Η Σουζάνε Χένινγκ Βέλσοφ πλησίασε τον Κέμμεριχ αμέσως μετά την εκλογή του με ένα μπουκέτο λουλούδια, όπως συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά αντί να του τα προσφέρει τα πέταξε μπροστά του, γυρνώντας του την πλάτη.

Η κατακραυγή που προκάλεσε η εκλογή για πρώτη φορά στην ιστορία της μεταπολεμικής Γερμανίας ενός φιλελευθέρου ως πρωθυπουργού κρατιδίου με τις ψήφους της άκρας Δεξιάς οδήγησε τελικά στην παραίτηση του και πιθανότατα σε νέες εκλογές. Όμως το περιστατικό αυτό αλλάζει τα δεδομένα, όχι μόνο για το τι σηματοδοτεί, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο συντελέστηκε. Για «σύμφωνο με το φασισμό» έκανε λόγο η Αριστερά. Το ερώτημα που πλανάται είναι αν επρόκειτο για ένα προσυνεννοημένο κοινοβουλευτικό πραξικόπημα ή για την παγίδευση δεξιάς και κέντρο-δεξιάς από τους ακραίους της πτέρυγάς της. Σε κάθε περίπτωση αυτοί που αισθάνονται πολιτικά κερδισμένοι από την περασμένη Τετάρτη -και όχι μόνο στη Θουριγγία- είναι οι «επιτελείς» της Εναλλακτικής για τη Γερμανία.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Ο πολιτικός των Φιλελευθέρων Τόμας Κέμμεριχ έγινε την περασμένη Τετάρτη και για λίγες ώρες νέος πρωθυπουργός στο κρατίδιο της Θουριγγίας, αφού κατάφερε στην τρίτη και κρίσιμη ψηφοφορία στο τοπικό κοινοβούλιο στην Ερφούρτη να ξεπεράσει κατά μία ψήφο τον μέχρι τώρα πρωθυπουργό και προερχόμενο από την Αριστερά Μπόντο Ράμελο (45 έναντι 44). Ένα εικοσιτετράωρο αργότερα, αναγκαζόταν να υποσχεθεί ότι θα παραιτηθεί υπό το βάρος της κατακραυγής που είχε ξεσηκώσει η στήριξή του από την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία.
Η εξέλιξη αυτή ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη, όχι μόνο γιατί η επανεκλογή του Ράμελο θεωρείτο σίγουρη, έστω και χωρίς απόλυτη πλειοψηφία, αφού τα κόμματα που τον υποστήριζαν δηλαδή το δικό του, το SPD και οι Πράσινοι είχαν ήδη καταλήξει σε προγραμματική συμφωνία από τις αρχές της εβδομάδας. Στις εκλογές του περασμένου Οκτωβρίου ο επικεφαλής της «ντι Λίνκε» είχε καταφέρει να ανεβάσει τα ποσοστά της κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες (31%) και οι πολίτες της Θουριγγίας σε ποσοστό 74% δήλωναν ικανοποιημένοι από το μέχρι τώρα έργο του.
Αυτό που προκάλεσε οξύτατες αντιδράσεις ήταν το γεγονός ότι ο Κέμμεριχ ουσιαστικά εξελέγη με τις ψήφους της ακροδεξιάς «Εναλλακτικής για τη Γερμανία», η οποία είχε κατεβάσει δικό της υποψήφιο, τον Κρίστοφ Κίντερφάτερ, τον οποίο και ψήφισε στους δύο πρώτους γύρους, όπου απαιτείτο απόλυτη πλειοψηφία, αλλά δεν του έδωσε ούτε μια ψήφο στον τρίτο γύρο, όταν εμφανίστηκε ξαφνικά η υποψηφιότητα του Κέμμεριχ. Όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα πολλοί πάγωσαν μέσα στο κοινοβούλιο και κάποιοι από τα θεωρεία άρχισαν να φωνάζουν «ντροπή». Όλα αυτά δημιούργησαν πολλές υπόνοιες για ένα προμελετημένο σχέδιο. Είναι χαρακτηριστικό το σχόλιο του «ντερ Σπίγκελ»: «Υπήρξε κάποια συμφωνία μεταξύ CDU (Χριστιανοδημοκρατική Ενωση), FDP (Φιλελεύθεροι) και AfD; Ήταν τελικά ενορχηστρωμένη η στάση που κράτησαν τα τρία κόμματα; Υπήρξαν κάποιες προσυνεννοήσεις ή επρόκειτο για μια σιωπηρή συμφωνία;».

Κίνηση ματ της άκρας δεξιάς

Για να φτάσει τις 45 σε σύνολο 90 ψήφων, ο Κέμμεριχ έλαβε τις 5 ψήφους των Φιλελευθέρων και άλλες 40 από ακροδεξιούς και Χριστιανοδημοκράτες. Με δεδομένο ότι διακηρυγμένος στόχος της ακροδεξιάς ήταν να ρίξει τον αριστερό πρωθυπουργό, θεωρείται βέβαιο ότι και οι 22 βουλευτές της στήριξαν τον «φιλελεύθερο» πολιτικό, έστω και χωρίς κυβερνητικό πρόγραμμα. Οι υπόλοιπες 18 ψήφοι προήλθαν λογικά από την Χριστιανοδημοκρατική Ένωση, που διαθέτει συνολικά 21 έδρες. Ο Ράμελο συγκέντρωσε 44 ψήφους (29 της Αριστεράς, 8 του SPD, 5 των Πρασίνων και πιθανώς 2 από τους Χριστιανοδημοκράτες). Τέλος υπήρξε και ένα λευκό. Η συγκεκριμένη αριθμητική αναφέρεται τόσο αναλυτικά γιατί έχει πολιτική σημασία και για να μπορέσει να κατανοήσει κανείς πόσο πονηρά κινήθηκαν τόσο οι ακροδεξιοί, όσο και οι Φιλελεύθεροι που εμφάνισαν τον υποψήφιό τους μόλις στον «τρίτο γύρο».
Ήταν η πρώτη φορά, που όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά «Χριστιανοδημοκράτες και Φιλελεύθεροι έδειξαν έτοιμοι να γκρεμίσουν το φράγμα προς την ακροδεξιά», το οποίο υποτίθεται ότι από κοινού είχαν στήσει όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις. «Έσπασε ένα μεγάλο ταμπού» ήταν η γενική εκτίμηση στο γερμανικό Τύπο.
Η εκλογή του Κέμμεριχ φάνηκε να οδηγεί την πολιτική ζωή της Γερμανίας σε νέα μονοπάτια, ανεξαρτήτως του αν τελικά ακυρώθηκε. Άλλωστε, δεν είχε καν παρουσιάσει κάποιο πρόγραμμα. Τριγμοί εμφανίστηκαν ξανά και στην κεντρική κυβέρνηση του Βερολίνου, με τους Σοσιαλδημοκράτες να θυμούνται πάλι τις πιθανές σκέψεις τους για πρόωρο τερματισμό του μεγάλου συνασπισμού. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, συμμετείχαν και στις αυθόρμητες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, που έγιναν στο Βερολίνο, στην Ερφούρτη, στην Γιένα και αλλού και κατέβασαν στο δρόμο αρκετές χιλιάδες πολίτες.

Διχασμένη και αμήχανη Χριστιανοδημοκρατία

Είχαν προηγηθεί έντονες διεργασίες μέσα στις τάξεις των Χριστιανοδημοκρατών, με τη μία πτέρυγα να τάσσεται υπέρ του διαλόγου με την AfD και τους πιο κεντρώους να απορρίπτουν μια τέτοια προοπτική και να μιλούν για το ενδεχόμενο να ανοίξει ο διάλογος με την Αριστερά. Ανάμεσα σε εκείνους που είχαν μιλήσει για το ενδεχόμενο επαφών με την Αριστερά πάνω σε μια πολύ συγκεκριμένη βάση και έστω με χρονικά προκαθορισμένο πρόγραμμα ήταν και ο πρώην Χριστιανοδημοκράτης πρωθυπουργός του κρατιδίου Ντίτερ Αλτχάους, αλλά και ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας Γιόακιμ Γκάουκ. Σε ανάλογο ύφος η «ναυαρχίδα» της αστικής τάξης «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε» σε κεντρικό της άρθρο το πρωί της Τετάρτης προειδοποιούσε τους Χριστιανοδημοκράτες να αποφύγουν τυχοδιωκτισμούς και να προκρίνουν τηνλύση της «ανοχής» μιας κυβέρνησης Ράμελο.
Πάντως είναι χαρακτηριστικό ότι κανείς δε μπορεί να ισχυριστεί ότι η κοινή αυτή στάση στην ψηφοφορία προέκυψε ως πολιτικό «ατύχημα». Πληροφορίες για τακτικισμούς της AfD υπήρχαν εδώ και μέρες και γι αυτό και ο συμπρόεδρος των Πρασίνων Ρόμπερτ Χάμπεκ προειδοποιούσε ότι «δεν ψηφίζεις με την AfD εκ παραδρομής. Οποιος το κάνει γκρεμίζει ένα τείχος προστασίας». Για «σύμφωνο με το φασισμό» έκαναν λόγο οι εκπρόσωποι της Αριστεράς και ζήτησαν άμεσα προσφυγή σε εκλογές. Σκληρά λόγια και από την κεντροαριστερή «ντι Τσάιτ» που αναρωτιέται αν επρόκειτο για «ανοησία ή αμοραλισμό» και αποφάνθηκε για CDU-FDP ότι «αυτό δεν είναι πια το Κέντρο». Επαινετικά σχολιάστηκε από πολλά ΜΜΕ και η κίνηση της βουλευτού της Αριστεράς, Σουζάνε Χένινγκ Βέλσοφ, η οποία πλησίασε τον Κέμμεριχ αμέσως μετά την εκλογή του με ένα μπουκέτο λουλούδια, όπως συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά αντί να του τα προσφέρει τα πέταξε μπροστά του, γυρνώντας του την πλάτη.

Η... αργοπορία της Μέρκελ

Το ζήτημα της συνεργασίας με το ακροδεξιό κόμμα αναμένεται να προκαλέσει γενικότερα σοβαρούς τριγμούς ή ακόμα και σεισμικές δονήσεις στις τάξεις της Χριστιανοδημοκρατίας τους επόμενους μήνες και χρόνια. Η πρόεδρος του ομοσπονδιακού κόμματος Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπάουερ έκανε λόγο για «λάθος επιλογή» και τάχθηκε από την αρχή υπέρ νέων εκλογών στην Θουριγγία. Προφανώς αυτό συνέβη σε συνεννόηση και με την καγκελάριο Μέρκελ, η οποία πάντως τουλάχιστον τις πρώτες ώρες προτίμησε την αγαπημένη της τακτική της σιωπής. Χρειάστηκε να περάσει μια ημέρα για να κάνει τελικά μια δήλωση περί μιας «ασυγχώρητης διαδικασίας» και να ταχθεί έτσι έμμεσα υπέρ της προκήρυξης ξανά εκλογών. Ωστόσο, η τοπική κομματική ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών τασσόταν μέχρι τέλους κατά ενός τέτοιου ενδεχομένου, φοβούμενη προφανώς και νέα κατρακύλα μετά το σκάνδαλο της Τετάρτης. Η παραίτηση του Κέμμεριχ τελικά τους ανάγκασε να αποδεχτούν το μοιραίο. Τώρα όλοι αναρωτιούνται πώς θα επιδράσει το όλο θέμα την εκλογική συμπεριφορά των πολιτών της Θουριγγίας.
Ακόμα και συντηρητικοί αρθρογράφοι μιλούσαν για ένα επικίνδυνο πείραμα, που θα μπορούσε να επηρεάσει το μέλλον όχι μόνο της Χριστιανοδημοκρατίας, αλλά και της Γερμανίας και ολόκληρης της Ευρώπης.
Έχουμε ξαναγράψει σε αυτές τις σελίδες ότι η πορεία της Ευρώπης, ο κίνδυνος να βουλιάξει σε αντιδραστικές πολιτικές άλλων εποχών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη στάση των μετριοπαθέστερων δυνάμεων της Χριστιανοδημοκρατίας. Με δεδομένη την ανυπαρξία της σοσιαλδημοκρατίας, το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον αν ο χώρος που συμβατικά ονομάζεται κεντροδεξιά θα μπορέσει να αντισταθεί στον πειρασμό να ρίξει γέφυρες ανοικτής συνεργασίας με τις ακραίες εθνολαϊκιστικές δυνάμεις. Σε πολλές χώρες, τα ταμπού έχουν ήδη πέσει. Αν πέσουν συνολικά και στη Γερμανία, τότε η Ευρώπη θα πρέπει να ετοιμάζεται για ένα κατάμαυρο 21ο αιώνα.
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet