Στις γυναίκες αποδόθηκαν «υποτελείς ρόλοι, λόγω της μειωμένης ευφυΐας τους»



Της Φράνκα Τζανσολντάτι

Στις Ηνωμένες Πολιτείες η ψήφος των γυναικών θεσπίστηκε το 1920, όμως στην Ιταλία τα πράγματα περιπλέχτηκαν με την άνοδο στην εξουσία του Μπενίτο Μουσολίνι: ο φασισμός κατέπνιξε κάθε ώθηση γυναικείας χειραφέτησης, αρχής γενομένης από το δικαίωμα ψήφου. Οι πρώτες αυτοδιοικητικές εκλογές στις οποίες οι γυναίκες κλήθηκαν να συμμετάσχουν διεξήχθησαν από τις 10 Μαρτίου 1946 σε 5 γύρους, ενώ οι πρώτες βουλευτικές εκλογές (που διεξήχθησαν μαζί με το δημοψήφισμα μοναρχία-δημοκρατία) έλαβαν χώρα στις 2 Ιουνίου 1946. Η μάχη για την καθολική ψήφο που ξεκίνησε με την ενοποίηση της Ιταλίας σταμάτησε οριστικά το 1929 με τη συνολική ακύρωση του δικαιώματος ψήφου (για άνδρες και γυναίκες). Δεν συνέβη όμως μόνο αυτό. Για τις γυναίκες άρχισε μια πορεία οπισθοδρόμησης που τις περιόριζε σχεδόν αποκλειστικά στο ρόλο των συζύγων και των μητέρων. Ο φασισμός έφθασε στο σημείο να τις θεωρεί μειωμένης ευφυΐας.

Οι «ζημιές» από την γυναικεία εργασία

Την 20η Ιανουαρίου 1927, με ένα νομοθετικό διάταγμα, η φασιστική κυβέρνηση παρενέβη στους μισθούς των γυναικών, μειώνοντάς τους στο ήμισυ, σε σχέση με τις αντίστοιχες αμοιβές των ανδρών. Ο οικονομολόγος Φερντινάντο Λοφρέντο στην Πολιτική του για την οικογένεια, το 1938, δικαιολογούσε αυτή την επιλογή ως εξής: «Η αναμφισβήτητη μειωμένη ευφυΐα της γυναίκας την εμπόδισε να κατανοήσει ότι τη μεγαλύτερη ικανοποίηση μπορεί να την αισθανθεί μόνο εντός της οικογενείας, τόσο, όσο μεγαλύτερη είναι η σοβαρότητα του συζύγου […] Η γυναικεία εργασία δημιουργεί ταυτοχρόνως δύο ζημιές: την αρρενοποίηση της γυναίκας και την αύξηση της ανδρικής ανεργίας. Η γυναίκα που εργάζεται οδεύει προς την στειρότητα, χάνει την εμπιστοσύνη του άνδρα, συμβάλλει όλο και περισσότερο στη βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης των διάφορων κοινωνικών τάξεων, θεωρεί τη μητρότητα ως ένα εμπόδιο, μια αλυσίδα. Αν παντρευτεί, δύσκολα κατορθώνει να συμφωνεί με τον σύζυγό της, συμβάλλει στην διαφθορά των ηθών, εν τέλει μολύνει τη ζωή του γένους».
Η ιστορικός Ιλάρια Ρομέο, υπεύθυνη του ιστορικού αρχείου του συνδικάτου Cgil, θυμίζει την κακοτράχαλη διαδρομή της γυναικείας χειραφέτησης στην Ιταλία.
Φυσικά και ο Μπενίτο Μουσολίνι στην εφημερίδα Il Popolo d’Italia το1934 επανέφερε την άποψη ότι οι γυναίκες έπρεπε να μένουν σπίτι να κάνουν παιδιά για το καλό της πατρίδας: «Η έξοδος των γυναικών από το εργασιακό πεδίο θα έχει αναμφίβολα οικονομικές επιπτώσεις σε πολλές οικογένειες, αλλά μια λεγεώνα ανδρών θα σηκώσει το ταπεινωμένο μέτωπο και ένας εκατονταπλασιασμένος αριθμός νέων οικογενειών θα μπει ξαφνικά στη ζωή του έθνους. Πρέπει να πεισθούμε ότι η ίδια εργασία που προκαλεί στη γυναίκα την απώλεια των γεννητικών της ιδιοτήτων, φέρνει στον άνδρα έναν ισχυρότατο σωματικό και ηθικό ανδρισμό».

Σχολικοί φόροι για μαθήτριες και φοιτήτριες

Σε ένα άλλο θεμελιώδες θέμα το φασιστικό καθεστώς παρεμβαίνει με τρόπο που δημιουργεί διακρίσεις. Με το Βασιλικό Διάταγμα 2480 της 9ης Δεκεμβρίου 1926, οι γυναίκες αποκλείονται από τη διδασκαλία της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας στα λύκεια. Τους αφαιρούνται και κάποια μαθήματα από τα τεχνικά ιδρύματα και από τα γυμνάσια, και θα τους απαγορευθεί να διοριστούν διευθύντριες ιδρυμάτων. «Ήδη το Βασιλικό Διάταγμα 1054 της 6ης Μαΐου απαγόρευε στις γυναίκες τη διεύθυνση γυμνασίων. Για να ξεριζωθεί πραγματικά το κακό θα διπλασιαστούν οι σχολικοί φόροι για τις μαθήτριες και τις φοιτήτριες, αποθαρρύνοντας έτσι τις οικογένειες να τις στείλουν να σπουδάσουν». Ένας άλλος νόμος του 1934 (νόμος 221) θα περιορίσει και τις προσλήψεις γυναικών, ορίζοντας τον αποκλεισμό των γυναικών από τους διαγωνισμούς ή επιφυλάσσοντας σε αυτές λίγες θέσεις, ενώ ένα νομοθετικό διάταγμα της 5ης Σεπτεμβρίου 1938 θα θέσει ένα όριο του 10% στην απασχόληση γυναικείου προσωπικού στα δημόσια και ιδιωτικά γραφεία.
Το επόμενο έτος, το καθεστώς όρισε τις εργασίες στο δημόσιο για τις γυναίκες: δακτυλογράφηση, τηλέφωνο, στενογραφία, υπηρεσίες αποκομιδής και πρώτη επεξεργασία στατιστικών στοιχείων. Σε αυτό προστίθεται ότι μπορούσαν να εργάζονται ως εκφωνήτριες σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, ως ταμίες (αλλά μόνο σε επιχειρήσεις με λιγότερους από 10 υπαλλήλους), ως πωλήτριες γυναικείων ενδυμάτων, ειδών για το σπίτι, δώρων, παιχνιδιών, αρωμάτων, ειδών ζαχαροπλαστικής, λουλουδιών, ειδών υγιεινής, ραπτομηχανών. Επιτρεπόταν να εργάζονται επίσης ως υπεύθυνες πρατηρίων συνεταιρισμών τροφίμων σε αγροτικές περιοχές, πάντοτε με τον περιορισμό των επιχειρήσεων με λιγότερους από 10 υπαλλήλους, ως επόπτριες βομβυκολογικών και πτηνοτροφικών εκτροφείων και ως διευθύντριες εργαστηρίων μόδας.
Η Ιλάρια Ρομέο καταλήγει ότι δεν είναι τυχαίο που ο Τζοβάνι Τζεντίλε το 1934 σημείωνε: «Η γυναίκα δεν επιθυμεί πλέον τα δικαιώματα για τα οποία αγωνίζεται […]. Στην οικογένεια η γυναίκα ανήκει στον άνδρα, και είναι αυτό που είναι επειδή ανήκει σε αυτόν».

Μετάφραση από το Il Messaggero: Τόνια Τσίτσοβιτς
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet