Του Βασίλη Παπαστεργίου

Δικαιούται ένα επιστημονικό σωματείο να λαμβάνει θέση σε ένα δημοψήφισμα; Δικαιούται να κάνει υπόδειξη ψήφου; Ποια θα ήταν η ενδεδειγμένη στάση των δικηγορικών συλλόγων μπροστά στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου;
Ας ξεκαθαρίσουμε κατ’ αρχάς ότι η έκφραση γνώμης από επιστημονικές, επαγγελματικές ή συνδικαλιστικές οργανώσεις ρητά προβλέπεται τόσο στο άρθρο 5 του Ν.4023/2011 περί δημοψηφισμάτων όσο και από τα καταστατικά των οργανώσεων αυτών όποια νομική μορφή και αν αυτά έχουν. Για τους δικηγορικούς συλλόγους η έκφραση γνώμης δικαιολογείται και για έναν επιπλέον λόγο: το γεγονός ότι εξ αντικειμένου ένας δικηγορικός σύλλογος έχει τη δυνατότητα να εκφέρει εμπεριστατωμένη γνώμη για τους όρους διεξαγωγής ενός δημοψηφίσματος
Ωστόσο, η έκφραση γνώμης είναι κάτι διαφορετικό από την υπόδειξη ψήφου. Για την περίπτωση θα πρέπει να σταθμιστούν δύο ζητήματα α) η ανάγκη του σωματείου ή της οργάνωσης – εντός του οποίου συνυπάρχουν υποστηρικτές και των δύο όψεων ενός διλήμματος – να μην αποξενωθεί από μεγάλο μέρος των μελών του και β) η ανάγκη ιδίως σε σχέση με τους δικηγορικούς συλλόγους, που αποτελούν – θυμίζω – νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και είναι οι φορείς από όπου κατά τεκμήριο προέρχονται οι αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής στην ψηφοφορία, να μην εγερθεί υπόνοια για μεροληψία.
Εν προκειμένω, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Αθηνών και Θεσσαλονίκης αποφάσισαν με αποφάσεις των διοικητικών τους συμβουλίων να στοιχηθούν ρητά με το στρατόπεδο του «ναι» στο δημοψήφισμα. Μάλιστα, ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης προχώρησε ένα βήμα περισσότερο μετέχοντας και τυπικά  στην Επιτροπή Στήριξης του «ναι». Πρόκειται για πρωτοφανείς αποφάσεις, αφού για πρώτη φορά οι συγκεκριμένοι σύλλογοι προβαίνουν σε υπόδειξη ψήφου σε εκλογική διαδικασία. Από την πλευρά μου, θα έβλεπα ως θεμιτή και αντίστοιχη του θεσμικού τους ρόλου την επισήμανση υπαρκτών προβλημάτων της διαδικασίας του δημοψηφίσματος (η πολύ σύντομη χρονική διάρκεια της προεκλογικής περιόδου είναι σίγουρα μία από αυτές). Όμως, με την υπόδειξη ψήφου, οι δύο σύλλογοι μετατρέπονται στην πραγματικότητα σε υποκαταστήματα των μνημονιακών κομμάτων. Και αυτό μάλιστα συμβαίνει ενώ η πρόταση των δανειστών (όπως αποτυπώθηκε στην επίσημη εκδοχή αυτής από τον Γιούνκερ) περιέχει ρητά μέτρα, που οι δικηγορικοί σύλλογοι στο πρόσφατο παρελθόν έχουν θεωρήσει ως εχθρικά για το δικηγορικό σώμα. Ενδεικτικά θα αναφέρω την προκαταβολή φόρου σε ποσοστό 100% για τους ελεύθερους επαγγελματίες (ένα αυτονόητα άδικο και εξοντωτικό μέτρο), την εφαρμογή της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος για τις συντάξεις, την ένταξη όλων των επικουρικών ταμείων υποχρεωτικά στο ΕΤΕΑ. Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, η υιοθέτηση του σχεδίου του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του σχεδίου δηλαδή κατά του οποίου επί τρεις μήνες απέργησαν οι δικηγόροι όλης της χώρας και το οποίο απέρριψαν με δημοψήφισμα σε ποσοστό 93%. Πρόκειται για ένα σχέδιο που – κατά κοινή ομολογία – ευνοεί τον ισχυρότερο σε βάρος του ασθενέστερου κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης (πλειστηριασμοί).
Δυστυχώς – ατυχέστατα - αυτή η πρόβλεψη υπήρχε και στο σχέδιο των 47 σελίδων της ελληνικής πλευράς. Αν για την κυβέρνηση αυτή η υιοθέτηση του σχεδίου του νέου ΚΠολΔ αποτελεί την αθέτηση μιας ρητής προεκλογικής υπόσχεσης, για τους δικηγορικούς συλλόγους τούτο συνιστά τον ορισμό της αυτο-ακύρωσης, την διαγραφή μιας αγωνιστικής πορείας πολλών μηνών.


* Ο Β. Παπαστεργίου είναι μέλος του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet