Της Λουτσιάνα Καστελίνα

Παρά τη φιλική χειρονομία, με την οποία ο Ματέο Ρέντσι υποδέχτηκε για πρώτη φορά τον νεοεκλεγμένο Έλληνα πρωθυπουργό (του δώρισε μια γραβάτα), είναι αυτός που πρόσφερε τη χειρότερη υπηρεσία στον Αλέξη Τσίπρα, όταν φθάσαμε στο δια ταύτα, λέγοντας ότι το δημοψήφισμα της Αθήνας θα έχει ως αντικείμενο τη διατύπωση θέσης υπέρ του ευρώ ή της δραχμής. Ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που προσπάθησε να εξηγήσει η ελληνική κυβέρνηση, ότι δηλαδή δεν έχει καμία πρόθεση να επιλέξει την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα και να βγει από την ευρωζώνη και ότι αντίθετα θέλει να έχει μεγαλύτερη ισχύ για να επιβάλλει μια συζήτηση – που μέχρι σήμερα δεν διεξήχθη ποτέ – η οποία αφορά την ευρωπαϊκή πολιτική. Επιτέλους, κάποιος που αντί να αναζητήσει καταφύγιο πίσω από τη μοιραία φράση «μας το ζητάνε οι Βρυξέλλες», όπως μας συνήθισαν ανέκαθεν οι ευρωπαίοι κυβερνήτες, απαιτεί να πει την άποψή του για τις επιλογές που γίνονται εκεί.
Είναι βέβαια αλήθεια ότι και στην ίδια την Ελλάδα, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη και στη χώρα μας, υπάρχουν κάποιοι που θα ήθελαν να πουν ότι η Ένωση πέθανε και ότι έτσι είναι καλύτερα, αλλά δεν είναι αυτό το αντικείμενο του δημοψηφίσματος. Ο Τσίπρας ζητά μεγαλύτερη δύναμη για να συνεχίσει τη διαπραγμάτευση και η επιστροφή στη δραχμή είναι το αποτέλεσμα μιας οριστικής αποτυχίας της διαπραγμάτευσης. Ένα ενδεχόμενο, που αυτές τις ώρες, φαίνεται ίσως ότι έχει αποσοβηθεί, παρότι ο κύριος Τουσκ, ο πιο τραχύς από τους θεσμούς, στην τελευταία συνάντηση πέταξε έξω από το τραπέζι τους Έλληνες διαπραγματευτές, δηλώνοντας ότι «το παιχνίδι τελείωσε» (γιατί έτσι συνέβη και όχι το αντίθετο). Είναι μια μικρή ελπίδα, αλλά ήδη αποδεικνύει ότι το να αρνείται κανείς τους εκβιασμούς είναι σωστό.

Εσκεμμένη παραπληροφόρηση

Δυστυχώς όλη αυτή η μακρά διαπραγμάτευση συνοδεύτηκε από έναν επικοινωνιακό πάταγο, που δημιούργησε μεγάλη σύγχυση. Έτσι οι άνθρωποι με τις καλύτερες προθέσεις εξακολουθούν να ρωτάνε αν είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες έχουν μια πληθώρα δημοσίων υπαλλήλων, ενώ αντίθετα έχουν, αναλογικά, τους μισούς από τη Γερμανία. Ρωτάνε αν είναι αλήθεια ότι βγαίνουν όλοι στη σύνταξη στην ακμή της ηλικίας τους, ενώ ο μέσος όρος των χρόνων εργασίας στη χώρα είναι μεγαλύτερος από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η δημόσια δαπάνη για τις συντάξεις, πάντα αναλογικά, είναι η μισή της γαλλικής και ένα τέταρτο της γερμανικής. Η παραγωγικότητα είναι χαμηλή αλλά αυξήθηκε πολύ περισσότερο από ότι στην Ιταλία ή ακόμα και στη Γερμανία.
Αν δούμε με λεπτομέρειες τα σημεία, που διαπραγματεύτηκε η ελληνική ομάδα και αρνήθηκε να δεχτεί τις προτάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών, είναι δύσκολο να παραμείνουμε απαθείς μπροστά στο δίκιο που έχουν να αρνηθούν μια αύξηση του ΦΠΑ στα είδη πρώτης ανάγκης (τρόφιμα, είδη υγιεινής, ηλεκτρικό ρεύμα) και στο ΦΠΑ των νησιών, που ζουν, και μόνο για λίγους μήνες το χρόνο, από τον τουρισμό, όπως και να απορρίψουν την απαίτηση να ψηφίσουν ένα νόμο που επιτρέπει μαζικές απολύσεις. Αρνούνται, επίσης, να ακυρώσουν τις υπάρχουσες πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, αλλά πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι αυτές προέρχονται από ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων, που απολύθηκαν και δεν έχουν πόρους για να επιβιώσουν. Αντίθετα, οι Βρυξέλλες απέρριψαν το ελληνικό αίτημα για αύξηση κατά 12% του φόρου επί των κερδών που υπερβαίνουν τα 500.000 ευρώ.
Εξακολουθούν να επαναλαμβάνουν σε βαθμό εμμονής ότι η Ελλάδα πρέπει να κάνει μεταρρυθμίσεις, αλλά, όπως συμβαίνει εξάλλου και στην Ιταλία, δεν λένε ποτέ ακριβώς για ποιες μεταρρυθμίσεις πρόκειται και με ποιον τρόπο οι μεταρρυθμίσεις, που προτάθηκαν ή εφαρμόστηκαν (βλέπε job act ή Italicum στη χώρα μας) μπορούν κατά κάποιον τρόπο να βοηθήσουν την οικονομική ανάκαμψη. Μήπως η λιτότητα είναι μεταρρύθμιση ή μήπως αντίθετα είναι μια τόσο μυωπική πολιτική που την εμποδίζει; Αυτό είναι το μάθημα που παίρνουμε από την Ελλάδα: Αν, αντί να επιμένουμε σ’ αυτή τη μοναδική συνταγή, ήδη από το 2010, είχαμε θυσιάσει λίγα χρήματα, που θα επέτρεπαν τις αναγκαίες επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό της χώρας, δεν θα είχαμε φθάσει σ’ αυτό το σημείο.  
Υποτίθεται ότι οι Έλληνες εκτός από χαραμοφάηδες είναι και απατεώνες, γιατί πήραν τα χρήματα και δεν τα επιστρέφουν. Αν κάποιοι είχαν μνήμη, πράγμα που φαίνεται πλέον σπάνιο, θα θυμούνταν αυτά που έγιναν φανερά, ίσως και σε εμάς τους ίδιους για πρώτη φορά, όταν ξέσπασε το δράμα του χρέους που συσσωρεύτηκε από τις χώρες του τρίτου κόσμου, που είχαν πρόσφατα αποκτήσει την ανεξαρτησία τους. Ήταν τη δεκαετία του ‘80 και φάνηκε ότι εκείνες οι χώρες ήταν θύματα εκείνων, που τότε δεν υπήρχε φόβος να τους αποκαλέσουμε «διακινητές». Γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο χρεώθηκαν πάνω από κάθε λογική έννοια: λόγω της επίμονης προσφοράς να μεταβούν σε ένα άχρηστο και βλαβερό καταναλωτικό μοντέλο, λόγω του οποίου δεν υπήρχαν πλέον πόροι και το οποίο επιβλήθηκε επειδή συνέφερε τους δανειστές, που ήρθαν μετά να ζητήσουν το λογαριασμό.
Η Ελλάδα δεν είναι Αφρική, αλλά μεγάλο μέρος του χρέους συσσωρεύτηκε ακριβώς κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξαιτίας τραπεζών και επιχειρήσεων χωρίς ενδοιασμούς, κυρίως γερμανικών αλλά όχι μόνο, που κατά τα άλλα σήμερα αποζημιώθηκαν με ευρωπαϊκό δημόσιο χρήμα.

Κοινός χώρος με διαφορετικό μοντέλο

Όταν, λίγο μετά την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, το ’81, φθάσαμε στο εξάμηνο της προεδρίας, που ανατέθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα, ο τότε υπουργός εξωτερικών της κυβέρνησης Παπανδρέου, Χαραλαμπόπουλος, δήλωσε: «Δεν μπορούμε να μείνουμε σιωπηλοί απέναντι σε μια πολιτική γραμμή, που δεν λαμβάνει υπόψη της το γεγονός ότι μια Ευρώπη εννέα μελών ήταν μια Ένωση εννέα πλούσιων χωρών, και ότι μια Ένωση δέκα μελών, και ακόμη περισσότερο όταν θα είναι δώδεκα με την προσεχή είσοδο της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, θα υποφέρει λόγω μιας δραματικής απόστασης βορρά-νότου, για την αντιμετώπιση της οποίας θα είναι αναγκαία μια ευρεία μεταφορά δημόσιων πόρων και ένα κρατικό σχέδιο, που θα στοχεύει στη ρύθμιση των άγριων κανόνων της αγοράς». Επρόκειτο για μια σοφή πρόβλεψη, που τελικά η ελληνική σοσιαλιστική κυβέρνηση ξέχασε, ακόμη και όταν οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις ήταν πλειοψηφία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει καμία ουσιαστική τροποποίηση της πολιτικής γραμμής της Ένωσης. Εξάλλου, τότε ακριβώς αποφασίστηκε η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων χωρίς να ληφθεί κανένα μέτρο ελέγχου και φορολογικής ενοποίησης.
Ο Ρέντσι θα είχε μια καλή ευκαιρία να επαναφέρει τη συζήτηση αυτή και να επιβάλλει το δίκιο των ευρωπαϊκών χωρών στη Μεσόγειο, ενάντια στη λογική της παράλογης και λανθασμένης ομογενοποίησης, που έχει την απαίτηση να υιοθετεί ανάλογες γραμμές οικονομικής πολιτικής για τόσο διαφορετικές πραγματικότητες. Βολεύει, φυσικά. Εκτός κι αν έχουν στο νου τους μια Ένωση χωρίς τους κουρελήδες του νότου, που από πάνω είναι και κομμουνιστές. «Μια Ευρώπη χωρίς τη Μεσόγειο θα ήταν, όπως έγραψε ο Πέρεντραγκ Ματβέγιεβιτς, ένας ενήλικας χωρίς την παιδική του ηλικία». Δηλαδή ένα τέρας.
Όταν άκουσα προχθές κατά τη διάρκεια των ίδιων ραδιοφωνικών ειδήσεων ότι τα τελευταία νέα από τις Βρυξέλλες αφορούσαν ένα τυρί χωρίς γάλα, μια σοκολάτα χωρίς σοκολάτα, και κυρίως μια περιοχή χωρίς μετανάστες, μου ήρθε να πω πηγαίνετε όλοι στο διάβολο!
Όμως δε γίνεται. Με την παγκοσμιοποίηση χάσαμε αυτή την κυριαρχία, που μας επέτρεπαν τα εθνικά κράτη. Σε παγκόσμιο επίπεδο είναι σχεδόν αδύνατο να δημιουργήσουμε θεσμούς, που να μας επιστρέφουν τουλάχιστον ένα μέρος της. Η μόνη ελπίδα είναι να την ανασυστήσουμε σε ένα ευρύτερο επίπεδο από το εθνικό και πιο περιορισμένο από το παγκόσμιο, εκείνο των μεγάλων περιφερειών, στις οποίες ο κόσμος  μπορεί να αρθρωθεί. Η Ευρώπη είναι μια απ’ αυτές. Η συζήτηση όμως ισχύει μόνο αν ο κοινός χώρος δεν είναι μόνο κομμάτι της αγοράς, αλλά μια επιλογή, ένα διαφορετικό μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης, μια θετική επανερμηνεία μιας κοινής παράδοσης. Η διαπραγμάτευση της Αθήνας μας βοηθάει, τελικά, να πάμε προς αυτή την κατεύθυνση και γι’ αυτό πρέπει να την στηρίξουμε.
 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet