουργία των 65 Διετών Προγραμμάτων Σπουδών σε 14 Πανεπιστήμια για τους αποφοίτους των ΕΠΑΛ. Θα υπήρχε ελεύθερη εισαγωγή και τα παιδιά αυτά θα έπαιρναν επαγγελματικά πιστοποιητικά ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Σε αυτά θα σπούδαζαν κάθε χρόνο 1.500 νέοι, δηλαδή 3.000 τη διετία. Θα δίδασκαν κατά 30% μέλη ΔΕΠ Πανεπιστημίων και οι υπόλοιποι θα ήταν άτομα με εμπειρία στο συγκεκριμένο επαγγελματικό κλάδο. Τώρα τα λεφτά αυτά θα λαμβάνει η Θεολογική Σχολή Βοστώνης. Στη Σχολή σπουδάζουν 100 άτομα που πληρώνουν δίδακτρα, σε μία χώρα που υποτίθεται πως οι “οι πολίτες με ελληνική καταγωγή αγαπούν και φροντίζουν την πατρίδα”. Τα 65 Προγράμματα είχαν εγκριθεί από τις Συγκλήτους των αντίστοιχων Πανεπιστημίων και είχαν προταθεί μετά και από συνεννοήσεις με τοπικούς παραγωγικούς φορείς. Η κυβέρνηση τα ανέστειλε, με τη δικαιολογία ότι “δεν είχαν προετοιμαστεί με σωστό τρόπο”! Ανεπίσημα η αναστολή ήταν αποτέλεσμα πιέσεων από του Μαξίμου για εξοικονόμηση χρημάτων.
ΥΓ. Στο σάιτ του Κολλεγίου αναφέρεται ότι μόνον τα δίδακτρα είναι 21.940 δολάρια. Χώρια τα έξοδα διαβίωσης. Τόσο απλά και τόσο στενάχωρα», καυτηριάζει σε δημοσίευσή του την υποκριτική στάση της ΝΔ ο πρώην υπουργός Παιδείας Κώστας Γαβρόγλου.

 

Τζέλα Αλιπράντη
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet