Του Μιχάλη Υδραίου*

Το σημείωμα αυτό γράφεται σε συνθήκες, που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι αδύνατο να υπάρξει αμοιβαία σύγκλιση με τους δανειστές, με δεδομένη την απολύτως αδιάλλακτη στάση τους και την προσπάθειά τους να σύρουν την κυβέρνηση σε μια ταπεινωτική συμφωνία.
Η κατάσταση, όμως, παραμένει ρευστή, καθώς νέες εξελίξεις και γεγονότα μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να ακυρώσουν τα γραφόμενα. Παρ’ όλ’ αυτά, φαίνεται να υπάρχουν δύο δεδομένα, τα οποία δεν μπορούν να αμφισβητηθούν:
Όλο αυτό το διάστημα, ο αντίπαλος , οι κυρίαρχοι νεοφιλελεύθεροι κύκλοι της Ε.Ε, είχαν αποσαφηνισμένο σχέδιο και στόχο, που δεν είναι άλλος από την πολιτική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Το σχέδιο αυτό έχει δυνατότητες να υλοποιηθεί είτε μέσω της ενσωμάτωσης και της υπογραφής μια συμφωνίας, που θα αποστασιοποιείται θεαματικά από το προγραμματικό πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ, είτε μέσω της διαμόρφωσης μιας ανεξέλεγκτης κατάστασης έκτακτης ανάγκης και πολύπλευρης κρίσης, ως αποτέλεσμα της μη συμφωνίας και πιθανής χρεωκοπίας.
Η διατήρηση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας στην Ευρώπη αποτελεί κεντρική επιλογή των δανειστών, γι’ αυτό και, εάν χρειασθεί, δηλώνουν έτοιμοι να επωμισθούν ακόμα και το σχετικό οικονομικό κόστος.
Οι επιμέρους υπαρκτές διαφοροποιήσεις (σκληρό ΔΝΤ και Β. Σόιμπλε, διαλλακτικότερη Α. Μέρκελ), που εκφράσθηκαν σε όλη τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, με αποκορύφωμα το διήμερο 24-25 Ιουνίου, όπου ο Σόιμπλε ασκούσε κριτική στους θεσμούς για μετριοπάθεια έναντι της Ελλάδας, λειτούργησαν αλληλοσυμπληρώνοντας η μία την άλλη, χωρίς στην πραγματικότητα να διαμορφώνουν μία αντίφαση, που η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα θα μπορούσε να αξιοποιήσει.

Όχι μόνο για την ελληνική αριστερά

Το πεδίο της αντιπαράθεσης αφορά το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το κρίσιμο διακύβευμα είναι οι εκλογές του φθινοπώρου στην Ισπανία. Οι ισπανικές εκλογές αποτελούν το κλειδί των εξελίξεων, καθώς μία νίκη της Αριστεράς θα διαμορφώσει έναν άξονα αμφισβήτησης της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας στην ΕΕ, θα διαμορφώσει άλλες προϋποθέσεις και προοπτικές για την ευρωπαϊκή αριστερά, για μια Ευρώπη της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης. Από την έκβαση του ελληνικού ζητήματος και από τον απολογισμό των πεπραγμένων της αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η τύχη της ευρωπαϊκής αριστεράς.
Το συμπέρασμα λοιπόν προκύπτει αβίαστα. Οι κινήσεις μας, οι επιλογές μας, δεν αφορούν μόνο την ελληνική αριστερά και το ελληνικό κίνημα, αλλά όλη την Ευρώπη. Οι ευθύνες μας, συνεπώς, είναι ακόμη μεγαλύτερες.

Ο πολιτικός ορθολογισμός δεν ήταν αρκετός

Οφείλουμε εξαρχής να ομολογήσουμε ότι στον αντίποδα του επεξεργασμένου σχεδίου του αντιπάλου, που όλο αυτό το διάστημα φρόντιζε να μειώσει τις χρηματο-οικονομικές συνέπειες ενός πιθανού grexit και να διαμορφώσει συνθήκες οικονομικής ασφυξίας για τη νεοεκλεγείσα ελληνική κυβέρνηση, εμείς επιμείναμε σταθερά σε ένα αφήγημα, που επικέντρωνε στο ότι οι δανειστές θα συμβιβαστούν ή και θα υποχωρήσουν για να μην επωμισθούν τις πιθανές συνέπειες της ελληνικής χρεωκοπίας. Προφανώς, αυτό το πολιτικό σενάριο έχει απολέσει, πλέον, οποιαδήποτε προωθητική δυναμική.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες και παρότι οι αβρότητες της διπλωματικής γλώσσας έχουν κι αυτές τη σημασία τους, αποτελώντας μέρος των «κανόνων του παιχνιδιού» στο πλαίσιο μιας διαπραγμάτευσης, οι δηλώσεις περί Ευρώπης, που οραματίσθηκαν οι Ζακ Ντελόρ και Βίλυ Μπράντ, λειτούργησαν εφησυχαστικά.
Η αξία της επικοινωνίας και η απόδειξη ότι από ελληνικής πλευράς εξαντλήθηκαν όλα τα περιθώρια για έναν αμοιβαία ανεκτό συμβιβασμό είναι, ασφαλώς, πολύ σημαντικό στοιχείο. Ωστόσο, η ακραία επιθετική τακτική της νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής ηγεμονίας δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί με μια επιχειρηματολογία, που εδράζεται στις καλύτερες παραδόσεις του πολιτικού ορθολογισμού.
Οι δανειστές, προφανώς, γνωρίζουν ότι οι πολιτικές τους οξύνουν τις συνέπειες της κρίσης, επιδεινώνοντας τη θέση των λαϊκών τάξεων και στρωμάτων, αλλά αυτός ακριβώς είναι ο πυρήνας της πολιτικής τους.

Πρόταση μη αποδεκτή

Στη σημερινή σύνθετη συγκυρία, η ειλικρίνεια και η ακριβής περιγραφή της πραγματικότητας στον ελληνικό λαό πρέπει να είναι συστατικά στοιχεία της πολιτικής μας.
Εξάλλου, η, εντός της αριστεράς, απαραίτητη ειλικρίνεια μάς επιβάλλει να διευκρινίσουμε ότι η πρόταση, που παρουσιάστηκε την προηγούμενη Δευτέρα και έγινε αρχικά δεκτή από τους «θεσμούς» ως βάση συζήτησης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως πλαίσιο ενός «έντιμου συμβιβασμού», όχι μόνο από ένα μεγάλο - αν όχι το μεγαλύτερο - κομμάτι της δικής μας αριστεράς, αλλά κι από σημαντικό τμήμα της κοινωνίας. Γιατί η πρόταση αυτή σε πολλά σημεία της:
Είναι ασύμβατη με το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και εξαιρετικά πίσω από τις «κόκκινες γραμμές», που ορίστηκαν από τα πολιτικά όργανα του ΣΥΡΙΖΑ.
Είναι κοινωνικά άδικη, αφού ένα μεγάλο τμήμα των φορολογικών μέτρων, που εμπεριέχονται σε αυτήν, πλήττουν τα πιο αδύναμα στρώματα της κοινωνίας.
Είναι απολύτως αναποτελεσματική, καθώς επί της ουσίας δεν προβλέπει κανένα μέτρο υπέρβασης της ύφεσης και της υποκατανάλωσης, μέσω της αναδιανομής υπέρ των ασθενέστερων.
Σε κάθε περίπτωση,όμω��, ακόμα και με σημαντικές υποχωρήσεις από την ελληνική πλευρά, μία συμφωνία δεν μπορεί παρά να συνδέεται από μια γενναία πρώτη ρύθμιση του ελληνικού χρέους και από ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα, ώστε να διαμορφωθούν κάποια αντίβαρα.

Μη συμφωνία η μόνη επιλογή

Στην σημερινή, ωστόσο, φάση και με δεδομένη την ακραία στάση των δανειστών, η επιλογή της μη συμφωνίας φαίνεται ότι είναι η μόνη συμβατή με τις παραδόσεις, τις αξίες, το πρόγραμμα της Αριστεράς και τις ανάγκες της κοινωνίας. Αυτό οφείλουμε να κάνουμε, υπερβαίνοντας το απολύτως φυσιολογικό αίσθημα, που μας ωθεί στη μη αποδοχή μιας πραγματικότητας που προδιαγράφεται εξαιρετική δύσκολη, όπως εύστοχα περιγράφει ο Ανδρέας Καρίτζης στο άρθρο του στην Κυριακάτικη Αυγή της 21ης/06.
Κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλλει ότι πρόκειται για μία επιλογή υψηλού ρίσκου, μία επιλογή που μας οδηγεί σε αχαρτογράφητα νερά, με μεγάλες δυσκολίες διαχείρισης της καθημερινότητας, δυσκολίες που ο αντίπαλος θα προσπαθήσει να αξιοποιήσει στο έπακρο. Είναι, όμως, μία επιλογή προτιμότερη από το συμβιβασμό εντός του γνωστού και ταυτόχρονα αποκρουστικού πλαισίου κοινωνικής και πολιτικής κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, της διατήρησης των πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης και έστω και αμβλυμένης υπερλιτότητας που τον συνοδεύουν.
Το γεγονός ότι σε αυτούς τους πέντε μήνες και ειδικά το τελευταίο διάστημα η ελληνική κυβέρνηση επέδειξε στο μέγιστο βαθμό τη διάθεση της για μια συμφωνία, ενώ οι δανειστές ακολούθησαν μια άτεγκτη στάση, στοχεύοντας στην κατακρήμνιση της ελληνικής αριστερής κυβέρνησης, αποτελεί ένα επιπλέον επιχείρημα.
Ας τολμήσουμε λοιπόν το δύσκολο σενάριο της μη υποταγής, της μη συμφωνίας, της μη αυτοακύρωσης μας, γνωρίζοντας ότι υπάρχει ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής αλλά και της ευρωπαϊκής κοινωνίας, αποφασισμένο να αντιμετωπίσει όλα τα ενδεχόμενα, αποφασισμένο να ακολουθήσει το δρόμο της συμμετοχής ή να σταθεί αλληλέγγυο σε μία επικαιροποιημένη ευρεία κοινωνική συμμαχία ενάντια στη λιτότητα, καθώς δεν έχει να χάσει παρά μόνο τις αλυσίδες του.




* Ο Μ. Υδραίος είναι μέλος της Κ.Ε.
του ΣΥΡΙΖΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet