Της Βιβής Κεφαλά

Οι επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας δεν είναι κάτι καινούργιο, αφού χαρακτηρίζουν την εξωτερική της πολιτική από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οι νέες διεθνείς συνθήκες που επικράτησαν μετά την κατάρρευση του διπολισμού, οδήγησαν την Τουρκία σε αναζήτηση νέου στρατηγικού ρόλου και οι βλέψεις της επεκτάθηκαν και στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο. Η άνοδος του ισλαμικού κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) έδωσε νέα ώθηση στην πολιτική αυτή, η οποία μάλιστα έλαβε και έναν ιδεολογικο-πολιτικό χαρακτήρα, με στόχο την προσέλκυση των –για διάφορους λόγους- αποδυναμωμένων αραβικών κρατών, στη δημιουργία ενός κοινού μέλλοντος με επίκεντρο την Τουρκία. Το δέλεαρ ήταν εν προκειμένω η εξιδανίκευση του οθωμανικού παρελθόντος και η αναβίωση του υπό την ηγεμονία της Τουρκίας, από τη μία πλευρά, διότι η Τουρκία αποτελούσε την κληρονόμο της οθωμανικής αυτοκρατορίας και, από την άλλη, διότι είχε να επιδείξει την «επιτυχία» της λεγόμενης τουρκο–ισλαμικής σύνθεσης, όπως επίσης και την εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Ωστόσο, το σχέδιο αυτό, αμφίβολης επιτυχίας έτσι και αλλιώς, δέχθηκε την χαριστική βολή από τις αραβικές εξεγέρσεις του 2011, οι οποίες ανέτρεψαν τις περιφερειακές ισορροπίες και έφεραν στο προσκήνιο ισχυρούς μη κρατικούς δρώντες, όπως οι Κούρδοι στη Συρία, αλλά και ισλαμικές τρομοκρατικές οργανώσεις σε Συρία, Ιράκ και Λιβύη. Επίσης, η Άγκυρα είδε, από το 2010 και μετά, να αναπτύσσονται περιφερειακές συμπράξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, στις οποίες δεν συμπεριλαμβανόταν. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία είχε αυτοαποκλειστεί από τις συμπράξεις αυτές εξ αιτίας της επιθετικής της πολιτικής, της επιμονής της να επιβάλλει τους όρους της σε όλους, αλλά και να νομιμοποιήσει παράνομα τετελεσμένα, όπως στην περίπτωση της Κύπρου.

Εργαλειοποίηση των κρίσεων

Όλες αυτές οι εξελίξεις δημιούργησαν πολλά και σοβαρά προβλήματα στην Άγκυρα. Στην Ανατολική Μεσόγειο οι τριμερείς συνεργασίες προχωρούν με αποκορύφωμα την υπογραφή της συμφωνίας για την κατασκευή του EastMed, στις 2 Ιανουαρίου 2020, δηλαδή του αγωγού που θα μεταφέρει φυσικό αέριο, κυρίως από το Ισραήλ, στην Ευρώπη μέσω Κύπρου, Ελλάδας και Ιταλίας. Παρά το γεγονός ότι τα προβλήματα για την κατασκευή του αγωγού αυτού είναι πολλά και η ολοκλήρωση του είναι αβέβαιη -μεταξύ άλλων η Ιταλία δεν υπέγραψε την συμφωνία ακόμα- η Τουρκία έσπευσε να δημιουργήσει επιπρόσθετα προβλήματα, στοχεύοντας πρωτίστως την Ελλάδα, και με όχημα την πολιτική της στην Συρία και στην Λιβύη.

Τόσο στην συριακή όσο και στην λιβυκή κρίση, η Τουρκία έχει αναμειχθεί ενεργά και έχει εργαλειοποιήσει όλες τις δυνατότητες που της προσφέρουν οι κρίσεις αυτές, οι οποίες πολλαπλασιάζονται από την επαμφοτερίζουσα πολιτική των ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, από την ανανεωμένη αντιπαλότητα Ουάσιγκτον – Μόσχας, από τις εσωτερικές αντιθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την αδυναμία των κρατών-μελών της να χαράξουν μία κοινή εξωτερική πολιτική και, τέλος, από τη δραματική πολιτική υποβάθμιση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γενικευμένου ανταγωνισμού και αστάθειας, η Άγκυρα μπορεί, χωρίς συνέπειες μέχρι τώρα, να απειλεί, να εκβιάζει, να προκαλεί, να χρησιμοποιεί στρατιωτική βία, να κάνει πολιτικο–στρατιωτικές συμπράξεις –και όχι μόνο με τη Ρωσία, αλλά και με το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος- είτε επικαλούμενη την ασφάλεια της, είτε διεκδικώντας τα «σύνορα της καρδιάς μας», δηλαδή τα εδάφη της πάλαι ποτέ οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η τουρκική ανάμειξη στη Λιβύη

Έτσι, η ανάμειξη της Τουρκίας στον πόλεμο δια αντιπροσώπων που διεξάγεται στην Λιβύη, τής δίνει τη δυνατότητα να υποστηρίξει την παραπαίουσα –αν και διεθνώς αναγνωρισμένη- κυβέρνηση Σάρατζ, αποστέλλοντας σύριους αντικαθεστωτικούς, στην πραγματικότητα τζιχαντιστές με τους οποίους συνεργάζεται και τους οποίους υποστηρίζει σχεδόν από την αρχή της συριακής κρίσης, όπως επίσης και όπλα, αλλά και τούρκους στρατιώτες. Στόχος της είναι να αποσπάσει οικονομικά ανταλλάγματα, όπως ευνοϊκές πετρελαϊκές συμφωνίες, αλλά και αποζημιώσεις για τις τουρκικές εταιρείες, που επένδυσαν στη Λιβύη πάνω από είκοσι δισεκατομμύρια δολάρια, που εξανεμίστηκαν με τον πόλεμο. Κυρίως, όμως, η τουρκική ανάμειξη στη Λιβύη στόχο έχει να πιέσει την Αίγυπτο, που έχει κοινά σύνορα με τη Λιβύη, όπου δρουν πολλές τζιχαντιστικές ομάδες, αλλά και τη Ρωσία, η οποία στα πλαίσια των προσπαθειών της για διεύρυνση της επιρροής της στη Μεσόγειο υποστηρίζει, ανεπίσημα αλλά ουσιαστικά, τον Χαλίφα Χάφταρ. Έτσι, η Τουρκία στη διελκυστίνδα για τη συριακή επαρχία Ιντλίμπ, μπορεί να διαπραγματευθεί με τη Ρωσία την παρουσία της στην Λιβύη.
Τέλος, η υποστήριξη της Άγκυρας στην κυβέρνηση Σάρατζ, της επέτρεψε να υπογράψει τον Νοέμβριο του 2019 το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο για τον καθορισμό των Ζωνών θαλάσσιας δικαιοδοσίας, απαραίτητο στάδιο για τον καθορισμό των αντίστοιχων Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (ΑΟΖ). Όπως είναι γνωστό, η χάραξη των ζωνών αυτών δεν λαμβάνει υπ’ όψιν κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, τα οποία απορρέουν από το Δίκαιο της Θάλασσας, και αποτελούν μία σαφή πρόκληση της Άγκυρας προς την Αθήνα, με σκοπό να την εξαναγκάσει σε συνεκμετάλλευση του Αιγαίου. Παράλληλα, η χάραξη των ζωνών αυτών δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια στην κατασκευή του EastMed, εφόσον θα περάσει από την «τουρκική» ΑΟΖ.

Ο φόβος της Τουρκίας για αναγνώριση των Κούρδων

Όσο για τον άλλο πόλεμο δια αντιπροσώπων στη Συρία, η Τουρκία φοβούμενη την δημιουργία θεσμικά αναγνωρισμένης κουρδικής οντότητας στη μεταπολεμική Συρία, όπως συνέβη στο Ιράκ, συνέπραξε με τη Ρωσία, διακινδυνεύοντας μία κρίση με τις ΗΠΑ, η οποία τελικά όχι μόνο δεν είχε συνέπειες για την Τουρκία, αλλά και -όπως φαίνεται- η Ουάσιγκτον επιδιώκει την εξομάλυνση των σχέσεων της με την Άγκυρα. Η σύμπραξη Τουρκίας – Ρωσίας είναι θετική για τη Μόσχα, αλλά όχι χωρίς προβλήματα, αφού η Τουρκία ενισχύει τους τζιχαντιστές, μέρος των οποίων χρησιμοποιεί ως μισθοφόρους, γεγονός που ενοχλεί τη Ρωσία, που ακόμα δεν έχει καταφέρει να απαλλαγεί από αυτούς που δροyν στην Τσετσενία. Το βασικότερο, όμως, πρόβλημα είναι η σαφής προσπάθεια της Άγκυρας να δημιουργήσει προτεκτοράτα στη βόρεια Συρία, πράγμα που τη φέρνει αντιμέτωπη με την κυβέρνηση Άσαντ, ζωτικής σημασίας σύμμαχο της Ρωσίας και πυλώνα στήριξης της ρωσικής επανόδου στη Μεσόγειο. Μέχρι στιγμής, η Μόσχα επιτρέπει στην Τουρκία να δρα στρατιωτικά στη Συρία και η υπογραφή συμφωνίας εκεχειρίας Πούτιν – Ερντογάν στις 5 Μαρτίου, αναφορικά με την Ιντλίμπ, απλώς σώζει τα προσχήματα για την Άγκυρα και καθυστερεί τη σύγκρουση με τη Μόσχα, που δεν φαίνεται διατεθειμένη να δώσει λευκή επιταγή στην Άγκυρα για τη Συρία.

Εκβιασμός μέσω των προσφύγων

Στο μεταξύ, η Τουρκία εργαλειοποιεί το ζήτημα των προσφύγων, για μία ακόμα φορά, αμέσως εναντίον της Ελλάδας και εμμέσως εναντίον της ΕΕ. Ανοίγοντας τα σύνορά της και διοχετεύοντας απελπισμένους ανθρώπους στα ελληνικά σύνορα, όπου εγκλωβίζονται, εκβιάζει την Αθήνα. Πρόκειται για μία αδιέξοδη και επικίνδυνη κατάσταση, που μπορεί να μετατραπεί σε ανθρωπιστική κρίση, μιας και η Ελλάδα ακόμα και εάν μπορούσε να ανοίξει τα σύνορά της για τους δεχθεί, δεν θα λύσει το πρόβλημα.
Ο μοναδικός τρόπος άρσης αυτού του τραγικού αδιεξόδου της συρροής προσφύγων στα ελληνικά σύνορα και νησιά θα ήταν η αποφασιστική και έμπρακτη αντιμετώπιση των εκβιασμών της Τουρκίας από την ΕΕ, όπως η επιβολή οικονομικών κυρώσεων, που θα πλήξουν την εύθραυστη οικονομία της. Αν και μία τέτοια στάση των ευρωπαίων εταίρων μας αποτελεί μάλλον ευσεβή πόθο, η Ελλάδα θα πρέπει να τους καταστήσει σαφές ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικό της, μιας και υποχωρώντας στις πιέσεις του εκβιαστή, απλώς τον ενθαρρύνει να ζητάει περισσότερα.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet