Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών και κηδεύτηκε την Πέμπτη στην Αίγινα, υπήρξε από τις σημαντικότερες ποιητικές φωνές των τελευταίων δεκαετιών, που διακρίθηκε τόσο για το βαθύ αίσθημα που εξέπεμπε όσο και για την ευθυβολία της έκφρασής της. Ένα στοιχείο που επίσης τη διέκρινε ήταν ότι δεν υπήρξε μόνο φωνή της γενιάς της, αλλά και αγαπημένη πολλών γενεών, ιδιαίτερα δε της νεότερης. Γι’ αυτό και η «Εποχή» ζήτησε από δύο νέες, βραβευμένες ποιήτριες που τη θαύμασαν και τη γνώρισαν από κοντά, τη Δανάη Σιώζιου και την Παυλίνα Μάρβιν, να δώσουν τη δική τους πρόσληψη για την ποίηση και την προσωπικότητά της. Η Δανάη Σιώζιου το έκανε με τη μορφή αναλυτικού κειμένου, η Παυλίνα Μάρβιν με τη μορφή ποιήματος – ακροστιχίδας που σχηματίζει το ονοματεπώνυμο της ποιήτριας. Επίσης ένας ακόμα ποιητής της νεότερης γενιάς, ο Γιάννης Στίγκας, μας παραχώρησε ευγενικά ένα ποίημα του αφιερωμένο στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, πρωτοδημοσιευμένο προ δεκαετίας.

Επιμέλεια: Μανώλης Πιμπλής

 

Το σώμα, η νίκη και η ήττα των ονείρων


«μέζαι δὲ
νύκηες, παρὰ δ’ ἔρτεθ’ ὥρα· ἐγὼ δὲ μόνα
καθεύδω.»
Σαπφώ

«Το σώμα μου έγινε η αρχή
ενός ταξιδιού»
Κ.Α.Ρ.

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ δημιούργησε ένα ποιητικό σύμπαν το οποίο παρακολουθεί τη λειτουργία της αναπνοής: η ποιήτρια αποτυπώνει το συναίσθημα για το κάθε μικρό ή μεγάλο ερέθισμα με εσωτερικό ρυθμό και προφορικότητα που καθιστά το σώμα της ποίησής της εξόχως αφηγηματικό. Η συγκεντρωτική έκδοση της ποίησης της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ περιλαμβάνει περίπου τετρακόσια ποιήματα. Το πρώτο της ποίημα δημοσιεύτηκε σε ηλικία 17 ετών και γνωρίζουμε ότι η ίδια δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει ποιήματα. Γνωρίζουμε επίσης ότι έγραφε ποιήματα από πολύ μικρή ηλικία και ότι η αντίληψη και η πρόσληψη του κόσμου ήταν ποιητική: «Μόλις ξημέρωνε το ’σκαγα απ’ το κρεβάτι, τη νυχτικιά μου έσερνα σε χόρτα, ποτιστάδες, ο κήπος μου φαινότανε απέραντη εξουσία, κι οι κότες πρόσωπα σημαντικά, προσηλωμένα να τσιμπάνε… Δεν ήξερα ώρες μες στο θέρος· αιωνιότητα το χωράφι, το μαγκάνι γύριζε στον άπειρο χρόνο, βουτούσα στα σανά, χωνόμουνα, κυλιόμουνα ανάμεσα στα πόδια του αλόγου· όλες οι χαρές τελείωναν στη θάλασσα κι εκεί αρχίζαν άλλες.»
Η πρώτη της συλλογή Λύκοι και σύννεφα (1963) μας δίνει ήδη τις βασικές θεματικές που θα την απασχολήσουν: η πείνα του σώματος, όμοια με την πείνα των λύκων από τη μια, η μοναξιά, η φθορά του σώματος, ο θάνατος και η πνευματικότητα από την άλλη. Πού πηγαίνουν το σώμα και ο νους όταν κανείς ερωτεύεται, όταν λυπάται, όταν πονά; Το πάσχων σώμα και το σώμα που ποθεί είναι ο ιερός τόπος όπου η ψυχή καλλιεργεί τους κήπους της. Από τους κήπους της παιδικής ηλικίας στους κήπους του έρωτα ως τους κήπους της απελπισίας, της νόσου και των γηρατειών η Κ.Α.Ρ. περιγράφει τη φύση και γίνεται η ίδια φύση. Μη φοβάσαι, δες «τι ωραίος που ήταν ο έρωτας», μοιάζει να λέει στους αναγνώστες και στον εαυτό της, και γίνεται ένας μάγος που μας ξεγελά για να ξεγελαστεί ο ίδιος.
Το σώμα, μας λέει η ποιήτρια, είναι η νίκη και η ήττα των ονείρων: «Όταν το σώμα κερδίζει τον τόπο του/ με θάνατο/ στην πλατεία/ σαν λύκος με ρύγχος καυτό/ ουρλιάζει το «θέλω»/ «δεν αντέχω»/ «φοβερίζω - ανατρέπω»/ «πεινάει το μωρό μου» και μοιάζει να υπερασπίζεται το λύκο-σώμα. Για την υπεράσπιση του λύκου σώματος, της ποίησης και των κήπων η ποιήτρια μας χαρίζει μία ποίηση που συνομιλεί με την ποίηση της εποχής της, την ποίηση του Καβάφη, το δημοτικό τραγούδι, αλλά και με αναφορές στην αγγλόφωνη και ρωσική μοντερνιστική παράδοση, χαρίζοντάς μας, πέρα από ποιήματα, σημαντικές μεταφράσεις. Η φιλοσοφική διάσταση της ποίησής της, η στοχαστικότητα και η καλλιέργεια της διάνοιας αποτελούν επίσης τις βάσεις πάνω στις οποίες η ποιήτρια θα χτίσει τη φανταστική χώρα της Λυπιούς (1995): « Έναν τόπο επινόησα/ για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,/ λυπημένη ώς τους άλιωτους πάγους μέσα μου,/ ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,/ ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές». Παραμύθι και παρηγορία, γλώσσα και φαντασία μας αποκαλύπτουν το εύρος και το βάθος της ποιητικής της δύναμης.
Η Κ.Α.Ρ. καλλιεργεί προς το τέλος της πορείας της έναν κήπο στον αιθέρα: «πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις/ τα πετάω./ Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙/ να φεύγουν τα περιττά λέω/ να μπω στον ουρανό τού τίποτα/ με ελάχιστα.» (Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα, 2005). Τη θέση των λουλουδιών παίρνουν οι φαντασιώσεις: «μόνο με τις φαντασιώσεις μου/ μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.» Μαγεία, τρόπος και τόπος να υπάρχεις και να ζεις, η ποίηση της Κ.Α.Ρ. βαθιά, ρυθμική, στοχαστική, τολμηρή, επαναστατική και πολιτική, μας θυμίζει ότι η ποίηση είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου και της ελευθερίας του.
Η Κ.Α.Ρ., ποιήτρια «με μεγάλη έφεση για ουρανό», έγραφε όπως ανέπνεε. Ίσως να υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, αυτός όμως ήταν ο δικός της. Την ευχαριστούμε.

Δανάη Σιώζιου

* H Δανάη Σιώζιου είναι ποιήτρια. Η πρώτη της ποιητική συλλογή «Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια» (Αντίποδες, 2016), τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων και με Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα (εξ ημισείας με το «Κήτος» της Ούρσουλας Φωσκόλου).

 

Στη Λυπιού όσο-όσο αγόρασα ένα σπίτι


Κόβω εισιτήριο και βιάζομαι και επιβιβάζομαι σ’ ένα πτεροφόρο που με μεταφέρει στη Λυπιού αμέσως

Αγοράζω εδώ και τώρα ένα σπίτι στη χώρα, κι άλλοι αγοράζουν, κι ο καθένας μας πληρώνει στο νόμισμα της λύπης του, κι εσύ τα δέχεσαι όλα, και χωρίς να χρυσώνεις το χάπι, μας πείθεις πως είναι σπάνια τα νομίσματα, και μοιράζεις στον κόσμο σπίτια που ξέρουν από εποχές

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια να ‘ναι ωραία αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει

Είπες, και συνέχισες να ράβεις ποιήματα μαξιλάρια

Ρωτώντας την κάθε λύπη σε ποιον ύπνο θέλει να ριχτεί

Ίσως εγώ να μείνω ξύπνια απόψε, σου γνέφω από απέναντι με τις πιτζάμες μου

Να μπω στον ουρανό του τίποτα μ’ ελάχιστα

Ανάβεις τα φώτα σου, να μου θυμίσεις να μην ξεχάσω το σώμα μου

 

Από τότε που μου ‘δειξες την αξία της λύπης

Γελάω και κλαίω με την καρδιά μου

Γεμίζοντας μαξιλάρια με ζάχαρη που μάζεψα από όσους εννοούσαν την ευχή

Εδώ στην Λυπιού

Λατρεύεται ο έρωτας - θάνατος

Άλματα πρωτίστως διδάσκονται

Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό κρεβάτι

Η  πιο ξεκούραστη γυναίκα, εσύ ανάμεσά μας

  

Ρωτώντας τι έμεινε πίσω

Ο, τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα

Ύστερα βαδίζεις προς τον ποταμό Λύπιο

Και βλέπεις ποια εικόνα τ’ άφθαρτα νερά έχουν για τη χλόη

Παυλίνα Μάρβιν

* Οι στίχοι με πλάγιους χαρακτήρες προέρχονται από τα ποιήματα της Κατερίνας  Αγγελάκη - Ρουκ  «Ένα απλό κρεβάτι», «Ποιητικό Υστερόγραφο», «Λυπιού», «Ρευστή και η Μοίρα», «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα».
Η Παυλίνα Μάρβιν είναι ποιήτρια. Η πρώτη της ποιητική συλλογή «Ιστορίες απ’ όλον τον κόσμο μου» (Κίχλη, 2017) τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων.

 

Οπλισμένο με τρυφερότητα


για την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ


Γεμάτο πούπουλα
το στήθος της
ο ίσκιος της
και το βαθύ της χέρι


γιατί από πολύ μικρή
παίζει το μ’ αγαπά
δεν μ’ αγαπά
με το φτέρωμα των αγγέλων


Δεν το κάνει για την απάντηση


το κάνει για να μη φύγουν


Γιάννης Στίγκας

* Ο Γιάννης Στίγκας είναι ποιητής. Έχει δημοσιεύσει έξι ποιητικές συλλογές από το 2004. Το ποίημα είναι από τη συλλογή «Ισόπαλο Τραύμα», εκδόσεις Κέδρος.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet