ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΟΥΜΕ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟ ΑΝΑΣΤΟΧΑΖΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΝΤΕΣ



Δεν είναι εύκολο να βρεις τη σωστή αρχή για να αποχαιρετήσεις έναν άνθρωπο όπως ο Μανώλης Γλέζος, όταν μάλιστα τον γνώριζες και από κοντά, που τα κατάφερνε με τη συμπεριφορά του, παρά την ιστορία του και τη διαφορά ηλικίας, να μη νιώθεις δέος μαζί του, αλλά αγάπη και διάθεση για επικοινωνία, ισότιμα.
Διαβάζοντας, όμως, κάποιος ανυποψίαστος τις επαινετικές δηλώσεις με αφορμή τον θάνατό του, απ’ όλες σχεδόν τις πολιτικές πλευρές, κάτι πολύ ουσιαστικό ούτως ή άλλως, θα δυσκολευτεί σίγουρα να πιστέψει ότι αυτός ο γενικά αποδεχτός ως εθνικός ήρωας, ο πρώτος παρτιζάνος της Ευρώπης, όπως έχει χαρακτηριστεί, ο άνθρωπος που μαζί με τον σύντροφό του Λάκη Σάντα πραγματοποίησε την πιο φορτισμένη συμβολικά αντιστασιακή ενέργεια κατεβάζοντας από τον ιστό της Ακρόπολης τη ναζιστική σημαία, είχε καταδικαστεί δύο φορές σε θάνατο, με την κατηγορία της κατασκοπείας συν τοις άλλοις. Όχι από στρατοδικείο των δυνάμεων κατοχής, αλλά από δικαστήρια της δικιάς του πατρίδας. Και όχι στα χρόνια που τα έσκιαζε η φοβέρα του καταχτητή, αλλά αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωση, σε περίοδο δημοκρατίας, έστω καχεκτικής ,αλλά όταν ακόμα τη συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση κάποιοι δεν τη θεωρούσαν τίτλο τιμής και τους κομμουνιστές και τους αριστερούς τους ονόμαζαν «εαμοβούλγαρους».

Για μια αριστερά εθνικής εμβέλειας

Σκίτσο του Πάμπλο Πικάσο στην «Αυγή», 25/5/1961


 

Ένας εθνικός ήρωας έτοιμος να εκτελεστεί όχι μία, τρεις φορές από τις αρχές της ίδιας του της χώρας, δεν είναι κάτι που το συναντάς συχνά, ακόμα και στις πιο απροσδόκητες καμπές της ιστορίας. Αυτό το τραγικά παράδοξο χρειάζεται μια εξήγηση από όλους μας, αλλά κυρίως απ’ όσους σήμερα δεν τσιγκουνεύονται τα λόγια μπροστά σ’ ένα νεκρό που διεκδικεί την αθανασία. Όχι εν είδει απολογίας, άλλωστε από πολιτική σκοπιά η μεταπολίτευση το έχει πράξει εν μέρει με τη νομιμοποίηση του κομμουνιστικού κόμματος και αργότερα με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης. Σαν μια απάντηση στο ερώτημα γιατί να χρειάζεται ακόμα η δεξιά να διατηρεί στη ρητορική και την πρακτική της την προσφυγή στην εύκολη κατηγορία της «εθνικής προδοσίας». Και πώς μπορεί να συμβαδίζει μια τέτοια στάση με το τρέχον υμνολόγιο για τον Μανώλη Γλέζο.
Αν αναρωτηθεί κανείς γιατί χρειάστηκε να υποστεί ο Μανώλης Γλέζος αυτή τη δοκιμασία, μια απάντηση μπορεί να βρει: γιατί από την ημέρα που μαζί με τον Σάντα κατέβασαν τη ναζιστική σημαία μέχρι και τη μέρα που πέθανε, είχε την έγνοια και επιχειρούσε να μεταβολίζει το εθνικό σε αριστερό και το αριστερό σε εθνικό. Όχι γιατί «δεν φυλακίστηκε σε κομματικούς φανατισμούς», όπως λέει ο πρωθυπουργός στη δήλωσή του, αντίθετα, παρά το γεγονός ότι, ακόμα και στις πιο σκληρές και διλημματικές περιστάσεις βρέθηκε «φυλακισμένος» στην όχθη της αριστεράς. Μια «φυλάκιση» που του κόστισε δεκαπέντε χρόνια φυλακής και εξορίας, για να μάθει, όντας αριστερός, να μη μπερδεύει αυτά τα ασύμπτωτα κατά τη δεξιά στοιχεία. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στην προσπάθεια μιας τέτοιας εξ-ουδετέρωσης του Γλέζου, ο κ. Μητσοτάκης δεν βρήκε χώρο στη δήλωσή του να στριμώξει κάπου τις λέξεις «αριστερά» και «εθνική αντίσταση», ενώ μιλούσε για ένα κατ’ εξοχήν εμβληματικό πρόσωπο της αριστεράς και της Εθνικής Αντίστασης.

Οι λαϊκές τάξεις στο προσκήνιο

Σκίτσο του Σ. Δ. στην «Αυγή», 31/5/1961


Δεν ήταν και δεν είναι εύκολο έργο. Πρώτα απ’ όλα γιατί δεν δίνουν όλοι το ίδιο περιεχόμενο σ’ αυτές τις έννοιες. Η δεξιά πολύ συχνά ερωτοτροπεί με τον εθνικισμό επιχειρώντας να δώσει το δικό της υπερβατικό νόημα στο εθνικό. Αλλά κι όταν δεν το κάνει, δεν αποφεύγει τον πειρασμό να ταυτίσει το εθνικά συμφέρον με τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης και όχι με το συμφέρον των λαϊκών τάξεων, που αποτελούν τον κορμό, τη μεγάλη πλειονότητα των σύγχρονων εθνών-κρατών. Τη δικιά του εκδοχή ο Μανώλης Γλέζος την έδωσε όχι με λόγια, αλλά με τη ζωή του, με τη συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές της αριστεράς, καθώς και με τη συμμετοχή του, μετά την απελευθέρωση, σε κάθε προσπάθεια να συσπειρωθεί η ελληνική αριστερά, ώστε να αναδειχθεί σε δύναμη ικανή να διεκδικήσει σε εθνικό επίπεδο ρόλο αποφασιστικό. Με την ΕΔΑ, με τη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, με τους Ενεργούς Πολίτες, με τον Συνασπισμό, τον ΣΥΡΙΖΑ… Και γνώρισε την ικανοποίηση, από έγκλειστος του μετεμφυλιακού κράτους, εκλεγμένος βουλευτής της ΕΔΑ, που αγωνίζεται για την απελευθέρωσή του στις αρχές της δεκαετίας 1960, να ζήσει ως μέλος της πλειοψηφίας την κυβέρνηση της αριστεράς το 2015, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ αρχικά και ευρωβουλευτής αργότερα.

Αλλά τη δράση του και τη σκέψη του χαρακτήρισε και μια άλλη, εξίσου σημαντική έγνοια: να αναδείξει σε εθνικής σημασίας ζήτημα την ανάπτυξη της τοπικής διοίκησης, της αυτοδιοίκησης στην κυριολεξία και όχι κατ’ ευφημισμόν. Και στον τομέα αυτόν προτίμησε να δοκιμάσει ενσώματα θα λέγαμε, και όχι θεωρητικά ή από την κεντρική πολιτική σκηνή, τις δυνάμεις του, στην πατρίδα του την Απείρανθο, ως αιρετός και εκλεκτός των δικών του ανθρώπων, αφήνοντας πίσω του έργο σημαντικό, αξιομνημόνευτο και άξιο ειδικής μελέτης ως παράδειγμα αυτοδιοικητικής δουλειάς προς μίμηση.

Ασώματη παρουσία

Δεν τελειώνει κανείς τόσο εύκολα με τον Μανώλη. Σ’ ένα εισαγωγικό αφιερώματος, αλλά και σ’ ένα αφιέρωμα, δεν γίνεται να κλείσεις μια ζωή ενός σχεδόν αιώνα, αλλά κυρίως τόσο γεμάτη. Και δεν έχουμε σκοπό να τελειώσουμε μαζί του. Εμείς εδώ στην «Εποχή», που ακούγαμε τις παρατηρήσεις του και τις συμβουλές του, δημοσιογραφικές και πολιτικές, που μας στήριξε και υλικά ακόμη, που τον παρακολουθούσαμε να μάχεται με επιμονή –οι συνεδριάσεις του Χώρου Διαλόγου και Κοινής Δράσης και αργότερα για τον ΣΥΡΙΖΑ, που ο ίδιος τον βάφτισε έτσι, γίνονταν στα γραφεία μας, Ακαδημίας– στα πρώτα δύσκολα βήματα για να μπουν τα θεμέλιά του, γιατί πρόβλεπε τη δυναμική του, τον θέλουμε πάντα εδώ, να τον κρίνουμε και να μας κρίνει, να διαφωνούμε και να συναντιόμαστε, να μας πιέζει για το αδύνατο, για κάτι περισσότερο από το εφικτό.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet