Ομοιότητες και διαφορές δύο πολιτικών τοπίων

Το κεντροευρωπαϊκό τοπίο των Βρυξελλών δεν έχει καμία σχέση με τη μεσογειακή ατμόσφαιρα των Καννών. Κι όμως, την εβδομάδα που πέρασε υπήρξαν στιγμές που οι Βρυξέλλες θύμιζαν Κάννες του 2011.
Όπως και τότε υπήρχε στο πρόγραμμα μια σύνοδος κορυφής. Όπως και τότε στο επίκεντρό της βρέθηκε ένας έλληνας πρωθυπουργός. Όπως και τότε ήταν φανερή η πρόθεση όλων σχεδόν των άλλων ηγετών, τουλάχιστον όμως του σκληρού πυρήνα του διευθυντηρίου, να φέρουν σε τόσο δύσκολη θέση τον εκπρόσωπο της Ελλάδας, που να μην μπορεί να σταθεί στην πολιτική σκηνή της χώρας του, και ν’ ανοίξει έτσι ο δρόμος για ανατρεπτικές πολιτικές εξελίξεις.
Βασική προϋπόθεση επιτυχίας του σχεδίου εκείνου, θα το θυμάστε, ήταν η ύπαρξη κάποιων προθύμων να συμπράξουν σ’ αυτό, ακόμη και υπονομεύοντας από μέσα τον τότε πρωθυπουργό και πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ.

Χτες και σήμερα

Εδώ είναι που αρχίζουν οι διαφορές του χτες από το σήμερα. Στις Κάννες ο κ. Γ. Παπανδρέου έφτανε συνοδευόμενος από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης κ. Βενιζέλο, προκειμένου από κοινού να ανακοινώσουν στους εταίρους την πρόθεσή τους να προχωρήσουν σε δημοψήφισμα με το ερώτημα της έγκρισης ή μη της συμφωνίας στην οποία έχουν καταλήξει. Το δίδυμο, όμως, αποδείχθηκε ότι δεν διέθετε συνοχή. Αντίθετα, στοιχεία πού ήρθαν στο φως της δημοσιότητας, δείχνουν ότι η εφαρμογή του σχεδίου ανατροπής της κυβέρνησης Παπανδρέου και της εγκατάστασης της κυβέρνησης Παπαδήμου στηρίχθηκε στη διαίρεσή του με οδηγό τον κ. Βενιζέλο.
Την εβδομάδα που πέρασε στις Βρυξέλλες –ίσως και τις επόμενες μέρες– οι μόνοι σύμμαχοι που θα μπορούσαν να βρουν οι ευφάνταστοι εταίροι, ήταν εκτός των ορίων του ΣΥΡΙΖΑ και γενικότερα της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Ως βασικός συνεργάτης σ’ ένα τέτοιο σχέδιο προσφέρθηκε ο κ. Σαμαράς. Φεύγοντας από την Αθήνα, για να παρευρεθεί στη συνάντηση ηγετών του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, είχε φροντίσει να δηλώσει ότι είναι έτοιμος να συμβάλει στη συγκρότηση κυβέρνησης από την παρούσα Βουλή –«εθνικής σωτηρίας» προφανώς, για άλλη μία φορά– στην οποία δεν θα ήταν πρωθυπουργός ο Τσίπρας, ούτε κι ο ίδιος, όπως μεγάθυμα διευκρίνισε.
Πρόκειται για σαφή πρόσκληση σε πραξικόπημα. Έτσι ονομάζεται η ανατροπή ενός πρωθυπουργού, πρόσφατα μάλιστα εκλεγμένου με νόμιμες εκλογές, και η αντικατάστασή του από κάποιον δοτό, συμφωνημένο στα παρασκήνια της αντιδημοκρατικής συνωμοσίας.
Αυτός ο σχεδιασμός, όσο κι αν φαντάζει στις δεδομένες συνθήκες αστείος, θα μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή, αν δεν προσέκρουε σε σοβαρά εμπόδια.

Οι δυσκολίες του σχεδίου

Πρώτο και σημαντικότερο η ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ. Επί πέντε μήνες πολεμούν με κάθε μέσο να τη θέσουν σε δοκιμασία. Και δεν φαίνεται δύσκολο, αν λάβουμε υπόψη το βραχύ χρονικό διάστημα που διανύει ο ΣΥΡΙΖΑ με τη μορφή και τη λειτουργία ενιαίου κόμματος. Αλλά και τις δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες ανέλαβε κυβερνητικές ευθύνες. Αν προσθέσουμε και τα σοβαρά κενά που παρουσιάζει στη συλλογική λειτουργία του και στην οργανική σύνδεση του κυβερνητικού έργου με την πολιτική λειτουργία του κομματικού σώματος, τότε οι επίδοξοι διχαστές του θα μπορούσαν εύλογα να φανταστούν ότι είχαν εύκολο έργο μπροστά τους.

Αίσθημα συλλογικής ευθύνης

Η διάψευσή τους θα όφειλε να μας κάνει όλους, όσοι αγωνιούμε για το παρόν και το μέλλον της νέας κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ, να αναλογιστούμε πόσο σημαντική είναι η υπεράσπιση της συλλογικής δημοκρατικής λειτουργίας, η οποία διασφαλίζει την ουσιαστική ενότητα και συνεπώς την αμυντική ικανότητα ενός πολιτικού οργανισμού, ιδίως της Αριστεράς. Η ευθύνη για την εξασφάλιση αυτών των προϋποθέσεων της ενότητας προφανώς δεν ανήκει μόνο στην ηγεσία με τη στενή έννοια. Ανήκει στον καθένα που μπορεί να πράξει το ελάχιστο για την άρση των όποιων εμποδίων θέτουν σε κίνδυνο τη διασφάλισή της. Ιδίως σε κρίσιμες περιστάσεις, η σιωπή ή η αδράνεια δεν δικαιολογούνται.
Ο σχεδιασμός αυτός προσέκρουσε και σε ένα ακόμα, λιγότερο σημαντικό αλλά υπαρκτό, εμπόδιο. Η συμπλεγματική προβολή του πραξικοπήματος ως «εθνικής λύσης» από τον κ. Σαμαρά ήρθε σε μια στιγμή που το σκηνικό στραγγαλισμού της ελληνικής κυβέρνησης, το οποίο έχει στηθεί στις Βρυξέλλες, είχε φτάσει σε τέτοιο απεχθές σημείο, που ακόμα και φίλιες προς τη ΝΔ δυνάμεις δεν έκριναν σκόπιμο να το υποστηρίξουν, τουλάχιστον ανοιχτά.

Αποδυναμωμένη στήριξη

Η φαινομενικά αυθαίρετη μεταστροφή των τριών θεσμών, που από την πανηγυρική αναγνώριση της πρότασης της ελληνικής κυβέρνησης ως πολύ καλής βάσης για την τελική συζήτηση κατέληξαν να θέτουν ξανά ως νέα βάση τις δικές τους εμμονικές θέσεις μέσα σε ένα – δύο εικοσιτετράωρα, καθώς και η άρνησή τους να συζητήσουν το ζήτημα του χρέους, ανάγκασαν πολλούς να μιλήσουν έμμεσα για την ανάγκη στήριξης της ελληνικής κυβέρνησης και όχι για την ανατροπή της.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τη στιγμή που ο κ. Σαμαράς δήλωνε στις Βρυξέλλες «διεμήνυσα στους ηγέτες της ΕΛΚ ότι το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας είναι αδιαπραγμάτευτο», λες και κάποιος το διαπραγματεύεται (ποιος άλλος: η κυβέρνηση…) τοποθετώντας ξανά τον εαυτό του από την απέναντι πλευρά, ή ότι «τους διεμήνυσα επίσης πως θα αγωνιστούμε για να μειωθούν τα φορολογικά βάρη και να περιοριστούν οι δαπάνες, όπως ήδη είχαμε αρχίσει να κάνουμε, γιατί μόνο έτσι θα βγει η Ελλάδα από την κρίση» δίνοντας ξανά διαπιστευτήρια στους δανειστές, το κύριο άρθρο της «Καθημερινής» 925/6), σε άλλο μήκος κύματος, αφού εκτιμούσε ότι «ο πρωθυπουργός έλαβε μια υπεύθυνη απόφαση», αποφαινόταν ότι «είναι πια σαφές ότι ένα ευρωπαϊκό ισχυρό κέντρο θέλει την Ελλάδα εκτός Ευρώπης» και τόνιζε ότι «οι εταίροι και δανειστές πρέπει να βοηθήσουν (…) και να δώσουν μια ρητή δέσμευση ρύθμισης του χρέους». Με τέτοιους φίλους τι να τους κάνει τους εχθρούς ο κ. Σαμαράς.

Σχέδιο αποδυνάμωσης του ΣΥΡΙΖΑ

Δεν πρόκειται, ωστόσο, περί αχαριστίας φίλων. Μάλλον περί διαφορετικής πολιτικής εκτίμησης δικαιούμαστε να ομιλούμε.
Καθώς από την πλευρά της κυβέρνησης και της κυβερνητικής πλειοψηφίας όλο και πιο συχνά ακούγεται η ανάγκη προσφυγής στην κρίση του λαού, ακόμα και στην περίπτωση που διαφαίνεται συμφωνία στον ορίζοντα, πολύ περισσότερο αν δεν είναι δυνατή, το ενδεχόμενο εκλογικής αναμέτρησης δεν αποτελεί ελκυστική εξέλιξη ούτε για τον κ. Σαμαρά (γι’ αυτό και ξορκίζει τις εκλογές σαν «καταστροφική επιλογή», για τη χώρα τάχα, όχι για τον ίδιο). Αλλά ούτε και για τα συμφέροντα που ο κ. Σαμαράς επιθυμεί να εκπροσωπεί: δεν είναι λίγοι αυτοί που στο μπλοκ της συντηρητικής παράταξης θεωρούν βέβαιο ότι, για μεγάλο διάστημα ακόμα, οι εκλογές θα έχουν έναν σίγουρα ηττημένο, τον κ. Σαμαρά. Συνεπώς, ούτε τα σχέδιά του για «παπαδημική» κυβέρνηση μπορούν για την ώρα να στηρίξουν, ούτε τις εκλογές να αποτολμήσουν. Γιατί και οι δύο επιλογές, για να είναι συμφέρουσες, χρειάζονται μία προϋπόθεση: την ικανή αποδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ, είτε με την εξουδετέρωση της δυνατότητάς του να εφαρμόσει σημαντικά στοιχεία του προγράμματός του, είτε με τη διαίρεσή του. Αν τρωθεί σοβαρά σε ένα από τα δύο αυτά σημεία, τότε όλα είναι πιθανά και μερικά αδύνατα.


Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet