• Ο κόσμος βρίσκεται στους δρόμους. Τα συνδικάτα ανακοίνωσαν νέες κινητοποιήσεις για τις 6 του Φλεβάρη.
• Οι αριστερές πολιτικές δυνάμεις προχωρούν σε πρόταση μομφής στη Βουλή.
• Οι οικονομολόγοι (ετερόδοξοι) Ένσι Τζούλια συγγραφέας μαζί με τον Τομάς Πικετί, Ένρι Στερντινιάκ, Ντομινίκ Μετάς, Σιμόν Ραμπάτ και Μισέλ Ζαμούρ ασκούν έντονη κριτική.
• Η αστυνομία είναι παντού. Ο Μακρόν όμως προκαλεί αυτούς που μιλούν για αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις: «όσοι θεωρούν ότι δεν είμαστε πια σε δημοκρατία (...), αλλά υπάρχει μια μορφή δικτατορίας», είπε, «θα πρέπει να γνωρίζουν πως μια δικτατορία είναι ένα καθεστώς όπου ένα πρόσωπο ή μία ομάδα νομοθετεί...»
• Τέλος, ο πρόεδρος αποφεύγει να σχολιάσει τις εκτιμήσεις του Συμβουλίου του Επικρατείας ότι η μεταρρύθμιση παρουσιάζει «χρηματοδοτικό κενό» και «ασάφειες» που θα χρειαστούν να εκδοθούν 29 διατάγματα για να ξεκαθαριστεί τι ακριβώς φέρνει η μεταρρύθμιση.

Οι κινητοποιήσεις θα συνεχιστούν μέχρι την απόσυρση της μεταρρύθμισης

Τα συνδικάτα μετά από 57 ημέρες αγώνων συνεχίζουν τις πολύμορφες κινητοποιήσεις κατά της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης. Η κυβέρνηση Μακρόν - Φιλίπ και τα μίντια μετά από κάθε μεγάλη, πανεθνική κινητοποίηση, αυτές τις τελευταίες ημέρες του Γενάρη, εξέφραζαν την ελπίδα και τη βεβαιότητα πως το κίνημα δεν έχει πια προοπτική. Οι εργαζόμενοι, και ιδιαίτερα οι απεργοί, δεν μπορούν να αντέξουν άλλο... Κι ακόμα ότι γρήγορα τα συνδικάτα θα αρχίσουν να έχουν εσωτερικά προβλήματα. Προβλήματα, βέβαια, εμφανίστηκαν όχι στα συνδικάτα που συνεχίζουν, αλλά σ΄ αυτά που επέλεξαν να παίξουν το ρόλο του «χρήσιμου ηλίθιου», όπως η CFDT, που αποδέχθηκε τις δήθεν συμβιβαστικές προτάσεις της κυβέρνησης για το όριο συνταξιοδότησης. Όταν αποδείχθηκε η απάτη, η CFDT έθεσε καινούριους όρους για τα βαρέα και ανθυγιεινά κ.λπ. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση βιάστηκε να συγκαλέσει «συνδιάσκεψη» για τη λύση της χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού. Δηλαδή να βρουν οι κοινωνικοί εταίροι τα 12 δισ. ευρώ για την εξισορρόπηση του συστήματος έως το 2027. Η κυβέρνηση με τη συνδιάσκεψη αυτή επιδιώκει να μεταθέσει το πρόβλημα της χρηματοδότησης από τις πλάτες της σ΄ αυτή των εργαζομένων, αφού αναζητάει η εξοικονόμηση να γίνει από τη συμπίεση της συνταξιοδοτικής δαπάνης, με τη μείωση της κρατικής συνεισφοράς, τις μειώσεις των συντάξεων, την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, την επιβάρυνση των προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότηση για τις γυναίκες, τους νέους, τους πρόσκαιρα εργαζόμενους.
Τα συνδικάτα αντίθετα προτείνουν να αυξηθούν τα έσοδα για το συνταξιοδοτικό μέσω της δίκαιης αναδιανομής του πλούτου που παράγεται από την εργασία, με τη φορολόγηση των μεγάλων εισοδημάτων και την εξεύρεση νέων πόρων, τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές κ.λπ. Πρόκειται για ένα δύσκολο για την κυβέρνηση πρόβλημα. Το δυσκολότερο, όμως, γι΄ αυτήν είναι η ανάλυση του Συμβουλίου Επικρατείας, που αναφέρει ότι πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που περιφρονεί τους ρυθμιστικούς και νομικούς κανόνες.

Ιστορική κινητοποίηση

Η κινητοποίηση των εργαζομένων, που χαρακτηρίστηκε ιστορική λόγω της μαζικότητας, της διάρκειάς και της συμπαράστασης της κοινής γνώμης, κατέδειξε πως η μεταρρύθμιση που προωθείται, δημιουργεί, αντί να λύνει, καινούρια προβλήματα και, το κυριότερο, δημιουργεί ένα κλίμα αβεβαιότητας για το μέλλον των συντάξεων. Μετά από αυτές τις εξελίξεις, τα συνδικάτα μιλούν για έναν αγώνα δίκαιο και είναι αποφασισμένα να συνεχίσουν –με όλες τις δυνατές μορφές– με νέα γενική κινητοποίηση στις 6 Φεβρουαρίου, ημέρα έναρξης της συζήτησης στην Ειδική Επιτροπή του Κοινοβουλίου, του νομοσχεδίου. Ταυτόχρονα, καλούν τα κόμματα της αριστερής αντιπολίτευσης να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, συντονίζοντας τον αγώνα τους στο κοινοβούλιο με αυτό των εργαζομένων στους δρόμους. Ο ηγέτης της Ανυπότακτης Γαλλίας, Ζαν-Λικ Μελανσόν, πρότεινε να καταθέσουν πρόταση μομφής τα κόμματα της αριστεράς... Από τα άλλα κόμματα της αριστεράς, και ιδιαίτερα από το Γαλλικό ΚΚ, προκρίνεται η κοινή αντιμετώπιση της κυβερνητικής πολιτικής με την ταυτόχρονη προβολή των εναλλακτικών θέσεων που έχουν επεξεργαστεί οι δεκατρείς αριστερές και οι οικολογικές οργανώσεις –εκτός της Ανυπότακτης Γαλλίας– από το ΓΚΚ, το ΣΚ, τους Οικολόγους, το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα και δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.



Η ανάγκη για μια εναλλακτική πολιτική

Οι παρεμβάσεις αυτές των αριστερών και οικολογικών πολιτικών δυνάμεων δεν συνιστούν μια ολοκληρωμένη πολιτική, εναλλακτική πρόταση, όπως απαιτούν οι στιγμές. Η διάρκεια και η ένταση του αγώνα για διατήρηση και ενίσχυση του συνταξιοδοτικού συστήματος, επιδρά ακόμα και στη ματαίωση του πολιτικού σχεδίου του προέδρου Μακρόν να μπλοκάρει την πολιτική ζωή της χώρας στο ασφυκτικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε στις προεδρικές εκλογές το 2017 και έτσι να έχουμε μια επανάληψη το 2022 του ίδιου σκηνικού αντιπαράθεσης του Μακρόν κατά της Λεπέν και το αντίστροφο. Αυτό επισημαίνουν έγκυροι αναλυτές και θέτουν το ερώτημα πού είναι η αριστερά, ποια η παρέμβασή της στη διάρκεια της τεράστιας κινητοποίησης;
Τον ίδιο προβληματισμό και ερώτημα θέτει και ο ηγέτης της CGT, Φιλίπ Μαρτινέζ, ο οποίος ενσαρκώνει και εκφράζει –όπως εκτιμάται από αναλυτές– την οργή που εκδηλώνεται στους δρόμους και την αντιπολίτευση στα σχέδια της κυβέρνησης, γι’ αυτό και συγκεντρώνει τα πυρά μεγάλης μερίδας των μίντια. Στις 8 Δεκεμβρίου του 2019 είπε στο γαλλικό ραδιόφωνο «κάθε φορά που το κοινωνικό κίνημα βρίσκεται στους δρόμους, θα πρέπει οι πολιτικοί να παίξουν το ρόλο τους, να πάρουν τη σκυτάλη, που σημαίνει να προτείνουν ένα πολιτικό σχέδιο (...) Ανεξάρτητα αν συμφωνούν ή όχι, σε κάθε περίπτωση, όταν ακούγονται προτάσεις, αυτοί έχουν την ευθύνη να τις μετατρέψουν τις κοινωνικές διεκδικήσεις σε ένα πολιτικό σχέδιο!».
Αυτή την ευθύνη καμία δύναμη δεν φαίνεται να την αναλαμβάνει σήμερα συνολικά και αποτελεσματικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δυνάμεις της αριστεράς έμειναν μακριά από τις κινητοποιήσεις. Αντίθετα, όλες οι οργανώσεις, οι κομμουνιστές, το ΝΑΠ, οι σοσιαλιστές, οι ανυπότακτοι μετείχαν χωρίς ο κόσμος να γνωρίζει τις προτάσεις τους. Το ίδιο συνέβη και πριν ένα χρόνο με τα «Κίτρινα Γιλέκα», οι αριστερές δυνάμεις να μετέχουν, αλλά, σχεδόν, χωρίς φωνή.
Αποκαλυπτική από αυτή την άποψη είναι η έρευνα του σάιτ «Mediapart», με τρία ερωτήματα: «Ποιο κόμμα μπορεί να πάρει την πολιτική σκυτάλη; Ποιος μπορεί να εκφράσει την καθολική αντίθεσή του κατά του Μακρόν; Πώς μπορούμε να αποφύγουμε μια κακή επανάληψη του 2017 στις προεδρικές του 2022; Δηλαδή να μην βρεθεί ο κόσμος στη δύσκολη θέση να επιλέξει μεταξύ του μακρονιστικού φιλελευθερισμού και της άκρας δεξιάς;» Η απουσία μιας εναλλακτικής αριστερής πολιτικής αποδεικνύει την αδυναμία των κομμάτων της αριστεράς να εκφράσουν τις λαϊκές προσδοκίες. Με την εκτίμηση αυτή δεν αμφισβητείται ό,τι έχει γίνει και κυρίως η σύσκεψη που έγινε στις 11 Δεκεμβρίου στο Παρίσι με τη συμμετοχή όλων των δυνάμεων. Εκεί όπου ο Ολιβιέ Μπεζανσενό «ευχαρίστησε από καρδιάς τον πρωθυπουργό, γιατί συνέβαλε στην επιτυχία αυτής της συνάντησης». Ούτε βέβαια μπορεί να υποτιμηθεί η κοινή διακήρυξη (πλατφόρμα) για το συνταξιοδοτικό ότι: «Μια άλλη επιλογή είναι δυνατή». Μια διακήρυξη που υπογράφεται από όλες σχεδόν τις οργανώσεις, χωρίς τη συμμετοχή της Ανυπότακτης Γαλλίας. Φαίνεται όμως πως δεν είναι ικανή να συσπειρώσει όλο τον κόσμο που αντιστέκεται στο νεοφιλελευθερισμό. Δηλαδή το 61% των Γάλλων που απορρίπτει τη μεταρρύθμιση Μακρόν. Ενώ από την άλλη, επισημαίνεται η ανησυχία ότι η Μαρίν Λεπέν, χωρίς να ανεβάζει τους τόνους, περιμένει όλα αυτά που γίνονται να λειτουργήσουν υπέρ της, όπως συνέβη στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές, για να εξαγγείλει την υποψηφιότητά της μετά τις δημοτικές εκλογές.

Πώς αντιμετωπίζει την κατάσταση αυτή η αριστερά;

Η πολιτική επιρροή του προέδρου Μακρόν, παρά την αμέριστη συμπαράσταση των μίντια, δεν βρίσκεται στο καλύτερο σημείο της και όλο και περισσότερο μειώνεται. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι πολλές προσωπικότητες από τον παλιό πολιτικό κόσμο, όπως η Σεγκολέν Ρουαγιάλ και όχι μόνο, ξαναεμφανίζονται στο προσκήνιο, χωρίς βέβαια να αποτελούν λύση για την πλειοψηφία του γαλλικού λαού. Λύση δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε και ο Ζακ-Λικ Μελανσόν, που είχε φθάσει πολύ κοντά να βρεθεί στο δεύτερο γύρο το 2017. Δυστυχώς, όλη αυτή η εκλογική δύναμη, όπως φάνηκε στις μετέπειτα εκλογικές αναμετρήσεις, έχει μειωθεί σημαντικά. Αυτές είναι οι συνέπειες των εσωτερικών αντιπαραθέσεων, της έλλειψης της εσωτερικής δημοκρατίας και των αντιφατικών ιδεολογικών αναζητήσεων. Η γαλλική αριστερά βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Είναι περισσότερο αναγκαίο να διαμορφώσει πρόγραμμα που θα δίνει ένα όραμα στο γαλλικό λαό. Και αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη συμμετοχή όλου αυτού του κόσμου που βρίσκεται και παραμένει στους δρόμους, δίνοντας τον αγώνα του.

Μ. Κοβάνης
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet