Του Θωμά Τσαλαπάτη

Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας.
Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη.
Ανάσα και χειρονομιά καμιά μέσ’ στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους.

Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σχήματα
μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε.

Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο
- αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση... -
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο.
Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
Αλλά το τρομερό καραδοκεί.

Ό, τι δεν είναι τέχνη μέσ’ στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει.

(Βύρων Λεοντάρης, Εν γη αλμυρά, 1996)

 

Να μπαίνεις στη γλώσσα με τις λέξεις σου αναποδογυρισμένες. Λέξεις που ακούγονται, αλλά ακόμη δεν σημαίνουν. Πιάνουν χώρο, έχουν όγκο και σχήμα, αλλά δεν αντιστοιχούν. Αναποδογυρισμένες σαν έπιπλα σε ένα διαμέρισμα σε αναμονή. Κάποιος θα κατοικήσει σύντομα αυτές τις λέξεις. Αλλά προς το παρόν αναμονή. Διατεταγμένες, ήσυχες, περιμένουν την ώρα της μοιρασιάς. Όταν θα γίνουν κοινή γνώση, κοινή πληροφορία. Προς το παρόν, όμως, αναποδογυρισμένες, πολλαπλές, στέκουν εκεί ως ενδεχόμενα. Ως επιτυχίες μιας συνεννόησης, ως δοχεία νοήματος, ως κυτταρική ουσία μιας αυριανής εξιστόρησης.
Να μπαίνεις στη γλώσσα γυμνός. Σαν να μην έχει προηγηθεί τίποτα. Σαν να είσαι η παρθένα έκταση της ακοής, φορέας μιας νέας ομιλίας μακριά από τετριμμένα σχήματα λόγου, φράσεις κονσέρβα και νεκρές λέξεις. Γυμνός όπως το διαρκώς νέο. Γιατί οι λέξεις ντύνουν μόνο το γυμνό. Αλλιώς πετούν από στόμα σε στόμα, κρύβονται σε κουφάλες δοντιών, κάτω από τη γλώσσα, στην άκρη του λάρυγγα. Η γύμνια είναι προϋπόθεση ομιλίας. Όπως ο ορίζοντας είναι προϋπόθεση, ώστε η όραση να αρχίσει ξανά. Ο άνθρωπος είναι ο ορίζοντας της γλώσσας του, της ίδιας του της γλώσσας. Και η γύμνια είναι το σύνορο που καταπατήθηκε από ανάγκη.
Δεν υπάρχουν ξένες γλώσσες. Μόνο γλώσσες που δεν μιλάνε. Και άλλες που δεν ακούγονται. Δεν είναι ποτέ οι ίδιες. Ακόμα και αν ξέρεις το γράμμα, ακόμα και αν ξέρεις τη λέξη. Αυτό δεν σημαίνει πως μπορείς να μιλήσεις τη γλώσσα. Γιατί ο κάθε άνθρωπος είναι μια γλώσσα από μόνος του. Σαν τη φωνή μας όπως την ακούμε στα κεφάλια μας, αλλά οποιοδήποτε μαγνητόφωνο αδυνατεί να αιχμαλωτίσει. Ό, τι και να γίνει, αιχμαλωτίζει πάντοτε τη φωνή μας όπως τη μιλάνε οι άλλοι. Έτσι και με τη γλώσσα. Το πολύ να γίνουμε κατανοητοί. Η δική μας γλώσσα είναι μάλλον αδύνατον να μεταδοθεί. Περιοριζόμαστε έτσι στη μεταγλωττισμένη εκδοχή της, στη βιαστική της κόπια για ένα ευρύτερο κοινό.
Να μπαίνεις στη γλώσσα με τις λέξεις σου αναποδογυρισμένες. Αν όχι για σένα, τουλάχιστον για τους άλλους. Σαν φόρος τιμής για αυτούς που χάθηκαν. Γι’ αυτούς που δεν μπορούν πια να ακούσουν τον πόνο και το βάσανο. Είναι σημάνσεις για ασφαλή ναυσιπλοΐα, διεθνείς κώδικες μιας γλώσσας που σημαίνει, μα δεν λέει.
Άδειασε η γλώσσα μας. Κυρίως άδειασε από εμάς. Συνεννοηθήκαμε βεβαίως, κατανοητά και με αξιοθαύμαστη ακρίβεια. Τα πλοία αδειάζουν, τα στρατόπεδα γεμίζουν και εμείς τώρα στεκόμαστε βουβοί. Στον κόσμο αυτό, τον άδειο από λέξεις.

http://tsalapatis.blogspot.com/
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet