Συνέντευξη με την Δανάη Κολτσίδα, διευθύντρια του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς


 

 

Συμβαίνει συχνά
το κόμμα που αλλάζει
με άμεσες στοχεύσεις
το εκλογικό σύστημα,
να πέφτει στην παγίδα
που στήνει το ίδιο


 

 

Τη συνέντευξη πήρε ο Πέτρος Ζούνης

Αυτές τις μέρες ψηφίζεται ο νέος εκλογικός νόμος. Μια ιστορική αναδρομή δείχνει ότι οι κυβερνήσεις, που ψήφισαν εκλογικούς νόμους στα μέτρα τους, έπεσαν από τους δικούς τους εκλογικούς νόμους. Τελικά, το εκλογικό σύστημα που ισχύει κάθε φορά τι ρόλο παίζει στο πολιτικό, αλλά και στο κοινωνικό επίπεδο;
Η συζήτηση για το πώς επιδρά το εκλογικό σύστημα στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο είναι κλασική στην πολιτική επιστήμη και αφορά κατά βάση δύο επίπεδα: Αφ’ ενός, το εκλογικό σύστημα είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει τις ψήφους σε κοινοβουλευτικές έδρες. Αφ’ ετέρου, επηρεάζει -ως ένα βαθμό- την εκλογική συμπεριφορά, αφού οι ψηφοφόροι έχουν υπ’ όψιν τους το εκλογικό σύστημα που ισχύει και επομένως κάνουν κάποιες φορές στρατηγικές επιλογές, στη λογική της «χρήσιμης ψήφου». Ωστόσο, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε δύο στοιχεία. Πρώτον, η επίδραση του εκλογικού νόμου δεν είναι τόσο απόλυτη. Δεν διαμορφώνει αυτός την εκλογική συμπεριφορά. Οι παράμετροι που προσδιορίζουν την ψήφο είναι ταξικές, γεωγραφικές, ιστορικές, μπορεί να σχετίζονται με την οικογενειακή παράδοση, με συγκεκριμένα διακυβεύματα κάθε φορά κ.ο.κ. Δεύτερον, η επίδραση του εκλογικού συστήματος δεν είναι αυτόματη. Είναι λάθος να θεωρούμε ότι αν μια χώρα έχει π.χ. ισχυρό δικομματισμό και ισχύσει σε μία εκλογική αναμέτρηση η απλή αναλογική, την άλλη μέρα το σύστημα αυτό θα μετατραπεί σε πολυκομματικό. Η επίδραση του εκλογικού συστήματος είναι μακροπρόθεσμη. Γι’ αυτό και όλα τα εμπειρικά δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας προέρχονται από χώρες όπου εφαρμόζεται σταθερά ένα εκλογικό σύστημα για ικανό αριθμό εκλογικών αναμετρήσεων. Στην Ελλάδα, αντίθετα, έχουμε μια πυκνότητα εκλογικών μεταρρυθμίσεων που ξεφεύγει από τον ευρωπαϊκό κανόνα. Μετά τη μεταπολίτευση, είχαμε δεκαοκτώ εκλογικές αναμετρήσεις με επτά εκλογικά συστήματα και αυτές τις μέρες ψηφίστηκε άλλο ένα, πριν προλάβει να εφαρμοστεί το προηγούμενο. Η επίδραση, λοιπόν, είναι υπαρκτή αλλά όχι με τους όρους που φαντάζεται το πολιτικό σύστημα. Γι’ αυτό και συμβαίνει συχνά το κόμμα που αλλάζει με άμεσες στοχεύσεις το εκλογικό σύστημα, να πέφτει στην παγίδα που στήνει το ίδιο.

Υπάρχουν δυο προσεγγίσεις για το εκλογικό σύστημα. Μία από την Αριστερά, που στηρίζει διαχρονικά την απλή αναλογική και μία από τα συντηρητικά κόμματα που στηρίζουν το πλειοψηφικό σύστημα. Μέσα από ποιες διεργασίες έχουν επιλεγεί αυτές οι δύο προσεγγίσεις;
Οι διαφορετικές προσεγγίσεις για το εκλογικό σύστημα απηχούν διαφορετικές αντιλήψεις για την πολιτική. Στην τελευταία σχεδόν εικοσιπενταετία, τα ίδια τα κόμματα έχουν υποστεί έναν μεγάλο μετασχηματισμό. Από φορείς εκπροσώπησης κοινωνικών συμφερόντων εξελίχθηκαν σε κόμματα του κράτους. Αντί δηλαδή να μιλούν για τις ανάγκες της κοινωνίας, νομιμοποιούν εντός αυτής τις ανάγκες της διακυβέρνησης, του κράτους – από το οποίο και εξαρτούν την επιβίωσή τους. Έτσι, η παραμονή στην κυβέρνηση έγινε προϋπόθεση της ύπαρξής τους, ακόμα και με άμεσα υλικούς όρους – βλέπε κρατική χρηματοδότηση, υπέρογκος τραπεζικός δανεισμός, αδειοδότηση των ΜΜΕ κ.λπ. Τα τότε μεγάλα κόμματα, λοιπόν, επιδίωξαν, χρησιμοποιώντας το εκλογικό σύστημα, να διατηρήσουν το status quo της δικομματικής εναλλαγής στην κυβέρνηση. Στην ίδια, προ κρίσης, παθογένεια των επίπλαστων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών, θέλει να μας γυρίσει η Νέα Δημοκρατία.
Η αριστερά ξεκινά από μια διαφορετική λογική, που επιδιώκει τη γνήσια αντιπροσώπευση, προκειμένου να εκφράζονται σε επίπεδο κοινοβουλίου και άρα εν δυνάμει και κυβέρνησης όλες οι κοινωνικές ομάδες, όλα τα αντιτιθέμενα συμφέροντα εντός της κοινωνίας, όχι μόνο βάσει της ταξικής, αλλά και άλλων διαστάσεων – έμφυλη ισορροπία, εθνικές, φυλετικές και άλλες μειονότητες κ.ο.κ., κάτι που φαίνεται ότι ευνοούν τα αναλογικά εκλογικά συστήματα. Και βέβαια, από τη στιγμή που η αριστερά αντιλαμβάνεται το ίδιο το κράτος ως ένα πεδίο όπου αποτυπώνονται οι κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί και όχι ως «λάφυρο» ή «έπαθλο» για τον νικητή των εκλογών, είναι πολύ λογικό να θεωρεί ότι μέσω της απλής αναλογικής διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις και της αντιπαράθεσης και της σύνθεσης, της δημιουργίας συμμαχιών που να έχουν πραγματικές βάσεις. Έτσι, η θέση της αριστεράς υπέρ της απλής αναλογικής δεν είναι απλά θέμα δικαιοσύνης, επειδή τα μικρά αριστερά κόμματα ζητούσαν ιστορικά το «μερίδιό» τους στις κοινοβουλευτικές έδρες, αλλά έχει αξιακό, ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο. Γι’ αυτό και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αντιμετώπισε την απλή αναλογική ως σημαία ευκαιρίας, αλλά την ψήφισε και τη στηρίζει και ως μεγάλο πια κόμμα.

Κατηγορείται όμως ότι όπως το ΠΑΣΟΚ το ΄89 έτσι και ο ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε αναλογική όταν έβλεπε ότι χάνει τις εκλογές.
Κατηγορηματικά δεν ισχύει. Ο ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε την απλή αναλογική, που είχε ως πάγια θέση, μόλις εννιά μήνες μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 και αμέσως μετά την ολοκλήρωση της πρώτης δύσκολης αξιολόγησης. Εξακολουθεί να τη στηρίζει και επιμένει στην εφαρμογή της, ενώ και όλη η πολιτική του στρατηγική αποσκοπεί στο να φανεί το πολιτικό αποτέλεσμα μιας διαφορετικής, προοδευτικής διακυβέρνησης, που θα στηρίζεται σε γνήσιες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες. Από εκεί και πέρα, κάθε εκλογικό σύστημα διαπαιδαγωγεί με την εφαρμογή του και τα κόμματα και την κοινωνία και διαμορφώνει μακροπρόθεσμα τον τρόπο και την ποιότητα της διακυβέρνησης. Επομένως, η επιμονή στην απλή αναλογική αποτελεί μία επιλογή τομής στη μέχρι τώρα λειτουργία του πολιτικού συστήματος και επιλογή να επανέλθει η πολιτική, η προγραμματική συζήτηση στο προσκήνιο. Σε αυτό θα κριθεί η μάχη των επόμενων εκλογών, στις πολιτικές και προγραμματικές αντιθέσεις και συγκλίσεις. Δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε οι επόμενες εκλογές να είναι προσχηματικές, απλά για την ακύρωση ενός εκλογικού συστήματος, να «καεί», όπως λένε, η απλή αναλογική.



Το 1989 αλλά και το 2010 -2015 περάσαμε δύο διαφορετικές κρίσεις. Στην πρώτη είχαμε εκλογικό αποτέλεσμα με αναλογικό σύστημα. Στη δεύτερη με πλειοψηφικό και στις δύο περιπτώσεις βρέθηκε λύση με διαφορετικούς τρόπους. Πώς σχολιάζετε αυτές τις εξελίξεις;
Είναι δύο τελείως διαφορετικές περιπτώσεις. Το 1989, ο δικομματισμός ήταν και παρέμεινε ισχυρός. Η ταύτιση των πολιτών με τα δύο μεγάλα κόμματα ήταν ακόμα πολύ υψηλή και η ψήφος είχε ιδεολογικά και ταξικά χαρακτηριστικά. Η κρίση του 1989 δημιουργήθηκε κάτω από το βάρος του ειδικού δικαστηρίου και της όξυνσης που αυτό δημιουργούσε. Παρ’ όλα αυτά, και υπό τις εξαιρετικές εκείνες συνθήκες, βρέθηκε κυβερνητική λύση. Δεν νομίζω, όμως, ότι το 1989 βοηθά να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί το εκλογικό σύστημα. Αντίθετα, το 2012 είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό. Είχαμε έναν εκλογικό νόμο ισχυρά πλειοψηφικό, ωστόσο ο δικομματισμός ηττήθηκε κατά κράτος. Κανένας εκλογικός νόμος δεν θα μπορούσε να δώσει μονοκομματική πλειοψηφία. Η Νέα Δημοκρατία πήρε πενήντα έδρες μπόνους, σχεδόν διπλάσιες από τον αριθμό που δικαιούταν βάσει του ποσοστού της, αλλά χρειάστηκε να συνεργαστούν τρία κόμματα για να υπάρξει «σταθερή» κυβέρνηση. Θα έπρεπε να έχουμε διδαχτεί ότι πολιτικές κρίσεις και αδιέξοδα δημιουργούνται για πραγματικούς, σοβαρούς λόγους πολιτικούς και κοινωνικούς και όχι από το εκλογικό σύστημα.

Αυτό δικαιώνει αυτούς που λένε ότι δεν είναι το εκλογικό σύστημα που διαμορφώνει τις εξελίξεις αλλά η παρέμβαση στην κοινωνία.
Δεν νομίζω ότι τα πράγματα είναι άσπρο -μαύρο. Προφανώς, κανένας εκλογικός νόμος δεν θα φέρει τον σοσιαλισμό. Όμως οι θεσμοί, όπως το εκλογικό σύστημα, μπορούν είτε να προάγουν είτε να υπονομεύουν τη δημοκρατία και, κατ’ επέκταση, να ευνοούν ή να προσπαθούν να εμποδίσουν την κοινωνική αλλαγή. Από εκεί και πέρα, προφανώς οι κοινωνικές διεργασίες θέλουν το δικό τους χρόνο και εξαρτώνται από τις εκάστοτε συνθήκες. Πάντως, η δημιουργία θεσμών που φέρνουν τον πολιτικό διάλογο στο προσκήνιο και ευνοούν τις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, προφανώς επηρεάζει τις εξελίξεις με ένα τρόπο δημιουργικό.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet