Οι εκλογές στο Αμβούργο, την περασμένη Κυριακή, επιβεβαίωσαν τη βαθιά κρίση ταυτότητας της συντηρητικής παράταξης στην Γερμανία. Οι Χριστιανοδημοκράτες έπεσαν στο τραγικό ποσοστό του 11%, οι Φιλελεύθεροι έμειναν τελικά εκτός Βουλής και οι ακροδεξιοί της «Εναλλακτικής» κατάφεραν να μπουν στις... καθυστερήσεις, ξεπερνώντας οριακά το 5%. Η χανσεατική πόλη αποτελεί μια ιδιόμορφη περίπτωση και οι όποιες αναλύσεις του αποτελέσματος πρέπει να γίνονται με τη δέουσα προσοχή. Κάποιες τάσεις ωστόσο είναι ενδεικτικές, ενώ κάθε αποτέλεσμα έχει τη δική του συμβολή στο συνολικό κλίμα που διαμορφώνεται στη χώρα. Το σίγουρο είναι ότι το αποτέλεσμα συνέβαλε σημαντικά στο να επισπευστούν για τις 25 Απριλίου οι διαδικασίες για την εκλογή του νέου προέδρου της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU).

Του Δημήτρη Σμυρναίου

O νέος πρόεδρος των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών θα διαφέρει σημαντικά σε κάτι από την Ανγκέλα Μέρκελ. Θα είναι αρσενικού γένους, αφού οι τρεις υποψηφιότητες που ανακοινώθηκαν αυτή την εβδομάδα για την διαδοχή της «ατυχήσασας» Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρε είναι από άνδρες πολιτικούς. Το ερώτημα είναι βεβαίως αν πράγματι υπάρχουν τόσο μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, και πόσο θα επηρεάσουν αυτές την εικόνα του κόμματος αλλά και της Γερμανίας, αναλόγως του ποιός θα επικρατήσει.
Tο σίγουρο είναι ότι η διαδικασία αυτή αποφασίστηκε να επιταχυνθεί μετά τις τοπικές εκλογές στο Αμβούργο την περασμένη Κυριακή. Το συνέδριο εκλογής νέου προέδρου της CDU θα γίνει στο Βερολίνο στις 25 Απριλίου, πολύ νωρίτερα δηλαδή από ότι είχαν προτείνει τόσο η Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπάουερ, όσο και οι Ανγκέλα Μέρκελ και Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Η βιασύνη αυτή προφανώς έχει να κάνει με τη δεινή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το κόμμα και ενισχύει υπόνοιες ότι και μέσα στη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση πολλοί θεωρούν ότι οι επόμενες εκλογές θα γίνουν νωρίτερα από τον Σεπτέμβριο του 2021, άρα δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο.
Στο μεταξύ, η ηγεσία του κόμματος στο Βερολίνο δέχτηκε ακόμα ένα «σκαμπίλι» από την τοπική ηγεσία στην Θουριγγία, αφού εκεί, παρά τις υποδείξεις από τα κεντρικά, οι τοπικοί άρχοντες του κόμματος, αποφάσισαν να συναινέσουν τελικά στην εκλογή του αριστερού Μπόντο Ράμελο, στη θέση του πρωθυπουργού. Η σχετική ψηφοφορία αναμένεται για την Τετάρτη, ενώ πρόωρες εκλογές συμφωνήθηκε να γίνουν τον Απρίλιο του 2021. Είναι προφανές ότι αυτή τη στιγμή η Χριστιανοδημοκρατία μοιάζει με παιδική χαρά, όπου το κάθε «παιδί» προσπαθεί ανενόχλητο να κάνει του κεφαλιού του. Δείγμα και αυτό της αποτυχίας της Ανγκέλα Μέρκελ να αφήσει πίσω της ένα κόμμα, που θα έχει σαφή προσανατολισμό και στόχευση.

Το στραπάτσο του Αμβούργου

Στο Αμβούργο, οι Χριστιανοδημοκράτες έσπασαν κάθε αρνητικό ρεκόρ, έχασαν περίπου 5 μονάδες και έπεσαν στο 11%. Απώλειες είχαν βεβαίως και οι Σοσιαλδημοκράτες, αλλά αυτοί ξεκινούσαν από μια πολύ ψηλότερη αφετηρία. Βρέθηκαν στο 39% από 45% που είχαν λάβει πριν από πέντε χρόνια. Αυτοί που τρίβουν τα χέρια τους είναι οι Πράσινοι που διπλασίασαν τα ποσοστά τους και έφτασαν στο 24%. Ο μέχρι τώρα κοκκινοπράσινος συνασπισμός θεωρείται ότι θα επαναληφθεί, παρά τις όποιες προεκλογικές διαφωνίες. Οι Πράσινοι βαδίζουν πλέον από επιτυχία σε επιτυχία σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα και η συμμετοχή τους στην επόμενη ομοσπονδιακή κυβέρνηση αντιμετωπίζεται από όλους τους αναλυτές σχεδόν ως βέβαιη. Μικρή άνοδο, μισής μονάδας, παρουσίασε και η Αριστερά με ποσοστό 9%, σε μια πόλη που πάντα είχε ισχυρά ερείσματα. Ήταν ένα ελπιδοφόρο μήνυμα για την die Linke, όπως άλλωστε και εκείνο της ενίσχυσής της στην Θουριγγία.
Προσωρινές ελπίδες είχε δώσει και η αρχική πρόγνωση, που έδινε την Εναλλακτική για τη Γερμανία (ΑfD) εκτός Βουλής. Τελικά το ακροδεξιό κόμμα με 5,3% πέρασε οριακά, σημειώνοντας μικρές απώλειες σε σχέση με το 2015. Έτσι, επιβεβαίωσε τον κανόνα που το θέλει να ξεπερνά το εκλογικό όριο του 5% σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις στις οποίες έχει πάρει μέρος μετά το 2013. Μεγάλοι χαμένοι εκτός της CDU είναι και οι Φιλελεύθεροι, που τιμωρήθηκαν για τη συνολικά αλλοπρόσαλλη στάση τους, με αποκορύφωμα τη Θουριγγία. Έχασαν περίπου 2,5 μονάδες και έμειναν, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, εκτός, με ποσοστό 4,96%.

Επικεντρώνονται στα πρόσωπα

Τα αδιέξοδα της συντηρητικής παράταξης, για τα οποία γράφαμε και την προηγούμενη εβδομάδα είναι προφανή. Βεβαίως, στο Αμβούργο ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα ισχυρή. Από την άλλη, βέβαια, ο Ολαφ Σολτς, που είχε θριαμβεύσει το 2015, όπως και ο διάδοχος του Πέτερ Τσέτσνερ δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ριζοσπάστες «αριστεροί». Αλλά σε κάθε περίπτωση κάποια συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν. Δεν είναι σίγουρο ότι αυτό θα γίνει με τον πιο ορθολογικό τρόπο, αφού κάθε στραβοπάτημα στην περιφέρεια ενισχύει την νευρικότητα στις τάξεις του μεγάλου συνασπισμού στο Βερολίνο.
Η διαδικασία εκλογής προέδρου της CDU επικεντρώνεται στα πρόσωπα. Οι τρεις υποψήφιοι Φρίντριχ Μερτς, Αρμιν Λάσετ και Νόρμπερτ Ρέτγκεν, δεν διαφωνούν ωστόσο σε βασικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα η τυφλή στήριξη στο νεοφιλελευθερισμό. Είναι περισσότερο οι εσωκομματικές διαφορές και τα προσωπικά «προηγούμενα», που θα παίξουν μεγάλο ρόλο στην όλη διαδικασία, που ξεκίνησε ουσιαστικά την περασμένη Τρίτη.
Ο Φρίντριχ Μερτς είναι λίγο πολύ γνωστός από την ήττα του στο κομματικό συνέδριο το Δεκέμβριο του 2018. Είναι εκπρόσωπος της οικονομικής πτέρυγας, έχει αρκετά συντηρητικές απόψεις για κοινωνικά θέματα, αλλά διαθέτει τη στήριξη ενός μέρους του κομματικού μηχανισμού και του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Ενδεικτικό είναι, επίσης, ότι τον στηρίζει και η αποκαλούμενη «Ένωση Αξιών», μια κλειστή και υπερσυντηρητική ομάδα εντός της Χριστιανοδημοκρατίας με περίπου 4.000 μέλη και μπόλικη οικονομική υποστήριξη. Οι θέσεις της συχνά βρέθηκαν στο όριο της ταύτισης με την ακροδεξιά και αποτελεί ακόμα ένα μείον της θητείας Μέρκελ, ότι δεν κατάφερε να περιορίσει την επιρροή της μέσα στο κόμμα.
Ο Αρμιν Λάσετ πρωθυπουργός στο πιο ισχυρό οικονομικά κρατίδιο της χώρας, στη Βόρεια Ρηνανία Βεσφαλία, θεωρείται ως πιο μετριοπαθής και φέρεται να έχει τη στήριξη της κυρίας Μέρκελ. Οι συντηρητικοί μέσα στο κόμμα τού προσάπτουν αυτό ως μειονέκτημα, αφού πιστεύουν ότι η CDU δε μπορεί να συνεχίσει έτσι. Εντύπωση προκάλεσε ότι κατάφερε να εξασφαλίσει τη στήριξη του Γιενς Σπαν, ως υπαρχηγού του. Ο υπουργός Υγείας έχει επίσης εκφράσει ακραίες απόψεις για το μεταναστευτικό και ήταν τρίτος και καταϊδρωμένος στο συνέδριο του Αμβούργου το 2018. Το γεγονός ότι τώρα αποφάσισε να μην είναι υποψήφιος ο ίδιος, αλλά να στηρίξει τον Λάσετ, ερμηνεύεται και ως ένα άνοιγμα του τελευταίου στην πιο συντηρητική πτέρυγα του κόμματος και για πολλούς τον καθιστά πλέον φαβορί για τη νίκη.
Ο Νόρμπερτ Ρέτγκεν αντιμετωπίζεται ήδη ως αουτσάιντερ. Έχει θητεύσει ως υπουργός Περιβάλλοντος, θέση από την οποία διώχτηκε το 2012 από την τότε κυβέρνηση Μέρκελ με τους Φιλελεύθερους και ασχολήθηκε κατόπιν περισσότερο με θέματα εξωτερικής πολιτικής. Θεωρείται πιο κεντρώος, είναι ο νεότερος σε ηλικία (55 ετών) αλλά δεν έχει πίσω του κάποια μεγάλη «τοπική» οργάνωση να τον στηρίζει. Κάποιοι λένε ότι θα ήταν ιδανικός για να ηγηθεί μιας κυβέρνησης συνασπισμού με τους Πράσινους, αλλά δεν του δίνουν ιδιαίτερες ελπίδες να υπερκεράσει τους άλλους δύο αντιπάλους του. Θεωρητικά πάντως οι δικές του ψήφοι θα μπορούσαν να γείρουν την πλάστιγγα στο δεύτερο γύρο προς τη μεριά εκείνου με τον οποίο θα βρεθεί πιο κοντά. Και οι περισσότεροι τον βλέπουν πιο κοντά στον Αρμιν Λάσετ.
Σε κάθε περίπτωση, όλα δείχνουν ότι αυτό που θα μετρήσει τελικά θα είναι η «εικόνα» των υποψηφίων και σίγουρα όχι κάποια σε βάθος συζήτηση για τα αδιέξοδα του νεοφιλελευθερισμού. Όλα αυτά θα διανθιστούν με εσωκομματικές συνδιαλλαγές και ίντριγκες και στα τέλη Απριλίου η γερμανική Χριστιανοδημοκρατία θα έχει ένα καινούριο ηγέτη, αλλά δεν θα έχει απαλλαγεί καθόλου από παλιές ιδέες. Το μόνο νέο που προκαλεί ήδη ανατριχίλες είναι ενδεχομένως μια εντονότερη υιοθέτηση της θεματολογίας της εθνολαϊκιστικής Δεξιάς.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet