Ποιοι αποφάσισαν, αμέσως, μετά τη λήξη του Γιούρογκρουπ την Πέμπτη, τη σύνοδο κορυφής, αύριο Δευτέρα; Ποιοι το επεδίωξαν αυτό; Είναι μια ειλικρινής, ύστατη ίσως, προσπάθεια να επιτευχθεί συμφωνία; Μια διάσκεψη όπου θα συζητηθούν νέες προτάσεις και των δύο πλευρών; Ή είναι ένα τελεσίγραφο από τη μεριά των δανειστών και τίποτε περισσότερο, το οποίο καλεί την ελληνική πλευρά να αποδεχθεί τις προ δεκαημέρου προτάσεις των θεσμών, διαφορετικά θα κηρυχθεί χρεοστάσιο;
Όσο και αν επιχειρήθηκε να εμφανισθεί και από τον αντικυβερνητικό ελληνικό Τύπο, ιδίως τον ηλεκτρονικό!– ως τελεσίγραφο προς την Ελλάδα, ως στρίμωγμα της ελληνικής πλευράς να φέρει νέες προτάσεις που θα ταυτίζονται μ’ αυτές των δανειστών, δύο πράγματα είναι εντελώς καθαρά.

Προς τι το στρίμωγμα;

Πρώτον, την παραπομπή του ελληνικού προβλήματος όσο είναι δυνατόν σε πιο υψηλό και πολιτικό επίπεδο την επεδίωκε σταθερά η ελληνική κυβέρνηση. Και τώρα το πέτυχε με τον πιο σαφή τρόπο: «Επιδιώξαμε οι τελικές διαπραγματεύσεις να γίνουν στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο της Ευρώπης κι εργαζόμαστε τώρα για την επιτυχία της Συνόδου αυτής», σημείωναν από το Μαξίμου με φανερή ικανοποίηση.
Δεύτερον, το λεγόμενο τελεσίγραφο, που έχει σταλεί προς την Ελλάδα, πολλές φορές, αποδείχτηκε ότι δεν είναι και τόσο τελεσίγραφο. Καταρχάς αποφασίστηκε μετά το αδιέξοδο του Γιούρογκρουπ της Πέμπτης και ενώ ο κ. Τουσκ, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, βέβαια, θέλησε με δηλώσεις του να το εμφανίσει ως ένα είδος τελεσίγραφου. Ήδη, όμως, η ίδια η κ. Μέρκελ σχολίασε, αποδραματοποιώντας το, ότι αν δεν είναι δυνατόν να υπάρξει την Δευτέρα συμφωνία θα θεωρηθεί διαβούλευση και οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν. Ήδη, διάφορα σενάρια έχουν πέσει στην πιάτσα και συζητιούνται.
Οι δανειστές είναι οι ίδιοι αμήχανοι μπροστά στα τελεσίγραφά τους, και ακόμη χειρότερο διαφωνούντες. Γι’ αυτό και δεν τα υλοποιούν καιρό τώρα που τα εκπέμπουν. Αυτό, ασφαλώς, δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος ατυχήματος, που θα βλάψει και την
Ελλάδα και την Ευρώπη, έχει εκλείψει. Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Γ. Βαρουφάκης «βρισκόμαστε επικίνδυνα κοντά σε νοοτροπία που αποδέχεται ένα ατύχημα». Αυτό είναι αλήθεια. Όμως, ταυτόχρονα υπάρχουν κι αυτοί, και είναι ισχυροί, που θέλουν λύση και διέξοδο. Που γνωρίζουν ότι όχι η Ελλάδα αλλά η Ευρώπη έχει πρόβλημα, και μάλιστα μείζον. Τελευταίο συμβάν των σ��νεπειών της νεοφιλελεύθερης και με έντονα ρατσιστικά στοιχεία πολιτικής της είναι η άνοδος των ακροδεξιών στην Δανία.

Συγκρατημένα αισιόδοξη

Έχει λόγους η ελληνική πλευρά, επομένως, να είναι συγκρατημένα αισιόδοξη. «Όσοι επενδύουν στην κρίση και σε σενάρια τρόμου θα διαψευστούν. Θα υπάρξει λύση στη βάση του σεβασμού των κανόνων της ΕΕ αλλά και της δημοκρατίας που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να επιστρέψει στην ανάπτυξη μέσα στο ευρώ», σχολίαζαν από το Μαξίμου. Σχετικά αισιόδοξος εμφανίστηκε και ο υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας, Πιερ Κάρλο Πάντοαν, δηλώνοντας στην ιταλική RAI: «Το γεγονός ότι συγκαλείται έκτακτη σύνοδος κορυφής της ΕΕ για την Ελλάδα είναι ένα θετικό μήνυμα ότι υπάρχει ισχυρή πολιτική βούληση για να βρεθεί μια λύση».
Ωστόσο, οι δανειστές έχουν πολιτικά σχέδια. Παρακολουθούν τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και παρεμβαίνουν πολύ συγκεκριμένα, προσπαθώντας να φθείρουν την αξιοπιστία της κυβέρνησης και το κύρος του πρωθυπουργού. Να διαμορφώσουν ένα ρήγμα μεταξύ κυβέρνησης και ελλήνων πολιτών.
Έχουν προφανώς αντιληφθεί ότι η στάση της ελληνικής κυβέρνησης μετά την αποτυχία των συζητήσεων των Βρυξελλών και την προκλητικότητα των προτάσεων των θεσμών που κατέθεσε ο κ. Γιούνκερ έχει σκληρύνει και μάλιστα αυτή τη μετατόπιση — με τον πιο σαφή τρόπο ο ίδιος ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, όταν σημείωσε ότι η ελληνική πλευρά, όπως εργάζεται ειλικρινά για μια συμφωνία αμοιβαία επωφελή, το ίδιο είναι αποφασισμένη να πει αν χρειαστεί και το μεγάλο Όχι. Στην ομιλία του στη Μόσχα, επίσης, τοποθετήθηκε με την ίδια σταθερότητα.
«Θέλω να σας πω ότι η Ελλάδα δίνει μια σπουδαία και γενναία μάχη, αυτές τις ημέρες και τους τελευταίους μήνες. Έχει περάσει και περνάει ακόμη μια μεγάλη οικονομική κρίση και μεγάλες δυσκολίες. Αλλά, εσείς γνωρίζετε πολύ καλά από δυσκολίες, τις οποίες ξεπεράσατε και καταφέρατε να σταθείτε στα πόδια σας», τόνισε για τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τους δανειστές που είναι σε εξέλιξη.
«Βρισκόμαστε εν μέσω φουρτούνας, αλλά είμαστε λαός της θάλασσας και δεν φοβόμαστε να ανοιχτούμε σε καινούργιες θάλασσες για να φτάσουμε σε νέα και ασφαλή λιμάνια», κατέληξε.
Γι’ αυτό επεξεργάζονται και υλοποιούν ένα σχέδιο φθοράς. Πολύ χαρακτηριστική είναι η αναφορά της κ. Λαγκάρντ, που έσπευσε να πει: «Το επείγον, κατά την άποψή μου, είναι να αποκαταστήσουμε το διάλογο ως ενήλικες στην αίθουσα». Επίσης, η αναφορά του κ. Ντάισελμπλουμ: «Μόνο αν οι Έλληνες καταλήξουν σε μια νέα και σοβαρή πρόταση, θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε νέα συμφωνία, αλλά προς το παρόν είμαστε μακριά απ’ αυτό».
Στο ίδιο μήκος κινήθηκαν και οι δηλώσεις κατά τις τελευταίες μέρες του ίδιου του κ. Γιούνκερ. Αλλά όλους τους ξεπέρασαν σε εμπάθεια και δηλητηριώδη βέλη οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες!

Μένουμε Μνημόνιο

Το μεγάλο πρόβλημα των μνημονιακών δυνάμεων,  και των έξω  από τη χώρα αλλά και των μέσα, είναι ότι δεν διαθέτουν μία πολιτική δύναμη στην οποία μπορούν να επενδύσουν, συγκεντρώνοντας όλη τη φθορά που μπορεί να προκαλείται στην κυβέρνηση. Για το Ποτάμι δεν μπορεί να μιλάει πια κανείς στα σοβαρά. Μένει μόνο η ΝΔ, η οποία όμως έχει σημαντικά προβλήματα ενότητας, συσπείρωσης και, πάνω από όλα, γραμμής. Η ταύτισή της με τις θέσεις των δανειστών την έχει βλάψει αποφασιστικά, όπως φαίνεται και σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Γι’ αυτό επιχειρεί να εμφανιστεί ως η εγγύηση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας έναντι μιας κυβέρνησης που με τη γραμμή της  την οδηγεί εκτός. Η συγκέντρωση της Πέμπτης στο Σύνταγμα – που θα επαναληφθεί αύριο Δευτέρα – ήταν μια πρώτη προσπάθεια παρουσίας και σε επίπεδο κινητοποιήσεων. Η συνάντηση του κ. Σαμαρά με τον πρώην πρωθυπουργό κ. Σημίτη είναι επίσης μια ενίσχυση της πρωτοβουλίας που αναφέραμε. Η ΝΔ, όπως φαίνεται, θα επιδιώξει να συγκροτήσει το λεγόμενο «ευρωπαϊκό μέτωπο». Ήταν ένα σχέδιο από παλιά, που δεν μπόρεσε να υλοποιήσει.
Ουσιαστικά, ποντάρει στην αποτυχία της κυβέρνησης να καταλήξει η διαπραγμάτευση σε μια καλή συμφωνία. Όμως, αυτόματα, κάτι τέτοιο τη φέρνει ξανά στο στρατόπεδο των δανειστών. Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να υποτιμούμε το παραπάνω σχέδιο.

Άθλια παιχνίδια με τις τράπεζες

Εφόσον τα σενάρια που υπήρχαν, για να υποχρεωθεί η ελληνική κυβέρνηση να δεχθεί τις απαράδεκτες προτάσεις των δανειστών, το ένα μετά το άλλο, διαψεύστηκαν, επιστρατεύτηκε η κινδυνολογία με ειδικό στόχο τις τράπεζες. Η συμμαχία είναι πολύ ευρεία. Τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης δεν θα μπορούσαν να λείπουν με επικεφαλής τα, αδιάντροπα, πια «Νέα» στον έντυπο Τύπο, το αφερέγγυο και βάναυσο Mega στον ηλεκτρονικό. Καθημερινά με σχόλια και κινδυνολογικά ρεπορτάζ, έμμεσα και άμεσα, επιδιώκουν να δημιουργηθεί ένα κλίμα αβεβαιότητας, γενικευμένης. Τον ίδιο δρόμο ακολουθούσε και ο ξένος Τύπος. Οι ελληνικές τράπεζες στο χείλος της κατάρρευσης» ήταν το πρωτοσέλιδο της Παρασκευής των «Times», «Φόβοι για τις τράπεζες καθώς οι διαπραγματεύσεις καταρρέουν» έγραφε ο «Guardian».
Προφανώς, τον φόβο των καταθετών τροφοδοτούσε και η γενική κινδυνολογία της ΝΔ και η συνεχής ανακίνηση του ενδεχόμενου ατυχήματος και Grexit. Η ηγεσία της ΝΔ επέλεγε όλη αυτή την περίοδο, για να σταθεροποιηθεί η ίδια, την αποσταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας.
Το αποκορύφωμα, όμως, καταγράφηκε στο Γιούρογκρουπ της Πέμπτης. Δεν είχε ακόμη, σχεδόν, τελειώσει, και μια διαρροή έφτανε στο Reuters, που ανέφερε ότι σε ερώτηση υπουργού Οικονομικών προς το μέλος του ΔΣ της ΕΚΤ. κ. Μπενουά Κερέ για το αν θα ανοίξουν οι τράπεζες τη Δευτέρα, απάντησε ότι δεν το γνωρίζει! Ενωρίτερα, ο ίδιος ο Μάριο Ντράγκι, της ΕΚΤ, είχε μιλήσει για μια «τρομερή πίεση που υπάρχει στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα». Η εντελώς προβληματική, για άλλη μια φορά, τοποθέτηση του  Γ. Στουρνάρα,  για την ελληνική οικονομία,  πρόσθεσε ακόμη ένα βαθμό αβεβαιότητας.
Η ανησυχία στην κυβέρνηση ήταν φανερή και δικαιολογημένη. Ο υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης διέψευσε, με μια οργισμένη δήλωση, τη διαρροή στο Reuters, ενώ ένα non paper του Μαξίμου μιλούσε για την ύπαρξη ενός «σχεδίου άσκοπης και τεχνητής φυγής κεφαλαίων, με στόχο την πρόκληση αναταραχών και οικονομικής αποσταθεροποίησης». Η επίσκεψη του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Ευκλείδη Τσακαλώτου στην Τράπεζα της Ελλάδος υποχρέωνε τον διοικητή της να «επιβεβαιώσει τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος που διασφαλίζεται πλήρως από τις κοινές δράσεις τόσο της Τράπεζας της Ελλάδος όσο και της ΕΚΤ».
Η απόφαση, τελικά, της ΕΚΤ για έκτακτη παροχή ρευστότητας 3,3 δισ. ευρώ την Παρασκευή, ενόψει της σημαντικής διάσκεψης κορυφής της Δευτέρας, έβαλε ένα σοβαρό φρένο στην αβεβαιότητα και, ως ένα βαθμό, εξουδετέρωσε την κινδυνολογία. Αλλά οι πάσης φύσεως αντίπαλοι της ελληνικής κυβέρνησης, εγχώριοι και εξωχώριοι, δεν θα αφήσουν εύκολα το πιο εύκολο, όσο και άθλιο, όπλο που διαθέτουν.  Οι ίδιοι οι πολίτες, μόνο,  μπορούν να αφοπλίσουν τους δολιοφθορείς.



Παύλος Κλαυδιανός
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet