Στο επίκεντρο της συνθήκης κάθε πρόσφυγα συνυπάρχουν η αναγκαιότητα να διακινδυνεύσει τα πάντα και η αγωνία για την απώλεια της ταυτότητάς του


«Ο δρόμος για το σπίτι» της Λιάνκα Παντολφίνι, που παρουσιάστηκε την άνοιξη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου και επιστρέφει στην Ελλάδα με δύο παραστάσεις, 19 Ιουλίου, στα Αισχύλεια, στην Ελευσίνα, και στις 23 στο Hydrama, στην Ύδρα, προέκυψε από τη δική της ανάγκη να εξερευνήσει τη συνθήκη του πρόσφυγα στην οικογενειακή της ιστορία. Με γιαγιά από τη Μικρά Ασία, όπως λέει, «είχα κάποιες αναμνήσεις από αυτήν, αλλά αισθανόμουν ότι υπήρχε κι ένα μυστικό. Ήταν πρόσφυγες και δεν το συζητούσαμε. Αυτό προκαλούσε λύπη και ενόχληση».
Εξίσου σημαντικό γι’ αυτήν, η ιστορία της να συνδεθεί με το τώρα, αφού στο επίκεντρο της συνθήκης κάθε πρόσφυγα συνυπάρχουν η αναγκαιότητα να διακινδυνεύσει τα πάντα και η αγωνία για την απώλεια της ταυτότητάς του.


Τη συνέντευξη πήρε η Σοφία Ξυγκάκη

Εσύ γεννήθηκες στην Ελλάδα από μητέρα Ελληνίδα και πατέρα Ιταλό. Αυτή η διπλή προέλευση πόσο έχει να κάνει με την αναζήτηση του παρελθόντος;

Έχει μεγάλη σχέση. Όσο πιο πολύ απομακρύνεσαι από τον τόπο σου τόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχεις να δηλώσεις ποιος είσαι, να αισθανθείς πού ανήκεις. Για να σταθείς αλλού πρέπει να αισθανθείς καλά με την προέλευσή σου. Όσο πιο πολύ λείπω από την Ελλάδα τόσο πιο πολύ βγαίνει η Ελλάδα.

Άρα, αισθάνεσαι περισσότερο Ελληνίδα;
Ναι, έχει να κάνει με το πού έζησα τα πρώτα μου χρόνια, με τη μητρική γλώσσα, τη γλώσσα της μάνας μου, έχει να κάνει και με αυτό που άφησα εντελώς. Στην Ιταλία έζησα πολλά χρόνια και στην Ελλάδα δεν γύρισα ποτέ να ζήσω.

Ξεκίνησες την έρευνά σου συγκεντρώνοντας μαρτυρίες από το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Πώς χρησιμοποίησες αυτό το υλικό στην παράσταση;
Μάζεψα τις μαρτυρίες σε μεγάλες θεματικές κι άρχισα να αυτοσχεδιάζω με κάποια πράγματα που με είχαν εντυπωσιάσει. Έτσι, είχα πολύ έντονες τις σκηνές του πανικού στην προκυμαία της Σμύρνης και της αίσθησης του να μην ξέρω πού πατάω, από πού να πάω για να σωθώ. Μ’ αυτές τις εικόνες έκανα διάφορους αυτοσχεδιασμούς. Κάτι άλλο που ήταν πολύ έντονο ήταν το τώρα: τώρα πρέπει να τρέξουμε, έχουμε δύο λεπτά να διαλέξουμε τι θα πάρουμε μαζί μας και να τρέξουμε∙ άλλη εικόνα: πώς αυτοί οι παππούδες και γιαγιάδες θυμόντουσαν τα παιδικά τους χρόνια. Αυτοσχεδίασα με αυτά και με μουσικές, με γεωργιανά τραγούδια που είναι πολυφωνικά, πλησιάζοντας την αρμένικη μουσική που έχει μεγάλο πάθος μέσα της.

Και η ιδέα η γιαγιά να είναι κούκλα;
Είχα την ιδέα της κούκλας γιατί ήθελα την παρουσία μιας γιαγιάς και έχοντας δουλέψει με κούκλες στην Τσεχία, αποφάσισα η γιαγιά στη σκηνή να είναι το τώρα. Όλα τα υπόλοιπα είναι μέσα στο κεφάλι της, ανήκουν στο παρελθόν, κάποια πράγματα είναι αληθινά, άλλα τά ’χει πλάσει λίγο -παίζω με αυτό, επειδή θυμάται την παιδική ηλικία, η ανάμνηση έχει αποτυπωθεί με την κρίση ενός παιδιού- κι έτσι υπάρχει αυτή η κούκλα που φτιάχτηκε στην Τσεχία. Είπα στη σκηνογράφο να είναι όπως εγώ, μετά από 60 χρόνια.

Τα αντικείμενα στη σκηνή είναι ελάχιστα και τα χρησιμοποιείς με διάφορους τρόπους.
Επεδίωξα να είναι λίγα πράγματα στη σκηνή, να παραπέμπουν σε ευρύτερες εικόνες και σημασίες: ένας μπόγος, ένα φόρεμα που δεν ξέρουμε αν είναι μεσοφόρι, φουστάνι, νυχτικό, κάποια στιγμή μοιάζει με φάντασμα, με ζουρλομανδύα.

Είναι αρκετά αντινατουραλιστικός τρόπος δουλειάς.
Δεν προσπαθώ να αναπαραγάγω κάποια ιδέα πραγματικότητας που έχουμε στο μυαλό μας, αλλά ό,τι γίνεται να συμβαίνει πραγματικά. Το δύσκολο σ’ αυτή τη δουλειά, όταν δουλεύεις με σκηνές, με εικόνες, είναι πώς να τα δέσεις μετά. Δεν θέλω να καθορίζω τι πρέπει να δει ο θεατής.

Τα φορέματα από πού προέρχονται;
Αυτά βρέθηκαν σε κάποιο μπαούλο της προγιαγιάς μου και πήγαιναν για τα σκουπίδια. Με είχε εντυπωσιάσει ότι είναι όλα ραμμένα στο χέρι, αλλά δεν είναι τελειωμένα γιατί δεν υπάρχει άνοιγμα στο λαιμό, οπότε δεν έχουν φορεθεί, είναι παλιά και κιτρινισμένα, πρέπει να ήταν κάποια προίκα. Προφανώς θα τα άνοιγαν στο λαιμό όταν επρόκειτο να φορεθούν, κι αυτό το βρήκα πολύ γοητευτικό, ότι αυτά τα φορέματα περίμεναν τόσα χρόνια να τα ανακαλύψει κάποιος κι έχουν γεράσει χωρίς να έχουν χρησιμοποιηθεί. Αυτό το σχήμα του ρούχου χωρίς κεφάλι μού άνοιξε ένα άλλο κεφάλαιο με συνειρμούς απουσίας, δυσκολίας, κάτι που δεν μπορεί να βγει προς τα έξω, να εκφραστεί, που δεν μπορεί να μιλήσει, που είναι εγκλωβισμένο, μου έδωσε αυτή την αίσθηση του εγκλωβισμού.
Με αυτή την έρευνα, αισθάνομαι ότι ξεκίνησα κάτι, ο δρόμος είναι μακρύς, δεν ξέρω αν θα συνεχίσω στον ίδιο, αλλά κάτι άγγιξα.

Η Λιάνκα Παντολφίνι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, σπούδασε στην Ιταλία και την Ελβετία, έζησε και εργάστηκε για 4 χρόνια στην Τσεχία. Τώρα ζει και εργάζεται στην Ελβετία, την Ιταλία και την Ελλάδα.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet