Η κατάθεση πρότασης νόμου για τον καθορισμό της κατώτατης αμοιβής για τα έτη 2020 και 2021 από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μόνο μια ορθή τακτική κίνηση, με σημαντικά προσδοκώμενα αντιπολιτευτικά οφέλη. Είναι μια κίνηση που θα μπορούσε να αποτελέσει υπόδειγμα για την άσκηση αποτελεσματικής αντιπολιτευτικής στρατηγικής από την πλευρά ενός κόμματος της αριστεράς, που βρίσκεται στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αν, μάλιστα, είχαμε και μια ΓΣΕΕ που να μπορούσε να συντονίσει τα βήματα της με τις ανάγκες των εργαζομένων, θα μπορούσαμε να προσδοκούμε πολύ καλύτερα αποτελέσματα.
Η πρόταση, σε γενικές γραμμές, προβλέπει αύξηση της κατώτατης αμοιβής 7,5% για καθένα από τα δύο έτη, που σημαίνει ανάκτηση της προ κρίσης κατώτατης αμοιβής, ώστε από το 2022, που επανέρχονται οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις για τον καθορισμό της, να εκκινήσουν οι σχετικές διαπραγματεύσεις από το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν η κατώτατη αμοιβή, όταν αυτές καταργήθηκαν ελέω μνημονίου και η κατώτατη αμοιβή μειώθηκε κατά 22% μέσα σε μια νύχτα.

Ο σχεδιασμός της κυβέρνησης

Δεν είναι καμιά επαναστατική πρόταση, αντιμετωπίζει, όμως, έναν σχεδιασμό της κυβέρνησης, που αποβλέπει στην όσο το δυνατόν μικρότερη και όσο το δυνατόν απομακρυσμένη στο μέλλον αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών στα προ μνημονίων επίπεδα.
Ο φιλοκυβερνητικός τύπος έσπευσε να χαρακτηρίσει την κατάθεση της πρότασης νόμου «παιχνίδι εντυπώσεων», γιατί –λέει– έτσι κι αλλιώς προβλέπεται και από τον κυβερνητικό σχεδιασμό να ξεκινήσει η διαδικασία ορισμού της κατώτατης αμοιβής, η οποία, μέσα από μια δαιδαλώδη και χρονοβόρα διαδικασία, θα καταλήξει να βγάλει κάποιοι λευκό καπνό τον... Ιούνιο του 2020.
Αν αυτόν τον σχεδιασμό τον εντάξουμε στη γενικότερη κυβερνητική πολιτική για τα εργασιακά και τα μισθολογικά, θα καταλάβουμε ότι στόχος της κυβέρνησης είναι να απομακρύνει όσο γίνεται χρονικά και να μειώσει κατά το δυνατόν την όποια ενίσχυση του μεριδίου της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, ενώ προεκλογικά υποσχόταν αύξηση διπλάσια του ποσοστού αύξησης του ΑΕΠ, αμέσως μετά τις εκλογές ακύρωσε τη δέσμευσή της με τη δικαιολογία ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε... προκαταβάλει την αύξηση με τη νομοθέτηση του 11% και την κατάργηση του υποκατώτατου. Επίσης, πρέπει να επισημάνουμε ότι στο τέλος του 2019 η κυβέρνηση της ΝΔ περιόρισε δραστικά το κοινωνικό μέρισμα, που κατευθύνεται κυρίως στους χαμηλά αμειβόμενους, βάζοντας χέρι και μ΄ αυτόν τον τρόπο στο εισόδημα των μισθωτών/συνταξιούχων. Τέλος, χωρίς ντροπή κατάργησε τη 13η σύνταξη, που δεν υπήρχε κατά την προπαγάνδα της (έστω κι αν δεν ήταν πλήρης σύνταξη).

Ανάσχεση της επίθεσης

Βρισκόμαστε, δηλαδή, μπροστά στην εξέλιξη μιας επίθεσης κατά του εισοδήματος της μισθωτής εργασίας, η οποία έχει ήδη αποτελέσματα, που καταγράφηκαν με τη μειωμένη κίνηση της αγοράς καταναλωτικών αγαθών στα τέλη του 2019 και προαναγγέλλονται και για το 2020, για το οποίο προβλέπεται μειωμένη συμμετοχή της κατανάλωσης στο ΑΕΠ, πράγμα ανησυχητικό για την προοπτική της αύξησής του.
Η επίθεση αυτή δεν στρέφεται μόνο εναντίον των μισθωτών, στρέφεται εναντίον της αναπτυξιακής προοπτικής, στην ενίσχυση της οποίας σημαντικό ρόλο παίζει η τόνωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, από την οποία περιμένουν να έχουν θετικά αποτελέσματα τόσο οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, όσο και τα δημόσια έσοδα.
Η κατάθεση, λοιπόν, της πρότασης νόμου για την κατώτατη αμοιβή από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης μόνο «παιχνίδι εντυπώσεων» δεν είναι. Μαζί με την κατάθεση ερώτησης στη Βουλή για την «ώρα του πρωθυπουργού» με θέμα τα εργασιακά (την οποία ο κ. Μητσοτάκης αναγκάζεται να τη μετατρέψει σε συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών) αποτελεί μια σημαντική πολιτική πρωτοβουλία, με στόχο να ανακοπεί αυτή η επίθεση της κυβέρνησης και να υποχρεωθεί η τελευταία να ανακρούσει πρύμνα. Δεν αποσκοπεί, δηλαδή, μόνο στο να αποκομίσει πολιτικά οφέλη από την άσκηση σκληρής αντιπολίτευσης. Προσδοκά βάσιμα να έχει και άμεσα θετικά αποτελέσματα για τις λαϊκές τάξεις, αναγκάζοντας την κυβέρνηση σε οπισθοχώρηση. Επιχειρεί, με άλλα λόγια, να παράγει άμεσα πολιτικά αποτελέσματα, αισθητά από τις λαϊκές τάξεις, αν και δεν ασκεί κυβερνητική εξουσία.

Αναδιάταξη του πολιτικού τοπίου

Εκτός από αυτά, υπάρχει και μια άλλη σημαντική πλευρά που αγγίζει η κατάθεση αυτής της πρότασης. Στη βάση αυτής της πρωτοβουλίας, με τις δικές τους θέσεις, που έχουν την ίδια κατεύθυνση όμως, θα συναντηθούν και οι περισσότερες δυνάμεις της αντιπολίτευσης, συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση ενός θετικού κλίματος αντικειμενικής συμπαράταξης απέναντι στην κυβερνητική πολιτική. Δεν είναι τόσο μακριά ώστε να ξεχνάμε τις προσπάθειες, που μερικές φορές με επιτυχία κατέβαλε η κυβέρνηση της ΝΔ, για να εμφανίσει ένα συναινετικό πρόσωπο (βλέπε νομοσχέδιο για ψήφο ελλήνων του εξωτερικού, για παράδειγμα). Που δεν είχαν μόνο στόχο την ηγεμονική εμφάνισή της, αλλά και την απομόνωση του ΣΥΡΙΖΑ αναπαράγοντας την εικόνα του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου. Η σωστή επιλογή του γηπέδου στο οποίο γίνεται η αντιπαράθεση με την κυβέρνηση, καθώς και του συγκεκριμένου πολιτικού επίδικου, είναι στοιχεία συμβάλλουν αποφασιστικά όχι μόνο στην επίτευξη του άμεσου πολιτικού στόχου, αλλά και στην επαναχάραξη των διαχωριστικών γραμμών προς όφελος των λαϊκών τάξεων και των δυνάμεων που τις εκπροσωπούν.
Να γιατί έχει βάση ο προκαταβολικός ισχυρισμός ότι αυτή η πρωτοβουλία θα μπορούσε να αποτελέσει υπόδειγμα άσκησης αποτελεσματικής αντιπολίτευσης, που δεν περιορίζεται στις επικοινωνιακές εντυπώσεις τις οποίες αφήνει η εικόνα αντιπαράθεσης στη Βουλή (αν και δεν χρειάζεται να την υποτιμάμε ή το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στην ολομέλεια. Υπάρχουν πλειοψηφίες που μπορούν να μειώσουν την κατώτατη αμοιβή κατά το ένα τέταρτο μέσα σε μια νύχτα, αλλά έρχονται νύχτες που και αυτές οι ίδιες είναι δυνατόν να απομειωθούν σε μειοψηφίες.

Χ. Γεωργούλας
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet