Του Νάσου Ηλιόπουλου

Στη μνήμη του αγαπημένου δάσκαλου και συντρόφου Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

Βρισκόμαστε στην άνοιξη του 2006. Η τότε κυβέρνηση της ΝΔ θεωρεί ότι είναι καλή ιδέα να προωθήσει ένα νέο νόμο πλαίσιο για την λειτουργία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο συγκεκριμένος νόμος αποτελούσε ένα αποφασιστικό βήμα σε μια διαδικασία αυταρχικής αναδιάρθρωσης των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Η απάντηση απέναντι στις φοιτητικές καταλήψεις, που σταδιακά εμφανίζονται, είναι βγαλμένη από το παραδοσιακό μάνιουαλ του νεοφιλελευθερισμού. Συκοφάντηση των φοιτητριών και των φοιτητών, συνδυασμένη με άφθονη καταστολή. Κάπου εκεί, όμως, η δυναμική του κινήματος ξεφεύγει από κάθε πρόβλεψη ή σχεδιασμό. Στο σύνολο σχεδόν των σχολών υπερψηφίζονται τα αγωνιστικά πλαίσια. Χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες από σχολές που δεν ακολουθούσαν με ευκολία τις κινητοποιήσεις, όπου πχ στην ΑΣΟΕΕ όπου διεξάγεται συνέλευση με 1700 άτομα και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας αποφασίζεται πανηγυρικά κατάληψη.

Το κίνημα υπεράσπισης

Χρειάστηκαν δύο μήνες κινητοποιήσεων για να ακυρωθεί ο σχεδιασμός του νέου νόμου. Η κρίσιμη μάχη όμως ήταν μπροστά. Στη βουλή προχωρούσε η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης. Ένα από τα υπό συζήτηση άρθρα ήταν και το άρθρο 16. Αυτό, δηλαδή, που εξασφαλίζει το δημόσιο χαρακτήρα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Η συγκεκριμένη μάχη, με τους δεδομένους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, φαινόταν αδύνατη. Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ συμφωνούσαν στην ανάγκη ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων, όπως χαρακτηριστικά έλεγαν.
Το ρήγμα του καλοκαιριού, όμως, ήταν ακόμα ανοιχτό. Πολύ γρήγορα οι φοιτητικές συνελεύσεις άρχισαν ξανά να αποφασίζουν με τεράστιες πλειοψηφίες υπέρ των καταλήψεων. Η αντιπαράθεση δεν περιορίστηκε ανάμεσα στο φοιτητικό κίνημα και την κυβέρνηση. Η ομοσπονδία των πανεπιστημιακών στήριξε ουσιαστικά το αίτημα για δημόσια εκπαίδευση, στον δρόμο δίπλα στους φοιτητές και τις φοιτήτριες. Το επόμενο βήμα, ωστόσο, ήταν αυτό που έπαιξε έναν κρίσιμο ρόλο για την ουσιαστική «κοινωνικοποίηση» του αγώνα. Η δημιουργία της πρωτοβουλίας για την υπεράσπιση του άρθρου 16 αποτέλεσε μια μεγάλη ανοιχτή συσπείρωση που κατάφερε να μεταφέρει τον αγώνα σε όλη τη χώρα. Με περισσότερες από 150 εκδηλώσεις πανελλαδικά, με συμμετοχή ανθρώπων από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, και χωρίς να περιορίζεται στους ανθρώπους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία αποτέλεσε μία από τις καλύτερες, ευφάνταστες και αποτελεσματικές κινηματικές πρακτικές των τελευταίων χρόνων.

Τι μας λέει, σήμερα, η συγκεκριμένη εμπειρία;

Η κοινωνική πόλωση που κατάφερε να δημιουργήσει το κίνημα για την υπεράσπιση του άρθρου 16 ήταν τέτοια που το ΠΑΣΟΚ αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τη διαδικασία της αναθεώρησης. Προφανώς, η τότε ηγεσία του δεν μπορούσε να παραδεχτεί ποιο ήταν το πραγματικό ζήτημα και έτσι αναγκάστηκε να βρει μια διαδικαστική δικαιολογία για να αποχωρήσει. Αυτό που αρχικά φαινόταν ως μια χαμένη μάχη είχε κερδηθεί. Το άρθρο 16 δεν αναθεωρήθηκε. Μάλιστα, ακριβώς επειδή το συγκεκριμένο άρθρο λειτούργησε ως ο αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα της συνταγματικής αναθεώρησης, κατέρρευσε το σύνολο της διαδικασίας. Διασώθηκαν έτσι και άλλες συνταγματικές διατάξεις, όπως το σημαντικό για την προστασία του περιβάλλοντος άρθρο 24.
Τι έχει να μας πει, σήμερα, η συγκεκριμένη εμπειρία; Η αξία της δεν περιορίζεται στην εύκολη αναλογία με την σημερινή αναγνώριση των κολλεγίων. Αντιθέτως, έχει να μας μάθει, ή πιο σωστά να μας υπενθυμίσει, πολλά περισσότερα. Το βασικό είναι η αξία που έχει ο συσχετισμός δύναμης. Η υπενθύμιση δηλαδή ότι και τα κινήματα μπορούν να ασκούν εξουσία. Το κίνημα για το άρθρο 16 νίκησε, δηλαδή επέβαλε την άσκηση μιας συγκεκριμένης δημόσιας πολιτικής. Άρα στην σημερινή περίοδο, δουλειά της Αριστεράς που θέλει να είναι χρήσιμη στην κοινωνική πλειοψηφία, είναι η εφαρμογή μια τέτοιας γραμμής μαζών. Ενός αποτελεσματικού «πολέμου θέσεων» που θα συνδυάζει την κοινωνική κινητοποίηση με την εναλλακτική πρόταση.
Κάπως έτσι όμως φτάνουμε και στη δεύτερη κρίσιμη υπενθύμιση. Η πραγματική ενσωμάτωση της Αριστεράς στο παλιό πολιτικό σύστημα θα γίνει όταν η διαδικασία εκλογικής της καταγραφής αποκοπεί από τη δυνατότητα της να παράγει κοινωνικά αποτελέσματα. Πολύ απλά αφού ένα κόμμα του 4% μπόρεσε να είναι χρήσιμο και να λειτουργήσει ως καταλύτης σε μια τέτοια κινηματική διαδικασία, πολλαπλά χρήσιμη θα έπρεπε να είναι μια δύναμη του 32%. Προφανώς ο προηγούμενος ισχυρισμός φέρει μια υπερβολή. Αυτό γιατί γνωρίζουμε πολύ καλά ότι τα κινήματα δεν τα παραγγέλνεις, ούτε επιλέγεις εσύ την στιγμή της έκρηξης. Αυτή είναι η σημασία του αστάθμητου χαρακτήρα του κοινωνικού ανταγωνισμού. Δεν ακυρώνει όμως την αξία του να εστιάζουμε στο ουσιαστικό, δηλαδή την εμπλοκή στα πραγματικά κοινωνικά μέτωπα και όχι στις διαδικασίες «εσωτερικού χώρου», είτε του πολιτικού συστήματος είτε των εσωκομματικών ανταγωνισμών. Ίσως υπερβάλω ξανά, αλλά όπως λέει μια κινέζικη παροιμία «η υπερβολή φωτίζει την αλήθεια».

Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet