Κλερ Ροντιέ (με τη συμμετοχή της Κατρίν Πορτβέν) «Μετανάστες και πρόσφυγες. Απαντήσεις σε αναποφάσιστους, ανήσυχους και επιφυλακτικούς», εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 2016, σελ. 120

Βασίλης Παπαστεργίου και Ελένη Τάκου «Επίμονοι μύθοι για την μετανάστευση στην Ελλάδα», Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, Αθήνα, 2018, σελ. 87**

 

Της Αναστασίας Χαλκιά*

Η συζήτηση για το προσφυγικό/μεταναστευτικό ζήτημα, κυρίαρχη σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, επηρέασε, μεταξύ άλλων, και την εκδοτική παραγωγή. Εκδόθηκαν όχι μόνο αυστηρώς επιστημονικές δημοσιεύσεις αλλά και κείμενα που απευθύνονται σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, τα οποία με απλό και τεκμηριωμένο τρόπο αναφέρονται στη σύγχρονη μετανάστευση.
Αμφότερα τα ως άνω βιβλία εμπίπτουν στη δεύτερη κατηγορία. Η δομή τους αναπτύσσεται μέσω ερωταπαντήσεων και παρότι απευθύνονται, κυρίως, το ένα σε Γάλλους και το άλλο σε Έλληνες πολίτες, αρκετές από τις ερωτήσεις που τίθενται είναι κοινές και στα δύο.

Από τα παραπάνω προκύπτουν οι εξής παρατηρήσεις: Η πρώτη αναφέρεται στην ανάγκη να διατυπωθούν εύληπτα και στέρεα επιχειρήματα με σκοπό την ενημέρωση των αναγνωστών και τη διαμόρφωση ορθολογικών στάσεων απέναντι στις μικτές ροές. Η δεύτερη αφορά τους κοινούς προβληματισμούς που παρατηρούνται στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεξάρτητα από το ιστορικό τους παρελθόν ή την απόσταση που τα χωρίζει ή το ύψος των εισροών τους από πολίτες τρίτων χωρών.
Οι ερωτήσεις που διατυπώνονται στα βιβλία, αντανακλώντας κρίσιμες ερωτήσεις που απασχολούν τους ευρωπαίους πολίτες, αναδεικνύουν μια εν πολλοίς κυριαρχική θέση που κυοφορεί σπόρους απόρριψης και αποκλεισμού: ποιοι είναι αυτοί και από πού έρχονται, τι θέλουν εδώ, μπορούν να επιστραφούν κι εάν όχι πόσο μας ζημιώνουν εργασιακά, πληθυσμιακά, πολιτισμικά και πολιτειακά. Από το σύνολο των ερωτήσεων όμως θα επικεντρωθούμε σε αυτές που είναι κοινές και αφορούν την πρόσληψη του φαινομένου και τις πολιτικές που ακολουθούνται για τη διαχείρισή του. Κυρίως, δηλαδή, σε αυτές που επιχειρούν να αποσαφηνίσουν τους όρους «πρόσφυγας» και «μετανάστης», να αναλύσουν «πόσοι τελικά χωράνε» και να προσεγγίσουν κριτικά «τι (μπορούμε να) κάνουμε».
Αναλυτικότερα, και τα δύο κείμενα εξηγούν τη διάκριση μεταξύ πρόσφυγα και μετανάστη. Είναι γνωστό ότι οι επίσημες αφηγήσεις άλλοτε εστιάζουν στους πρόσφυγες, υποστηρίζοντας ότι οι ροές είναι προσφυγικές και άλλοτε στους μετανάστες, συνδηλώνοντας έτσι ότι οι δεύτεροι δεν δικαιούνται να παραμένουν στην επικράτεια. Η διάκριση αυτή δομεί και αναπαράγει ένα δίπολο μεταξύ προσφύγων και μεταναστών, τάσσεται υπέρ των πρώτων και αφήνει τους δεύτερους απογυμνωμένους θεσμικά και κοινωνικά. Με αυτόν τον τρόπο κάθε εξαγγελία περί δημιουργίας προοπτικών για νόμιμη και ασφαλή μετανάστευση προκαταλαμβάνεται εξ αρχής αρνητικά. Τείνουμε να «δεχόμαστε» την παρουσία προσφύγων αλλά να θεωρούμε «αδιανόητη» την επιθυμία των ανθρώπων για μια καλύτερη ζωή, η οποία θεωρείται ότι εκφράζεται κατά κύριο λόγο μόνο από τους μετανάστες.
Δεύτερον, στο ερώτημα «πόσους μπορούμε να αντέξουμε» σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτοί που έρχονται έχουν «διαφορετικό» πολιτισμό από το δικό μας, ο ακριβής -μαγικός- αριθμός των νεοσεισερχομένων που θα γινόταν αποδεκτός παραμένει ζητούμενο. Σε κάθε περίπτωση, τεχνητές σωρεύσεις πληθυσμού σε ένα σημείο και η απουσία στρατηγικής για τη δίκαιη ανακατανομή του πληθυσμού καλλιεργούν αφενός συνθήκες αναξιοπρεπούς διαβίωσης, αφετέρου μονιμοποιούν το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης που πληθαίνει συνεχώς τα αιτήματα ελέγχου και τις προϋποθέσεις αποκλεισμού. Περαιτέρω, ας μην ξεχνάμε ότι κάθε μεταναστευτικό «κύμα» προκαλεί αρνητικές στάσεις ανεξάρτητα από τις όποιες πολιτισμικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των πληθυσμών. Αρκεί να σκεφτεί κανείς τις αντιδράσεις των Ελλήνων της εποχής απέναντι στους πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, μολονότι μοιραζόμασταν τον ίδιο «πολιτισμό». Έτσι, κομβικό στοιχείο για τις αρνητικές στάσεις απέναντι στη διαφορετικότητα (ή ετερότητα) είναι η απόρριψη του ξένου και όχι τα χαρακτηριστικά του καθαυτά, τα οποία εξάλλου (ανα)κατασκευάζονται κάθε φορά. Ωστόσο, το κοινωνικό και πολιτειακό σώμα πλανάται, εάν εκτιμά ότι, εν μέσω της τεχνολογικής ανάπτυξης, της κυκλοφορίας αγαθών, ιδεών και ανθρώπων σε παγκόσμιο επίπεδο, μπορεί ακόμα να επενδύει αξιακά στα φαντασιακά εδάφη της καθαρότητας του έθνους-κράτους, θεωρώντας ότι διασφαλίζει έτσι τη συνοχή του.
Τρίτον, η διαχείριση των μικτών ροών έως τώρα στηρίχθηκε στη λογική του ελέγχου και στη συνεχή αύξησή του και έδειξε τα όριά της (π.χ. η αύξηση ελέγχων στα χερσαία και θαλάσσια σύνορα οδηγεί σε απώλειες ανθρώπινων ζωών και στέρηση του δικαιώματος στο άσυλο σε όσους το δικαιούνται). Επίσης, η στρατηγική που μεταβιβάζει τον έλεγχο ενός ανεπιθύμητου ζητήματος σε τρίτους, κυρίως διαμέσου οικονομικών ανταλλαγμάτων (π.χ. χώρες-αναχώματα αρμόδιες για την εξέταση αιτημάτων ασύλου εκτός ΕΕ ή στην περιφέρεια αυτής) έχει de facto αποδειχθεί αλυσιτελής. Τα στατιστικά δεδομένα απλώς καταδεικνύουν τη σφαλερότητα αυτών των επιλογών ως προς τους διακηρυγμένους στόχους τους.
Και τα δύο βιβλία, πίσω από τις γραμμές, φαίνεται να τα διατρέχει μια κοινή πολιτική αγωνία που παραμένει ενεστώσα, όπως η σωρεία παραγόντων που δημιουργούν την ανθρώπινη κινητικότητα διαχρονικά: Σε ποιο βαθμό τελικά οι φοβούμενοι τους νεοεισερχoμένους και τις αλλαγές που κομίζει η έλευσή τους είναι σε θέση να διατηρήσουν την ανθρωπινότητά τους και να αναγνωρίσουν σε άλλους τη βιοτική δυνατότητα να συνοικήσουν μαζί τους; Οι απαντήσεις στο ερώτημα μπορεί να θέτουν σε δοκιμασία το επίπεδο της δημοκρατίας μας, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η ακινησία είναι ανέφικτη και ότι οι διαπολιτισμικές επαφές συμβάλλουν στην ανάπτυξη των κοινωνιών. Και τα δύο, ως αυτονόητα πλέον, τα έχει καταδείξει η ίδια η ιστορία.

* Δρ κοινωνιολόγος, διδάσκουσα στο MSc «Media in Refugee / Migration Flows», ΕΚΠΑ-Πανεπιστήμιο Αιγαίου

** διαθέσιμο: rosalux.gr/sites/default/files/publications/mythoi_anatyposi1_low.pdf]
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet