Η ακροδεξιά σε ολόκληρη την Ευρώπη εκμεταλλεύεται την πολιτική των «κλειστών συνόρων», την οποία επίσημα υιοθέτησε η ΕΕ για να διακηρύξει τη δικαίωσή της. Ο Βίκτορ Όρμπαν χαίρεται για δηλώσεις σαν αυτές που ακολούθησαν τη συνάντηση Κουρτς-Μητσοτάκη, την ώρα που οι ακροδεξιοί από όλη την Ευρώπη βλέπουν την κατάσταση στον Έβρο, αλλά και στα νησιά του Αιγαίου ως μια ευκαιρία να περάσουν από τις πολεμικές ιαχές στη δράση.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Οι «Ταυτοτικοί» που έκαναν την περασμένη εβδομάδα την εμφάνισή τους στη Λέσβο, αλλά και στον Έβρο δεν θα έπρεπε να είναι άγνωστοι στις αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες των χωρών της ΕΕ. Δεν θα έπρεπε, δηλαδή, να περιφέρονται με τόση άνεση ανά την Ευρώπη. Ένα κίνημα, που ήδη το 2017 είχε κάνει την εμφάνισή του στη Μεσόγειο ναυλώνοντας ένα πλοίο με το σύνθημα «Υπερασπίσου την Ευρώπη» και προπαγάνδιζε την πολιτική των κλειστών συνόρων, δηλώνοντας ότι βγήκε περιπολία για να σταματήσει βάρκες προσφύγων στη Μεσόγειο. Το Κίνημα των ταυτοτικών έχει μερικές χιλιάδες μέλη σε Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία (κυρίως) και ουσιαστικά εκφράζει φασιστικές θέσεις με ψευδοεπιστημοκές θεωρίες περί «φυλής». Η δύναμή του βρίσκεται στο ότι αποτελείται από νέα σε ηλικία μέλη, που μέσα από τον «ακτιβισμό» και τα κοινωνικά δίκτυα κατορθώνουν να έχουν πολύ μεγαλύτερη διασπορά των θέσεων τους από ότι αντιστοιχεί στην πραγματική τους καθαρά αριθμητική δύναμη και να επηρεάζουν το δημόσιο διάλογο, δίνοντας επιχειρήματα όχι μόνο σε νεοφασιστικά πολιτικά κόμματα όπως η AfD, αλλά και σε πολιτευτές της συντηρητικής πτέρυγας. Με τις θεωρίες τους είχαν, για παράδειγμα, δηλητηριάσει το διάλογο στην Αυστρία πριν από την υιοθέτηση του Συμφώνου του ΟΗΕ για τη Μετανάστευση, το οποίο τελικά η τότε κυβέρνηση Δεξιάς-Ακροδεξιάς της Βιέννης αρνήθηκε να συνυπογράψει.

Η Λέσβος ως «μαγνήτης»

Την περασμένη εβδομάδα τέσσερις εξ αυτών βρέθηκαν στη Λέσβο, αλλά αναγκάστηκαν σε άτακτη υποχώρηση από τους κατοίκους, χωρίς αυτό να σημαίνει πάντως ότι δεν άφησαν πίσω τους «αντικαταστάτες». Η δημοσιότητα, που έχει πάρει στο διεθνή Τύπο η απαράδεκτη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στο νησί, με τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης για τους πάνω από 25.000 πρόσφυγες και η δυσαρέσκεια που έχει προκληθεί σε μεγάλο τμήμα του τοπικού πληθυσμού από την χαοτική αυτή κατάσταση έχει δώσει πιθανώς την εικόνα σε ορισμένους, ότι μπορούν να έρθουν για «κυνήγι» στη Μυτιλήνη και να εκτονώσουν τα πιο ζωώδη ένστικτά τους. Φυσικά σε αυτό συνέβαλαν και οι πληροφορίες για την ανενόχλητη δράση της ντόπιας ακροδεξιάς, υπό την αδιάφορη παρακολούθηση της αστυνομίας, η οποία για μερικές μέρες έμοιαζε να έχει παραδώσει τα κλειδιά σε ομάδες εθνικοφρόνων-αλλοφρόνων. Οι εικόνες αυτές έχουν μεταδοθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, ειδικά στη Γερμανία, δυσφημίζοντας το νησί και τη χώρα, κάτι που πάντως δεν φαίνεται να ενοχλεί τους αμήχανους έλληνες κυβερνήτες. Είναι χαρακτηριστικό, ότι την περασμένη Τρίτη, η ηλεκτρονική έκδοση του «der Spiegel» έγραφε πώς ο Κ. Μητσοτάκης κέρδισε μια θέση στο πλευρό του Βίκτορ Όρμπαν. Ο τελευταίος, όπως και συνολικά οι ακροδεξιοί στην Ευρώπη καμαρώνουν τώρα, μετά και τα όσα ειπώθηκαν στην περιοδεία Μητσοτάκη σε Βερολίνο και Βιέννη, επαναλαμβάνοντας μονότονα ότι τώρα η ΕΕ απλώς ήρθε στα λόγια τους και κάνει αυτό που οι ίδιοι φώναζαν εδώ και χρόνια, κλείνει δηλαδή τα σύνορα στους αλλόθρησκους εισβολείς.

Ανθρωπισμός στο μίνιμουμ

Φυσικά οι ειδήσεις για τη «ζούγκλα της Μόριας» έχουν προκαλέσει και την ευαισθητοποίηση ενός μεγάλου κομματιού της γερμανικής κοινωνίας. Πάνω από 140 δήμοι, ανάμεσά τους και το Βερολίνο και το Πότσνταμ, έχουν εκδηλώσει την πρόθεση να δεχτούν πρόσφυγες (κυρίως παιδιά), αλλά η κυβέρνηση του Βερολίνου αντιστέκεται. Μάλιστα, κάποιοι γερμανοί αυτοδιοικητικοί βρέθηκαν οι ίδιοι στη Λέσβο το περασμένο δεκαήμερο. Αν κάποιος ψάχνει για δικαιολογίες για τη στάση της κυβέρνησης Μέρκελ θα μπορούσε να επικαλεστεί τα συμπτώματα πανικού, που διαφαίνονται εξαιτίας του Covid19 και στη Γερμανία, με την καγκελάριο να προειδοποιεί με το γνωστό της ατάραχο ύφος ότι πιθανώς θα νοσήσει το 60 έως 70% του συνολικού πληθυσμού. Τελικά, όπως όλα δείχνουν, η Γερμανία «σε συνεννόηση με τους εταίρους» θα συμφωνήσει στην μετεγκατάσταση περίπου 1.000 με 1.500 παιδιών κάτω των 14 ετών, ασυνόδευτων ή με προβλήματα υγείας. Το αν αυτό μπορεί να καθησυχάσει για καιρό τη συνείδησή της είναι ένα ερώτημα που απασχολεί κάθε δημοκρατικό άνθρωπο. Ερωτήματα υπάρχουν βεβαίως τόσο για το πότε, όσο και για το πώς θα ξεκινήσει και θα προχωρήσει αυτή η διαδικασία. «Ποιος θα επιλέξει τα παιδιά; Ποια χώρα θα πάρει ποια παιδιά; Mπορούν να ακολουθήσουν οι οικογένειες;» αναρωτιόταν για παράδειγμα η Frankfurter Allgemeine. Είναι εμφανές ότι ακόμα και εντός της «Συμμαχίας των Προθύμων» υπάρχει μια δυστοκία συνεννόησης. Οι περισσότερες κυβερνήσεις διακατέχονται από το φόβο ότι οποιαδήποτε κίνηση καλής θέλησης θα μπορούσε να προκαλέσει ένα νέο προσφυγικό-μεταναστευτικό κύμα, το οποίο φοβούνται ειδικά σε συνθήκες μιας πολυδιάστατης κρίσης λόγω κορονοϊού.

Αιχμάλωτοι του Ερντογάν

Έτσι, το μόνο που απομένει είναι προσπάθειες κατευνασμού του Ταγίπ Ερντογάν. Ο γερμανικός Τύπος σε μακροσκελή του άρθρα εξηγεί ότι αφενός η Τουρκία καλείται να διαχειριστεί ένα πρόβλημα που είναι και αν όχι κυρίως ευρωπαϊκό, αφού καλείται να περιθάλψει και να συγκρατήσει εκατομμύρια προσφύγων, οι οποίοι ονειρεύονται το πέρασμα στην Ευρώπη. Αυτό συμβαίνει σε μια κακή οικονομική συγκυρία για την Τουρκία με την οικονομία να κλυδωνίζεται και τους Τούρκους πολίτες να υφίστανται όλο και πιο έντονα τις συνέπειες αυτής της κατάστασης και να χάνουν την υπομονή τους με τους πρόσφυγες. Ο ίδιος ο Ερντογάν φαίνεται να δίνει μια μάχη πολιτικής επιβίωσης, γνωρίζοντας μάλιστα ότι το όνειρο μιας ενταξιακής πορείας έχει πνιγεί προ πολλού στα στενά του Βοσπόρου.
Με άλλα λόγια, η (ενημερωμένη) κοινή γνώμη στη Γερμανία, αλλά και η πολιτική της ηγεσία έχει επίγνωση, ότι το πρόβλημα θα έχει μακρά διάρκεια και δεν θα λυθεί ακόμα και με κάποιες γενναίες ενέσεις χρηματοδότησης προς την τουρκική πλευρά. Και μπορεί κάποιοι αριστεροί αρθρογράφοι να επιμένουν ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να συναλλάσσεται με έναν καταπατητή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εξολοθρευτή των Κούρδων και κατ΄εξακολούθηση εκβιαστή, όπως ο Ερντογάν, αλλά κανείς δεν έχει κάποιο υλοποιήσιμο εναλλακτικό σχέδιο. Το Βερολίνο έχει διαμηνύσει διαρκώς το τελευταίο διάστημα προς τις Βρυξέλλες ότι θα πρέπει να πέσουν οι τόνοι απέναντι στην Αγκυρα. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι πληροφορίες, που λένε ότι είναι η γερμανική πλευρά κυρίως, που πίεσε τον Κ. Μητσοτάκη να μην ζητήσει έκτακτη σύνοδο κορυφής για το προσφυγικό και τους εκβιασμούς της Τουρκίας. Ετσι, ο Ερντογάν αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο σε ρυθμιστή των εξελίξεων στην Ευρώπη, την ώρα που οι πολίτες της τελευταίας βομβαρδισμένοι ήδη από την ρητορική της ακροδεξιάς ετοιμάζονται να αντιμετωπίσουν μια κρίση σε όλους τους τομείς, κοινωνικό, οικονομικό, τρόπου ζωής. Η Ανγκέλα Μέρκελ ίσως να μετανιώνει, που στα τέλη του 2018 παραιτήθηκε μόνο από την ηγεσία του κόμματός της και όχι και από την καγκελαρία της χώρας. Λίγο πριν τη σύνταξη βρίσκεται απέναντι σε προκλήσεις, που μοιάζει ανίκανη, αλλά και απρόθυμη να αντιμετωπίσει.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet