Οι Χριστιανοδημοκράτες της Θουριγγίας αρνήθηκαν αυτή την εβδομάδα την πρόταση της Αριστεράς να εκλεγεί προσωρινά ως πρωθυπουργός η προερχόμενη από αυτούς Κριστίνε Λίμπερκνεχτ και να γίνουν εκλογές μέσα στις επόμενες 70 ημέρες. Αφενός, γνωρίζουν ότι όσο γρηγορότερα γίνουν οι εκλογές τόσο δυσκολότερο θα είναι να έχει ξεχαστεί από τους ψηφοφόρους το ατόπημά τους να συνεργαστούν με την ακροδεξιά. Αφετέρου, δεν μπορούν να ξεπεράσουν τις ψυχροπολεμικές ιδεοληψίες τους και να ψηφίσουν μαζί με την Αριστερά. Ο γερμανικός συντηρητισμός αποδεικνύει ότι ο αντικομμουνισμός είναι μέσα του πολύ πιο βαθιά ριζωμένος από τον αντιφασισμό.

Οι Χριστιανοδημοκράτες έφτασαν στο σημείο να απορρίψουν την πρόταση της Αριστεράς για ανάληψη προσωρινά της πρωθυπουργίας από την προκάτοχο του Μπόντο Ράμελο, Κριστίνα Λίμπερκνεχτ, που προέρχεται από την Χριστιανοδημοκρατική Ένωση.

 

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Είναι άγνωστο πότε ακριβώς η γερμανική Δεξιά εφηύρε τον όρο «κόκκινες κάλτσες» για να χαρακτηρίσει υποτιμητικά οποιονδήποτε... κοιτούσε Αριστερά στη Γερμανία. Το σίγουρο είναι πως το σύνθημα αυτό αποτέλεσε την ραχοκοκαλιά της εκστρατείας του Χέλμουτ Κολ το 1994. Το παρελθόν της Ανατολικής Γερμανίας ήταν ακόμα πολύ νωπό στις μνήμες των κατοίκων της, οι υποσχέσεις για ανθισμένα τοπία μετά την επανένωση κρατούσαν ακόμα ένα κομμάτι της γοητείας τους και ο τότε γερμανός καγκελάριος αποφάσισε ότι ο εχθρός που έπρεπε να πολεμηθεί με κάθε μέσο ήταν το Κόμμα Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, από το οποίο θα προέκυπτε αργότερα η die Linke. Απαξιωτικά και δαιμονικά αντιμετωπιζόταν, όμως, και όποιος τολμούσε να έρθει σε επαφή με οποιαδήποτε αριστερή ιδέα, με οποιαδήποτε κριτική απέναντι σε ένα σκληρό νεοφιλελεύθερο σύστημα, που εκείνη την εποχή έμοιαζε να καλπάζει ανενόχλητο για να κατακτήσει κάθε γωνιά του πλανήτη.
Ο Χέλμουτ Κολ δεν ήταν ο πρώτος, που είχε αποδείξει ότι η γερμανική Χριστιανοδημοκρατία μισεί την Αριστερά, πολύ περισσότερο από ότι μπορεί να αντιπαθεί το φασισμό. Στην ίδια λογική είχε κινηθεί και το πολιτικό του πρότυπο, ο Κόνραντ Αντενάουερ, ο καγκελάριος που είχε αποφασίσει ότι η χώρα θα πρέπει να προσδεθεί στη Δύση με αντάλλαγμα την άφεση αμαρτιών για πολλούς πρώην συνεργάτες των Ναζί.
Το σύνδρομο της «κόκκινης κάλτσας» αποδείχτηκε ζωντανό στην περίπτωση της Θουριγγίας, όπου οι κινήσεις της ηγεσίας των Χριστιανοδημοκρατών κάθε άλλο παρά απλές γκάφες είναι, όπως προσπαθούν να τις «αθωώσουν» κάποια αμήχανα ΜΜΕ. Αυτό που επιβεβαίωσε είναι ότι σε μια περίοδο που το συντηρητικό στρατόπεδο δεν διανύει και την καλύτερή του φάση στην Γερμανία, προσφεύγει και πάλι στον παλαιολιθικό αντικομμουνισμό για να μπορέσει να συγκολλήσει τα σπασμένα κομμάτια του. Όπως τόνιζε την περασμένη εβδομάδα η εφημερίδα «ντερ Φράιταγκ», ο γερμανικός συντηρητισμός συνεχίζει να αυτοκαθορίζεται ως αντί-αριστερός, αφού αδυνατεί να ανανεωθεί, να παρουσιάσει μια καινούρια πειστική πρόταση, χάνει διαρκώς ψήφους προς τα δεξιά του αλλά και προς το κέντρο. Φοράει έτσι τον μανδύα του σωτήρα από την κομμουνιστική απειλή.

Δεν ψηφίζουν ούτε τη δική τους

Οι Χριστιανοδημοκράτες έφτασαν στο σημείο να απορρίψουν την πρόταση για ανάληψη προσωρινά της πρωθυπουργίας από την προκάτοχο του Μπόντο Ράμελο. Η Κριστίνα Λίμπερκνεχτ ήταν στο παρελθόν πρωθυπουργός, έχει μεν αποσυρθεί από την πολιτική και προέρχεται από την Χριστιανοδημοκρατική Ένωση. Η ίδια ήταν έτοιμη να αναλάβει για ένα σύντομο διάστημα μέχρι να γίνουν νέες εκλογές, για να απαλλαγεί η Θουριγγία από την ντροπή να παραμένει υπηρεσιακός ο Τόμας Κέμμεριχ. Η ηγεσία του κόμματος αρνήθηκε για μια ακόμα φορά να δεχτεί τη συμβιβαστική αυτή πρόταση της Αριστεράς.
Το πόσο αφελές και αναχρονιστικό είναι το συντηρητικό στρατόπεδο δεν το αποδεικνύει μόνο η περίπτωση της Θουριγγίας, όπου ο Μπόντο Ράμελο θεωρείται από τα τρία τέταρτα των ψηφοφόρων ως ένας επιτυχημένος και ρεαλιστής πολιτικός και καμιά σχέση δεν βλέπουν σε αυτόν οι συμπολίτες του με τον κομματικό μηχανισμό της εποχής Χόνεκερ. Συνολικά, ο λόγος της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης μοιάζει βγαλμένος από ασπρόμαυρα διαφημιστικά σποτάκια της δεκαετίας του ‘60. Βεβαίως, δεν συμβαίνει μόνο στη Γερμανία αυτό. Και σε άλλες χώρες της Ευρώπης η αποκαλούμενη «συντηρητική επανάσταση» αποδεικνύεται ως απλή αναπαλαίωση ιδεών περασμένων δεκαετιών. Η δαιμονοποίηση της Αριστεράς παραμένει στοιχείο αυτοκαθορισμού για κόμματα της κεντροδεξιάς, που μπορούν με αυτό τον τρόπο να υποστηρίζουν τι «δεν είναι» από το να πρέπει να εξηγήσουν τι ακριβώς «είναι». Αλλά η γερμανική περίπτωση είναι σημαντική γιατί μιλάμε για την ισχυρότερη χώρα της Ευρώπης και για ένα κόμμα, που σε μεγάλο βαθμό προσδιορίζει τις κατευθύνσεις και τις προτεραιότητες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος.

Δεν φταίει η αποχώρηση Μέρκελ

Όσο αρκούσε η λάμψη της Ανγκέλα Μέρκελ, το πρόβλημα μπορεί να φαινόταν δευτερεύον ή τουλάχιστον να συγκαλυπτόταν κάτω από την δημοφιλία της καγκελαρίου, η οποία έτσι κι αλλιώς πάντα απέφευγε να αυτοτοποθετείται ιδεολογικά και προτιμούσε να ταυτίζεται με πρακτικές ενέργειες. Σήμερα, όμως, που δεν υπάρχει πια η ηγετική φιγούρα, η οποία θα ψηφίζεται και από ανθρώπους, οι οποίοι δεν θεωρούν τον εαυτό τους συντηρητικό, το πρόβλημα αρχίζει να αποκαλύπτεται στις πραγματικές του διαστάσεις. Και φυσικά δεν είναι ένα απλό πρόβλημα μετάβασης από την μια ηγεσία στην άλλη, όπως θα προσπαθήσουν να το υποβαθμίσουν ορισμένοι. Ο εκσυγχρονισμός που υποτίθεται ότι έφερε στο κόμμα της η Ανγκέλα Μέρκελ, η μετατόπιση προς το κέντρο αποδεικνύονται περιστασιακά φαινόμενα, κινήσεις τακτικής από μια «τεχνικό της εξουσίας» και όχι αλλαγές στο γονιδίωμα ενός κόμματος, που αδυνατεί να ξεπεράσει αντιδραστικές κοσμοθεωρίες της εποχής του ψυχρού πολέμου. Οι φανατικοί αντικομμουνιστές, που κατηγορούσαν την καγκελάριο για «σοσιαλδημοκρατικοποίηση» του κόμματος, τώρα έχουν αρχίσει να ρητορεύουν εναντίον της «πρασινοποίησής» του, φοβούμενοι το ενδεχόμενο της συνεργασίας με τους Πράσινους μετά τις επόμενες εκλογές. Αλλά αν φοβάσαι τους σοσιαλδημοκράτες και μισείς τους πιο αριστερά από αυτούς, τότε τι σου απομένει να συνεργαστείς; Ποιους θεωρείς πολιτικά εγγύτερούς σου;
Η κρίση του συντηρητισμού, η ασάφεια του τι ακριβώς θέλει να «συντηρήσει», να προστατεύσει, η ανικανότητά του να πα��ουσιάσει παράλληλα κάτι καινούριο και συμβατό με την εποχή τον οδηγούν στην ανακύκλωση ιδεολογημάτων, στην ανάσυρση δράκων και φαντασμάτων, τα οποία υπόσχεται να πολεμήσει. Η στόχευση είναι στα αντανακλαστικά ενός χαμηλότερου επιπέδου ακροατηρίου, συνήθως μεγαλύτερου σε ηλικία που έχει γαλουχηθεί με τον αντικομμουνισμό, που ακόμα θεωρεί τους πολίτες της πρώην Ανατολικής Γερμανίας «κόκκινες κάλτσες». Δεν γκρεμίζονται, λοιπόν, τυχαία τα φράγματα προς την ακροδεξιά, αφού ασυναίσθητα, αλλά πολλές φορές και συνειδητά, αυτή αντιμετωπίζεται ως ένα αναγκαίο κακό, ως «εχθροί των εχθρών μας» στη μάχη κατά του (νεο)κομμουνιστικού κινδύνου. Η αδυναμία της Χριστιανοδημοκρατίας να ξεπεράσει την προσκόλληση σε στερεότυπα του περασμένου αιώνα, τον οποίο έχουμε ήδη αφήσει πίσω προ εικοσαετίας είναι δηλωτική όχι μόνο των προθέσεών της, αλλά και της τύχης, που της επιφυλάσσει το μέλλον.
Κατά τα άλλα, ο αγαπημένος της οικονομίας και των τραπεζών Φρίντριχ Μερτς, το «ποντάρισμα» του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε για το μέλλον του κόμματος, ανακοίνωσε ότι στο τέλος Μαρτίου θα εγκαταλείψει τη διάσημη επενδυτική εταιρία Blackrock, για να αφιερώσει τις δυνάμεις του στην «ανανέωση του κόμματος». Τόση αυταπάρνηση θα μπορούσε να κάνει κάποιους ακόμα και να δακρύσουν.

ΥΓ. Θα ήταν βεβαίως πολύ απλοϊκό να συνδεθούν ευθέως όλα τα παραπάνω με τη δολοφονική επίθεση ενός ψυχικά ασταθούς ρατσιστή στο Χάναου, την περασμένη Τετάρτη. Όμως τα περιστατικά ακροδεξιάς βίας πυκνώνουν. Η απενοχοποίηση εθνικιστικών ιδεών με μανδύα κάποιες φυλετικές θεωρίες δεν έχει την ίδια επίδραση σε όλους. Το «φράγμα» απέναντι στην ακροδεξιά δε μπορεί να εξαρτάται από πολιτικές, κομματικές σκοπιμότητες. Όσοι θέλουν να θεωρούνται δημοκράτες πρέπει κάποια στιγμή να το κατανοήσουν.
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet