Οι ιστορίες του Ρομπέρτο Φονταναρόσα για το ομορφότερο παιχνίδι…



«Δεν μεγάλωσα θέλοντας να γίνω σαν τον Χούλιο Κορτάσαρ. Μεγάλωσα θέλοντας να γίνω σαν τον Ερμίντο Ονέγα, ποδοσφαιριστής της Ρίβερ Πλέιτ την δεκαετία του ‘50 και του ‘60. Γι’ αυτό και μπήκα στην λογοτεχνία από την πίσω πόρτα, με λασπωμένα τα ποδοσφαιρικά μου παπούτσια, επαναλαμβάνοντας διαρκώς το παλιό μου αστείο: “η αποτυχία μου στο ποδόσφαιρο οφείλεται σε δύο λόγους: Πρώτον: στο δεξί μου πόδι. Δεύτερον: στο αριστερό μου πόδι”». Σε κάποια συνέντευξή του είχε, επίσης, πει: «Αν έπρεπε να βάλω μουσικό φόντο στην ζωή μου, αυτό θα ήταν οι μεταδόσεις ποδοσφαιρικών αγώνων». Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Ρομπέρτο ελ Νέγρο Φονταναρόσα που γεννήθηκε (1944) κι έζησε στο Ροσάριο της Αργεντινής, πόλη την οποία ποτέ δεν απαρνήθηκε. Από τους γνωστότερους γελοιογράφους και δημιουργούς κόμικς σε μια χώρα με τεράστια παράδοση (Mordillo, Quino, Caloi) στον χώρο. Ο ελ Νέγρο, βέβαια, έγινε εξαιρετικά αγαπητός και λόγω του συγγραφικού του έργου, το οποίο περιλαμβάνει τρεις νουβέλες και περίπου τριακόσια διηγήματα, ανάμεσά τους και αρκετά ποδοσφαιρικά στα οποία αποτυπώνεται ουσιαστικά η αργεντίνικη τρέλα για την στρογγυλή θεά, αλλά και η λατρεία τού συγγραφέα για την μία εκ των δύο αιωνίων αντιπάλων της πόλης του, την Ροσάριο Σεντράλ. Εκτός από την αγάπη του κόσμου έλαβε και πολλά βραβεία και διακρίσεις, εν ζωή, αλλά και μετά τον –πρόωρο– θάνατό του, μόλις στα 63 του χρόνια. Ο ελ Νέγρο έγραψε οκτώ διηγήματα με φόντο το αργεντίνικο ποδόσφαιρο και τον ιδιαίτερο τρόπο που βιώνουν το πάθος για τη στρογγυλή θεά – εντός και εκτός γηπέδων – οι Αργεντίνοι. Διηγήματα βγαλμένα από τη ζωή και από την μπάλα, μέσα από την κοινωνική ματιά, την ψυχολογική ανατομία και την αιχμηρή πένα ενός σπουδαίου καλλιτέχνη, που δεν έπαψε ποτέ να είναι αμετανόητος λάτρης του «ομορφότερου παιχνιδιού. Διηγήματα που έγιναν βιβλίο το «Puro Futbol» που κυκλοφορούν εδώ και λίγες μέρες από τις Εκδόσεις Απρόβλεπτες.

Η μπάλα έξω απ’ το χωριό…

«(…)Οι αγριάνθρωποι κατέβαιναν για να μας βγάλουν τα μάτια, έκαναν σέντρες κι ερχόντουσαν δεκαπέντε, ξέρω ‘γώ, χίλιοι. Οι καριόληδες, τους είχε τσούξει κι ήθελαν να μας ξεφτιλίσουν, ήθελαν να μας περάσουν από πάνω. Να λες καλά που ήταν ο λιγνός. Απίστευτος. Στο τελευταίο λεπτό έπιασε μια βολίδα τού πενταριού τους, που εγώ γύρισα για να μην βλέπω, γιατί είπα: «Τώρα τον σκότωσε.» Και στις καθυστερήσεις, άλλο, που ‘ταν και το κορυφαίο, δηλαδή! Ήδη στην περιοχή μας γινόταν χαμός, ήμασταν όλοι εκεί μέσα. Βγαίνει μια φάση από κάτι κόντρες, μετά από ένα κόρνερ, και το οχτάρι τους, ο Παντόφλας, από την άκρη της περιοχής την στέλνει με δύναμη προς το δεξί δοκάρι τού «Φτυστού». Ο λιγνός βουτάει... ο Ουγκίτο δεν προλαβαίνει κι η μπάλα τον βρίσκει στον αέρα! Τον βρήκε, ας πούμε, βρήκε στον γοφό τού Ουγκίτο, που βγήκε να κλείσει, κι έφυγε προς τ’ άλλο δοκάρι τού «Φτυστού». Εγώ νόμισα ότι μπήκε, ας πούμε. Νόμισα ότι μπήκε, γιατί ο λιγνός είχε ήδη βουτήξει, ήταν στον αέρα όταν ο Ουγκίτο τής άλλαξε κατεύθυνση. Δεν ξέρω, δεν ξέρω τι έκανε. Στροφή στον αέρα έκανε... Έχεις δει πώς κάνουν οι κολυμβητές όταν φτάνουν στο τέλος της πισίνας και στρίβουν για να γυρίσουν στην άλλη πλευρά; Κάτι τέτοιο έκανε κι αυτός, στον αέρα, και της έριξε μια με το χέρι, ίσα ίσα με τις άκρες των δαχτύλων του και την άφησε εκεί, να μπιστάει στα δέκα εκατοστά από την γραμμή. Την προλαβαίνω εγώ και, ξέρεις τι; της τράβηξα τέτοια κανονιά που νομίζω ότι την έχασα. Την έστειλα έξω από το χωριό (…)».

Η ζωή του Ρομπέρτο…

Στα 15 του χρόνια περίπου, ο Ρομπέρτο ελ Νέγρο Φονταναρόσα αφού «έμεινε» για δεύτερη φορά στην ίδια τάξη ―αποτυγχάνοντας στα μαθηματικά, την φυσική και την χημεία―, αποφάσισε να παρατήσει το σχολείο, πράγμα για το οποίο δεν μετάνιωσε ποτέ, όπως λέει: «Δεν νιώθω καμιά απογοήτευση που τα παράτησα. Το μόνο ευχάριστο που θυμάμαι από ‘κείνα τα χρόνια είναι οι Τετάρτες, γιατί το μεσημέρι που γύρναγα από το σχολείο πήγαινα στο περίπτερο κι έπαιρνα το περιοδικό Hora Cero[1]. Παρότι δεν συνέχισε το σχολείο, ο ελ Νέγρο δεν είχε αφήσει τον χρόνο του να πάει χαμένος, αφού λόγω του πάθους που είχε από μικρός με το σκίτσο, ήδη είχε αρχίσει μαθήματα δια αλληλογραφίας στην Escuela Panamericana de Arte κι όταν τον επόμενο χρόνο τα ολοκλήρωσε, αναζήτησε την τύχη του στο Μπουένος Άιρες, όμως εκεί τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα ήθελε κι επέστρεψε στο Ροσάριο όπου άρχισε να δουλεύει σε μια διαφημιστική εταιρεία. Μετά από κάποια χρόνια, όμως, λόγω του αδιαμφισβήτητου ταλέντου του ξεκίνησε να δουλεύει σε περιοδικά κόμικς τα οποία κι έφτασαν να πουλούν δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα. Ο ίδιος, με το χαρακτηριστικό του χιούμορ, είχε πει: «Τότε ήταν που άφησα τα κόμπλεξ μου και ασχολήθηκα με τις ιστορίες, αντιγράφοντας ξεδιάντροπα τον Ούγκο Πρατ»».

Μ. Διόγος

[1] Εβδομαδιαίο περιοδικό κόμικς το οποίο είχε ιδρύσει ο πρωτοπόρος Έκτορ Χερμάν Έστερχελντ, ένας πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης που έμελλε να «εξαφανιστεί», μαζί με την οικογένειά του, από την χούντα τού Στρατηγού Βιδέλα.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet