Σε μια Ευρώπη που κατά τον Χάμπερμας βρίσκεται σε κατάσταση ζόμπι, η ελληνική κυβέρνηση θέτει το αναγεννητικό ερώτημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης σε μια εποχή αμφισβήτησης της λαϊκής και της εθνικής ανεξαρτησίας εκ μέρους των “θεσμών”.

Του Κριστιάν Σαλμόν*

Ανακοινώνοντας τη διοργάνωση ενός δημοψηφίσματος ο Αλ. Τσίπρας διέρρηξε με πάταγο το στενά νομικό και λογιστικό πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, μέσα στο οποίο ήθελαν να τον κλείσουν οι ηγέτες της ευρωζώνης. Θέτοντας στην κρίση του ελληνικού λαού τα μέτρα που επέμεναν να προτείνουν Κομισιόν, ΕΚΤ και ΔΝΤ, έφερε πάλι μέσα στη διαπραγμάτευση τον κυρίαρχο λαό.
Με μια ομιλία μερικών λεπτών ο Αλ. Τσίπρας ξανάδωσε ζωή και νόημα στην ευρωπαϊκή ιδέα, που ασφυκτιούσε μέσα στο αφήγημα των θεσμών και των τραπεζιτών: «Η Ελλάδα, στην οποία γεννήθηκε η δημοκρατία, οφείλει να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα δημοκρατίας». Δεν πρόκειται για μια πολιτική κίνηση, αλλά για μια διακήρυξη που επανατοποθετεί το ζήτημα της δημοκρατίας στην καρδιά της δημόσιας αντιπαράθεσης στην Ευρώπη. Καλώντας σε συμμετοχή σ’ αυτό το δημοψήφισμα, ο Αλ. Τσίπρας έβαλε τέλος στις διαπραγματεύσεις που είχαν μοναδικό σκοπό τη συνθηκολόγησή του. Εκανε, όμως, και κάτι περισσότερο. Διατύπωσε αυτό που για τους ευρωπαίους ηγέτες και τους δανειστές συνιστά αιτία πολέμου: μια διακήρυξη ανεξαρτησίας.

Ενα νέο είδος πολέμου

Καλώντας τον ελληνικό λαό να ψηφίσει «ναι» σ’ αυτό το δημοψήφισμα, ο κ. Γιούνκερ σίγουρα δεν υπολόγισε τη σημασία της κίνησής του: δεν παρενέβη μ’ αυτό τον τρόπο μόνο στα εσωτερικά μιας χώρας μέλους, αλλά νομιμοποίησε εκ των υστέρων ένα δημοψήφισμα, που είχε θεωρηθεί πρόκληση από τους ηγέτες της ΕΕ. Αλλά ο Γιούνκερ και η Κομισιόν, από τη στιγμή που κηρύχθηκε ο πόλεμος, δεν ενοχλούνται πια από κάτι τέτοια. Εχουν κηρύξει πόλεμο, έναν πόλεμο νέου είδους, ο οποίος δεν έχει μοναδικό αντικείμενο το ελληνικό χρέος, αλλά και το πολιτικό κεφάλαιο του ΣΥΡΙΖΑ.
Το θέατρο επιχειρήσεων αυτού του νέου είδους πολέμου δεν είναι τα παραδοσιακά πεδία των μαχών, είναι οι χρηματοπιστωτικές αγορές, και τα όπλα που χρησιμοποιούνται δεν είναι τανκ και αεροπλάνα, είναι αλγόριθμοι και εκτιμήσεις των οίκων αξιλόγησης. Είναι ένας πόλεμος κινήσεων, που δεν πραγματοποιούνται με μετακινήσεις στρατιωτικών μονάδων στο χώρο, αλλά με ταχύτητα μικροδευτερολέπτων που απαιτείται για τις ηλεκτρονικές πράξεις της αγοράς. Δεν χρειάζεται πια να καταλαμβάνονται πόλεις, τα κέρδη προκύπτουν από τους χειρισμούς που αφορούν τα δημόσια χρέη, από τα προγράμματα που επιβάλλονται στις κυβερνήσεις. Από τις επιβαλλόμενες μεταρρυθμίσεις και τους κάθε είδους χειρισμούς.
Εχουν στις διαταγές τους μια πολιτική τάξη με αναρίθμητους κομπάρσους. Δεν γίνονται συνομιλίες όπως στην παραδοσιακή διπλωματία, αρκεί να γίνει μια κερδοσκοπική επίθεση εναντίον μιας κυβέρνησης. Κι αν τύχει να συναντήσουν αντίσταση εκ μέρους της, βάζουν σε ενέργεια ένα σχέδιο μπανκ ραν, τον χρηματοπιστωτικό πανικό, όπως είδαμε να συμβαίνει την εβδομάδα που πέρασε. Ηταν ένα πραγματικό χρηματοπιστωτικό πραξικόπημα. Ο οίκος Στάνταρ και Πουρς δεν έσφαλε όταν χαρακτήρισε το δημοψήφισμα κακό σημάδι για την «οικονομική σταθερότητα» της χώρας και υποβίβασε την οικονομία της, αποδεικνύοντας άλλη μια φορά την υπαγωγή της ευρωπαϊκής πολιτικής στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Ο μιντιακός πόλεμος

Διεξάγεται, όμως, κι ένας μιντιακός πόλεμος με διαδοχικές μάχες. Η εθνική περηφάνια αντιπαρατίθεται στο φόβο για το αύριο. Οι απειλές και οι προσβολές βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Οποιος σημειώνει απώλεια θέσεων στη διαπραγμάτευση, μπορεί να κερδίσει μια πίστωση θάρρους. Και τούμπαλιν. «Τσίπρας ο απατεώνας», έγραφε ο «Σπίγκελ» μετα την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος. «Η Ελλάδα εκβιάζει την Ευρώπη», αποφαινόταν η «Μπιλντ». Ο ανταποκριτής της «Λιμπερασιόν» στις Βρυξέλλες ανακοίνωνε «την παραίτηση του προέδρου της δημοκρατίας και την ακύρωση του δημοψηφίσματος». Η «Λε Μοντ» δικαιολογούσε εκ των προτέρων ένα πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. «Αυτός ή άλλος», δεν έχει σημασία! «Αν ο Τσίπρας θέλει να παίξει πόκερ, γιατί όχι κι εμείς;» Αλλά ποιοι «εμείς»; Οι πατριώτες του χρηματοπιστωτικού συστήματος; Οι λεγεωνάριοι του ορντολιμπεραλισμού; Οι κληρονόμοι της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας; Από μικρό κι από κουτό μαθαίνεις την αλήθεια...
Το έχουμε πει πολλές φορές από τότε που το πρωτοείπε ο Κίπλιγκ: «Το πρώτο θύμα ενός πολέμου είναι η αλήθεια» και ο χρηματοπιστωτικός πόλεμος δεν αποτελεί εξαίρεση. Αλλά η αλήθεια δεν είναι μόνο ένα παράπλευρο θύμα, είναι διακηρυγμένος εχθρός σ’ αυτό τον πόλεμο. Ο εικονικός κόσμος του χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει ανάγκη να κατασκευάσει τη δική του πραγματικότητα. Πώς θα μπορούσε να κερδοσκοπεί χωρίς τα μίντια, χωρίς τα ηχεία των κοινωνικών δικτύων, χωρίς τα χεράκια που γράφουν τα κύρια άρθρα;

Ποντάροντας στην πτώση μιας κυβέρνησης

Παρακολουθούμε τον πρώτο κερδοσκοπικό, χρηματοπιστωτικό και αριθμητικό πόλεμο, στον οποίο χρησιμοποιούνται οι νέες τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας με στόχο την κατάρρευση της πίστης, την πρόκληση τοξικότητας και επιδημίας πανικού, την αποσταθεροποίηση μιας κυρίαρχης εξουσίας. Δεν χρειάζονται διαπραγματεύσεις όπως στην παραδοσιακή διπλωματία, αρκεί να ποντάρεις στην πτώση μιας κυβέρνησης.
Ο Μισέλ Φεχέρ έχει αναλύσει πολλές φορές στο μπλογκ του την αλλαγή πολιτικού παραδείγματος που επιβάλλει ο νεοφιλελευθερισμός στους αντιπάλους του. Για να τον αντιμετωπίσεις δεν αρκεί πια να διαπραγματευθείς την κατανομή του παραγόμενου πλούτου μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου στη βάση ενός συσχετισμού δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, χρειάζεται «να κυριαρχήσουμε πάνω στις αγορές κεφαλαίου με τρόπο ώστε να αλλάξουν οι όροι πρόσβασης στις πιστώσεις και να κατακτηθεί η θέση ότι η ευημερία ενός λαού είναι που μετράει και όχι η διαθεσιμότητά του να ματώνει για να τροφοδοτεί το τραπεζικό σύστημα». Kαι προσθέτει μια στρατηγικής σημασίας εκτίμηση: «Αυτό απαιτεί την εμφάνιση πολιτικών, ικανών να ποντάρουν κι αυτοί για λογαριασμό τους». Σύμφωνα με την εκτίμησή του, «ο Γ. Βαρουφάκης είναι ο πρώτος ανάμεσά τους. Ο υπουργός Οικονομικών της νέας ελληνικής κυβέρνησης δεν διαπραγματεύεται: ποντάρει και, ακόμα καλύτερα, αναγκάζει τους συνομιλητές του να απαντούν στις δικές του προθέσεις. Αντί να παζαρεύει την αναδιάρθρωση του χρέους, ποντάρει ανταγωνιστικά στην καλή θέληση των άλλων και στον κίνδυνο που θα αντιπροσώπευε η αθέτηση».

Κριτήριο η ευημερία του λαού

Ωστόσο, μπόρεσε μ’ αυτό τον τρόπο να αλλάξει «τους όρους δανεισμού», δηλαδή να επιβάλει τη θέση ότι «η ευημερία ενός λαού είναι που μετράει και όχι η διαθεσιμότητά του να ματώνει για να τροφοδοτεί το τραπεζικό σύστημα»; Σύμφωνα με τον ίδιο αναλυτή, τίποτε δεν είναι λιγότερο βέβαιο. Κι αυτό για πολλούς λόγους, από τους οποίους ο κυριότερος συνδέεται με την πληθώρα προτάσεων που κατατέθηκαν στη διαπραγμάτευση. Οταν ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Β.Σόιμπλε επέμενε «υποταγή ή έξοδος», η ελληνική πλευρά πολλαπλασίασε τις προτάσεις με κίνδυνο να χάσει σε αναγνωσιμότητα. Για παράδειγμα, πρότειναν διαδοχικά την αντικατάσταση των υπαρχόντων ομολόγων με ομόλογα που θα αποπληρώνονταν με ρήτρα ανάπτυξης ή με αέναα ομόλογα. Ή να βοηθήσει η Ευρώπη την Ελλάδα να εισπράττει καλύτερα τους φόρους (με δημόσιες επενδύσεις για την ενίσχυση αυτού του τομέα). Ή να τη βοηθήσει να μεταρρυθμίσει το σύστημά της μειώνοντας τον προϋπολογισμό εξοπλισμών, επιβάλλοντας φορολογία στους εφοπλιστές, καταργώντας τη φορολογική ασυλία της εκκλησίας...
Ο Τσίπρας και ο Βαρουφάκης υπερασπίστηκαν την κυριαρχία των Ελλήνων, το σεβασμό της λαϊκής εντολής επαναλαμβάνοντας σταθερά ότι είναι διατεθειμένοι να μετατοπιστούν από το πρόγραμμά τους, για να βρουν κοινό έδαφος συνεννόησης με τους δανειστές, λόγω του σταθερού ευρωπαϊκού προσανατολισμού τους. Ομως, συμπεραίνει , ο μεγάλος πλούτος προτάσεων μερικές φορές βλάπτει, καθώς δεν σου δίνεται ο αναγκαίος χρόνος για να χτυπάς αρκετά όλα τα καρφιά ταυτόχρονα. Και, κατά συνέπεια, υπάρχει ο κίνδυνος να δώσεις την εντύπωση της διάχυσης, δηλαδή να κατηγορηθείς για ερασιτεχνισμό.

Ζήτημα δημοκρατίας στην Ευρώπη

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ηγέτες της ευρωζώνης αδιαφορούν για την κυριαρχία των κρατών που τη συναποτελούν. Ομως, μέχρι σήμερα το έκαναν στους διαδρόμους των συνόδων κορυφής, μακριά από την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, όπως έγινε με την ανατροπή των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Μπερλουσκόνι. Ποτέ μια τέτοια επίθεση δεν κράτησε τόσους μήνες εναντίον ενός κράτους μέλους της ΕΕ. Ποτέ η αντίσταση των ηγετών που αποδοκιμάζονται από τις Βρυξέλλες δεν ήταν τόσο πεισματική, δεν ξεπερνούσε το κατώφλι της πάλης κατά της λιτότητας, για να προσεγγίσει μια παραδειγματική αξία. Το ζήτημα που τίθεται με το ελληνικό δημοψήφισμα, είναι η δημοκρατία στην Ευρώπη, όπως παρατηρεί ο Βόλφγκανγκ Μινχάου στους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», κατηγορώντας τους δανειστές της Ελλάδας ότι θέλουν να καταστρέψουν τη δημοκρατία της χώρας, αφού λεηλάτησαν την οικονομία της.
Ποια επιχειρήματα να αντιπαραθέσεις στην προπαγάνδα των χρηματοπιστωτικών εξουσιών, που αποπληροφορεί, αποπροσανατολίζει και τρελαίνει; Απολύτως κανένα! Πρόκειται για έναν πόλεμο με ασύμμετρα μέσα. Για την κατάκτηση των καρδιών και των πνευμάτων δεν υπάρχει τίποτε άλλο να αντιπαραθέσεις παρά καρδιά και πνεύμα. Το κουράγιο του Αχιλλέα και το πολυμήχανο πνεύμα του Οδυσσέα. Τον θυμό για την επιθετικότητα των ισχυρών, που μαθαίνει στα πρόσωπα ότι μπορούν να είναι πολίτες. Αλλά αυτός ο θυμός έχει ισχυρά διαμορφωτικά αποτελέσματα, που οι «δόκτορες» αγνοούν. Οι αραβικές επαναστάσεις γκρέμισαν δικτάτορες.
Καλώντας τους Ελληνες να πουν ένα «μεγάλο όχι» στους δανειστές, ο Τσίπρας επικαλέστηκε τη μεγάλη εθνική αφήγηση των Ελλήνων, το όχι στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι στις 28 Οκτωβρίου 1940. Αυτό ήταν που έκανε τον Τσόρτσιλ να αποτίσει φόρο τιμής στους Ελληνες λέγοντας ότι «στο εξής δεν θα λέμε ότι οι Ελληνες μάχονται σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες μάχονται σαν Ελληνες».
Η ευρωπαϊκή οικοδόμηση επικαλούμενη τα μεγάλα ιδανικά της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, απώθησε σταθερά στο μέλλον το ζήτημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης των θεσμών της. Οι ηγέτες της πάντοτε αγνοούσαν το δικαίωμα της καθολικής ψήφου, όπως συνέβη και με το δημοψήφισμα για το ευρωσύνταγμα το 2005. Δεν συνέβαλε μόνο στην αποδόμηση της κυριαρχίας των κρατών-εθνών που τη συνθέτουν, αλλά ανέδειξε και μια μη δημοκρατική πρακτική λήψης αποφάσεων. Η εξουσία που εκδηλώνεται μέσα από τον έλεγχο του νομίσματος και του εδάφους, έχει απαλλαγεί από την αρχή της αντιπροσώπευσης. Οι κυβερνήσεις που εκλέγονται στα κράτη μέλη δεν διαθέτουν μοχλούς εξουσίας, ενώ οι νέοι ευρωπαϊκοί θεσμοί αποδεσμεύονται από κάθε αρχή αντιπροσωπευτικότητας. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να βλέπουμε έναν Ιανό, που στο ένα πρόσωπό του αναγνωρίζουμε τις αποφάσεις χωρίς πρόσωπο και στο άλλο τα πρόσωπα που στερούνται κάθε ισχύος. Το αποτέλεσμα είναι ότι κάθε πράξη εμφανίζεται ως μη νόμιμη και κάθε πολιτικός λόγος ως αφερέγγυος.

Εξουσίες χωρίς πρόσωπο

Η ελληνική κρίση αποκάλυψε αυτό ακριβώς το ακέφαλο κατασκεύασμα. Τα χωρίς ισχύ πρόσωπα δεν άλλαξαν φυσιογνωμία, αλλά οι εξουσίες χωρίς πρόσωπο ήρθαν σε πρώτο πλάνο. Τα ίδια τα πολιτικά πρόσωπα άρχισαν να μοιάζουν με τις καρικατούρες τους: από τη μια τα πρόσωπα μιας κωμωδίας, όπου η κακότητα αμιλλάται τη γελοιότητα, όπου οι λόγοι των ισχυρών είναι γεμάτοι σοφίσματα και αποκαλύπτονται σαν ψυχρές αποφάσεις με βάση το δίκαιο του ισχυρότερου. Ακριβώς όπως στο μύθο του Λαφοντέν: ο λύκος της Ουόλ Στριτ δεν μπαίνει πια στον κόπο να να μεταμφιεστεί σε γιαγιά Μέρκελ, για να χάψει την Κοκκινοσκουφίτσα Ελλάδα.
Από τη μέρα που κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ τις εκλογές, ο πόλεμος επωαζόταν αθόρυβα περνώντας από το ένα ευρωπαϊκό συμβούλιο στο άλλο, πηδώντας από μια σύνοδο του Γιούρογκρουπ σε μια άλλη, καλυμμένος με μια κατά παραγγελία αισιοδοξία, με τις ανακοινώσεις που διαβεβαίωναν (όπως τα πολεμικά ανακοινωθέντα) ότι υπάρχουν συγκλίσεις με την προοπτική μιας όλο και απομακρυνόμενης (αλλά πάντοτε πιθανής) συμφωνίας. Οπως ο τοκογλύφος Σάιλοκ στον Εμπορο της Βενετίας του Σέξπιρ, οι δανειστές επέμεναν να αφαιρέσουν μια λίβρα σάρκας από το ελληνικό κοινωνικό σώμα. Αντί να φροντίζουν για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, με τη βοήθεια της ΕΚΤ καλλιεργούσαν τον τραπεζικό πανικό στην Ελλάδα, για να αναγκάσουν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να συνθηκολογήσει. Οργανώνοντας το χάος σε μια χώρα μέλος της ευρωζώνης, ήθελαν να τη γονατίσουν, αντί να εκπληρώσουν το καθήκον τους, που προέβλεπε αλληλεγγύη και συμπαράσταση. Γελοιοποίησαν έτσι το πνεύμα και το γράμμα των περίφημων συνθηκών.

Η Ευρώπη ζόμπι

Στη διάρκεια της πεντάμηνης διαπραγμάτευσης είδαμε «τους θεσμούς» να βγάζουν σιγά σιγά τη μάσκα της αυστηρότητας και της λογικής, να χάνουν την ανωνυμία που εγγυάται την αποτελεσματικότητα και την ισχύ τους, και να αποκτούν ένα πρόσωπο που είναι μαζί και μάσκα, τη στιγμή που μια νέα γενιά πολιτικών στο πρόσωπο του Τσίπρα και του Βαρουφάκη γίνονταν σύμβολα μιας αντίστασης των λαών στη δεσποτεία των ισχυρών και έμπαιναν μπροστά σε μια έγερση εναντίον αυτής της Ευρώπης, αυτής που ο Χάμπερμας χαρακτήρισε ζόμπι, η οποία στην πράξη δεν έχει πια ούτε ψυχή ούτε καρδιά.
Λαγκάρντ, Σόιμπλε, Ντάισελμπλουμ, Ντράγκι μπορεί να έχουν τους καλύτερους ατζέντηδες του κόσμου, αλλά δεν μπορούν να δώσουν ψυχή σε ένα ζόμπι ψιθυρίζοντάς του ιστορίες στο αφτί ή κάνοντάς του τεχνητή αναπνοή. Σιγά σιγά, βλέπω ότι αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι θέατρο, μια κωμωδία ή ένα σίριαλ μίγμα του Games of Thrones και του House of Cards. Είναι μια μη αναστρέψιμη διαδικασία, απίστευτα παθητική, ένα είδος μουμιοποίησης της Ευρώπης.
Το ελληνικό επεισόδιο δεν ήταν ούτε κατάληξη ούτε πρόλογος, ούτε συνέπεια των προβλημάτων του ευρωπαϊκού δημόσιου χρέους, ούτε απίστευτο κατάλοιπο της ευρωπαϊκής μπίζνες κλας, η οποία εδώ και μισό αιώνα, γενιά με γενιά, κάτω από το λούστρο των προνομίων της, οδηγεί την Ευρώπη σε μια χωρίς τέλος παρακμή εκκολάπτοντας στους κόλπους της νεοναζί, ρατσιστές, αντιμετανάστες...
Η αποκρυπτογράφηση λόγων και εικόνων, η σκηνογραφική ανάλυση και η πολιτιστική κοινωνιολογία δεν αρκούν πια για να εξηγήσουν αυτό που συνέβη τους τελευταίους μήνες στην ευρωπαϊκή σκηνή, γιατί η αλήθεια αυτής της διαδικασίας δεν αποκαλύπτεται με μια άρση της μυστικοποίησης ούτε με μια αποδόμηση, αλλά με μια διαδικασία ιστορικής αποκάλυψης, αποσαφήνισης. Μια Ευρώπη που πάσχει στο πεδίο της κυριαρχίας αποκαλύπτεται: Aufklarung. O Kαντ ορίζει μ’ αυτό τον όρο την «έξοδο», τη «διέξοδο», που μας απαλλάσσει από την κατάσταση της «μειονεξίας». Αλλά τι σημαίνει «μειονεξία» για τον Καντ; Είναι μια ορισμένη κατάσταση της βούλησής μας, που μας κάνει να δεχόμαστε την αυθεντία κάποιου άλλου, για να μας οδηγήσει σε περιοχές όπου αρμόζει να γίνεται χρήση του Λόγου.
Ο ουσιώδης όρος για την έξοδο του ανθρώπου από την κατάσταση μειονεξίας είναι η σαφής διάκριση μεταξύ αυτού που ανάγεται στην υπακοή και αυτού που ανάγεται στη χρήση του Λόγου. Αυτό μόλις έπραξαν οι Ελληνες. Καταγγέλλοντας τον παραλογισμό των δανειστών, τους αφαίρεσαν τη φερεγγυότητα. Από εδώ και στο εξής τα πράγματα διακρίνονται με σαφήνεια: από τη μια μεριά μια αυθεντία χωρίς Λόγο, με μειούμενη φερεγγυότητα, η Ευρώπη, από την άλλη ένας κοινός Λόγος που πορεύεται προς τη δική του αυθεντία, την αυθεντία της ιστορίας.

* Ο Κ. Σαλμόν είναι γάλλος συγγραφέας και ερευνητής στο Κέντρο Ερευνών για τις Τέχνες και τη Γλώσσα. Δημοσιεύει κείμενά του στην εφημερίδα «Λε Μοντ» και συνεργάζεται με το mediapart, από το οποίο και το συγκεκριμένο άρθρο που δημοσιεύτηκε στις 30.06.14.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet