Του Ευθύμη Παπαβλασόπουλου*

Το επτάμηνο που διέρρευσε από την κυβερνητική μεταβολή του Ιουλίου προσφέρεται για μια πρώτη συνολική αποτίμηση του πολιτικού σχεδίου της Νέας Δημοκρατίας. Ένα σχέδιο που, παρά τις αντιφάσεις και τις έκτυπες αστοχίες του, διαμορφώνει μεθοδικά τους πολίτικους, θεσμικούς και συμβολικούς όρους για την πολιτική κυριαρχία και την ιδεολογική ηγεμονία της Νέας Δεξιάς. Μάλιστα, από την άποψη της πολιτικής του αποτελεσματικότητας θα μπορούσε να κριθεί απρόσμενα επιτυχημένο, αφού φαίνεται ότι απολαμβάνει τη σιωπηρή ανοχή της κοινωνίας, ενώ συναντά αναιμικές αντιστάσεις από την αντιπολίτευση.
Στον πυρήνα αυτής της σύνθετης στρατηγικής βρίσκεται ασφαλώς ο νεοφιλελεύθερος αυταρχισμός, προνομιακό εργαλείο παγίωσης της θηριώδους αναδιανομής σε βάρος των ασθενέστερων στρωμάτων και του γενικότερου συμφέροντος και της κανονικοποίησης της αντιδημοκρατικής και αντιπλουραλιστικής διολίσθησης που σημειώθηκε κατά την περίοδο της κρίσης. Με τα ζητήματα αυτά ασχολήθηκα εκτενώς σε προηγούμενη αρθρογραφία μου στις φιλόξενες στήλες της “Εποχής” και των “Ενθεμάτων” της “Αυγής”.
Θα περιοριστώ, λοιπόν, να σχολιάσω ορισμένες πρόσφατες εξελίξεις οι οποίες, χωρίς να συνιστούν ουσιώδη μετατόπιση από τον πυρήνα της πολιτικής της Δεξιάς διευκολύνουν τους σχεδιασμούς και ενισχύουν τη θέση του πρωθυπουργού και της ηγετικής ομάδας. Αναφέρομαι στην εντεινόμενη συγκεντροποίηση και «αποπολιτικοποίηση» της κρατικής εξουσίας, στον έλεγχο του εσωκομματικού παιγνίου και κυρίως στη στροφή σε μετριοπαθέστερες και συναινετικές επιλογές που αποσκοπούν να οριοθετήσουν και να περιορίσουν τον πολιτικό ανταγωνισμό.

Η συγκεντροποίηση και ο έλεγχος των πολιτικών πόρων

Βασική μέριμνα του κυβερνητικού επιτελείου, από τις πρώτες κιόλας ημέρες της διακυβέρνησης, ήταν η συγκεντροποίηση και ο έλεγχος της κρατικής εξουσίας και της κομματικής ισχύος.
Με την εύλογη επίκληση της αποτελεσματικότητας, της συνοχής και του συντονισμού του κυβερνητικού έργου σχηματίστηκε γύρω από τον Κ. Μητσοτάκη ένα πανίσχυρο πλέγμα δομών, στελεχωμένων με πρόσωπα της εμπιστοσύνης του, που ασκούν καθολικό και συγκεντρωτικό έλεγχο σε όλο το φάσμα των πολιτικοδιοικητικών θεσμών και λειτουργιών. Αναφέρω ενδεικτικά: τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Π. Πικραμένο με αρμοδιότητα «την εκπλήρωση οπουδήποτε ειδικού έργου που του αναθέτει ο πρωθυπουργός». Τον υπουργό Επικρατείας Γ. Γεραπετρίτη με βασική αποστολή «την υποστήριξη των ενεργειών και των δράσεων του πρωθυπουργού και την εποπτεία επιτροπών, οργανισμών και φορέων που υπάγονται απευθείας (σε αυτόν)». Και βεβαίως την νεοπαγή παντοδύναμη και πανοπτική Προεδρία της Κυβέρνησης.
Με τη μεθόδευση αυτή, αποδυναμώνονται δραστικά οι υπουργοί, αφού η νομοθετική τους πρωτοβουλία τίθεται σε ένα ιδιότυπο καθεστώς πρωθυπουργικής κηδεμονίας, ενώ ο διαχειριστικός τους ρόλος περιορίζεται από τους υπηρεσιακούς Γενικούς Γραμματείς. Από την άλλη πλευρά, η συμβολική αναβάθμιση του υπουργικού συμβουλίου, όπως έδειξαν και αντίστοιχες εξαγγελίες κατά το παρελθόν, σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται τη συλλογική λειτουργία της κυβέρνησης.
Την ίδια λογική απηχεί και εξυπηρετεί και η επιλογή της προέδρου του ΣτΕ για το αξίωμα της Προέδρου της Δημοκρατίας: Η προέλευσή της επιβεβαιώνει την προϊούσα «συγχώνευση» δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας, ενώ το απολίτικο και τεχνοκρατικό της προφίλ αποκλείει σχεδόν την πιθανότητα, έστω και οριακά, να λειτουργήσει στο μέλλον ως θεσμικό αντίβαρο προς τον πρωθυπουργό.
Η στρατηγική ελέγχου του κράτους συνδυάζεται αρμονικά με τη διαφαινόμενη κυριαρχία του Κ. Μητσοτάκη στο εσωκομματικό παίγνιο και, μάλιστα, χωρίς να εκδηλωθούν οι συνήθεις για την παράταξη εντάσεις και ρήξεις.
Η απόφασή του να μην προτείνει το Π. Παυλόπουλο για μια δεύτερη θητεία δεν εξουδετέρωσε μόνο ένα δυνητικό θεσμικό ανταγωνιστή, αλλά επιπροσθέτως σηματοδότησε τη συμβολική του ρήξη με την καραμανλική παράδοση και επιβεβαίωσε τη δραματική αποδυνάμωση της πάλαι ποτέ ισχυρής ομάδας της λαϊκής δεξιάς. Ταυτόχρονα, η άρνησή του να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του Α. Σαμαρά για τη θέση του Επίτροπου αρχικά και του ΠτΔ στη συνέχεια, δηλώνει την πρόθεσή του να αποδεσμευτεί από το καθεστώς ομηρίας που του επέβαλε η στρατηγική του συμμαχία με την ακροδεξιά συνιστώσα του κόμματος και να πάρει τις αναγκαίες αποστάσεις από το εθνικιστικό και ρατσιστικό της παραλήρημα.

Η τακτική στροφή στη μετριοπάθεια και τη συναίνεση

Στη συνάφεια αυτή η ηγετική ομάδα έχοντας εδραιώσει τη θέση της στο κράτος και στο κόμμα, διαθέτει πλέον ευρεία ευχέρεια να επαναπροσδιορίσει τη θέση της Νέας Δημοκρατίας σε μια ρευστή ακόμη πολιτική σκηνή, που βρίσκεται υπό αναδιαμόρφωση, διατηρώντας την πρωτοβουλία των κινήσεων. Πράγματι, μετά το κρεσέντο πολιτικοθεσμικού αυταρχισμού και κοινωνικού συντηρητισμού που διασφάλισε την ηγεμονία της στα δεξιά του πολιτικού φάσματος και αποκατέστησε σε μεγάλο βαθμό την διαρραγείσα συνοχή της, μια σειρά από πρωτοβουλίες που εκδιπλώνονται το τελευταίο διάστημα υπογραμμίζουν την τακτική της στροφή προς την πολιτική μετριοπάθεια και συναίνεση.
Στην κατεύθυνση αυτή φαίνεται να κινούνται η επανίδρυση του υπουργείου Μεταναστατευτικής Πολιτικής και η εγκατάλειψη της θέσης για δημιουργία κλειστών κέντρων κράτησης των προσφυγών τύπου Αμυγδαλέζας, η επιδίωξη διακομματικής συνεννόησης στα λεγόμενα εθνικά θέματα και η διατήρηση Γενικών Γραμματέων υπουργείων που τοποθέτησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Το προοδευτικό και συναινετικό προφίλ, που επιχειρεί να φιλοτεχνήσει η ηγεσία εξυπηρετεί, επίσης και η νέα Πρόεδρος της Δημοκρατίας, επιλογή μάλιστα που έφερε σε δυσχερή θέση την αξιωματική αντιπολίτευση αλλά και η απόπειρα ανακατασκευής της ιστορίας και γενεαλογίας της Δεξιάς με την συμπερίληψη της βενιζελικής παράδοσης.
Αποτελούν, όμως, όλα τα παραπάνω αξιόπιστες ενδείξεις ενός στρατηγικού αναπροσανατολισμού της ηγετικής ομάδας στο έδαφος του πολιτικού φιλελευθερισμού και της μετριοπάθειας; Όπως υπαινίχθηκα και παραπάνω ο νεοφιλελεύθερος αυταρχισμός αποτελεί τον σκληρό και αδιαπραγμάτευτο πυρήνα της κυβερνητικής πολιτικής.
Ως εκ τούτου, τα φαινομενικά αντιφατικά μηνύματα που εκπέμπει δεν μπορεί παρά να αποτελούν τακτικούς ελιγμούς με πολλούς αποδέκτες και πολλαπλές στοχεύσεις. Συγκεκριμένα επιδιώκουν να καθησυχάσουν τους διανοούμενους και δημοσιολόγος της κεντροαριστεράς που συνέβαλαν αποφασιστικά στην απονομιμοποίηση του αντιπάλου και στην εκλογική επιτυχία της Νέας Δημοκρατίας και οι οποίοι βρέθηκαν σε έκδηλη αμηχανία με τα μαζικά κρούσματα του απροκάλυπτου αυταρχισμού (βλ. λ.χ την αντίδραση του Ν. Αλιβιζάτου στην προσπάθεια του υπουργού ΠΡΟΠΟ να συγκαλύψει τα πρωτοφανή επεισόδια αστυνομικής βίας).
Ο βασικότερος, όμως, στόχος αυτής της μετατόπισης είναι να εξουδετερώσει εν τη γενέσει του το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ να οικειοποιηθεί το σχολάζον συμβολικό κεφάλαιο του «πολιτικού κέντρου», να ανασχέσει τη διαφαινόμενη προσέγγισή του με το ΚΙΝΑΛ και, κυρίως, να αποτρέψει την συγκρότηση ενός αντιδεξιού μετώπου που θα αμφισβητήσει την πολιτική κυριαρχία της Δεξιάς.

* Ο Ευθ. Παπαβλασόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet