Από την απόδοση τιμών στους νεκρούς μας, στην αξία των νόμων, στη δύναμη των γυναικών



Της Cinzia Dal Maso*

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Μα τώρα εσύ θα δείξης, αν εισ’ άξιο της γενιάς σου βλαστάρι, ή αν ενώ είσαι από τέτοιους προγόνους, τους ντροπιάζεις.

ΙΣΜΗΝΗ: Μ' αν έτσι είναι, ώ ταλαίπωρη, το πράμα, τί παραπάνω εγώ θενά προστέσω αν βάλω ή αν δε βάλω χέρι;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Σκέψου μαζί μου αν θα ενεργήσης και συμπράξης.

ΙΣΜΗΝΗ: Σε ποιο κίνδυνο λες; που πάει ο νους σου;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: … Αν το χέρι αυτό μου εδώ βοηθήσης το νεκρό να σηκώσωμε…

ΙΣΜΗΝΗ: Δυστυχισμένη, μ' όλο που το' χει ο Κρέοντας εμποδίση;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Κανέν' αυτός δικαίωμα δεν έχει να με χωρίση απ' τους δικούς μου.

(Μτφρ. Ι.Ν. Γρυπάρης. «Οι τραγωδίες του Σοφοκλέους I, Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Αίας, Τραχίνιαι», Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας)
Κι έτσι η Αντιγόνη προχωρά. Θάβει το πτώμα του αδελφού της Πολυνείκη, αντιβαίνοντας στις διαταγές του Κρέοντα, του βασιλιά και θείου της. Ο Πολυνείκης αφού είχε κάνει εκστρατεία κατά της πόλης του, ήρθε σε μονομαχία με το αδελφό του Ετεοκλή, όπου πεθαίνουν και οι δύο. Αλλά το σώμα του Πολυνείκη αφήνεται βορά στα όρνεα και τα σκυλιά.

Θάβουμε τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Πολλοί ήταν αυτοί που έφεραν στο νου τους την Αντιγόνη του Σοφοκλή, βλέποντας το αποτρόπαιο θέαμα στο βίντεο με τα φέρετρα στην εκκλησία του Μπέργκαμο, ή τη φωτογραφία της φάλαγγας με τα καμιόνια του στρατού που μεταφέρουν τους νεκρούς από την πόλη, γιατί το Μπέργκαμο αδυνατούσε να τους ενταφιάσει λόγω υπερκορεσμού. Ή ακόμη διαβάζοντας για αυτούς που είδαν τους αγαπημένους τους να μπαίνουν στο νοσοκομείο και από εκείνη τη στιγμή κι ύστερα δεν είχαν καμία επαφή, κανένα νέο τους για μέρες, μέχρι την είδηση του θανάτου τους. Μία είδηση και τίποτε παραπάνω.
Είχε πράγματι δίκιο η Αντιγόνη; Έτσι λένε πολλές σύγχρονες θεατρικές μεταφορές του έργου. Από τα παράδοξα του Jean Anouilh (1942) στο ριζοσπαστισμό του Bertolt Brecht (1947), μέχρι την πρόσφατη εκδοχή της Valeria Parrella (2012), η φιγούρα της Αντιγόνης ορθώνεται μεγαλοπρεπώς ενάντια στον τύραννο Κρέοντα, ένοχο για την απάνθρωπη άσκηση εξουσίας. Ο σύγχρονος κόσμος ανέδειξε την Αντιγόνη ως σύμβολο των εξεγέρσεων ενάντια σε δικτατορίες, απολυταρχισμούς, διακρίσεις με βάση τη φυλή, την τάξη, τη θρησκεία. Σθεναρή υπερασπίστρια όλων των καταπιεσμένων που σηκώνουν το ανάστημα και απαιτούν δικαιοσύνη.
Γιατί είναι αλήθεια ότι ο Κρέοντας είχε επιβάλει μια παράλογη απαγόρευση ταφής: όχι μόνο στο πάτριο έδαφος, αλλά πουθενά στον κόσμο. Μια βαρβαρότητα. Ας δοκιμάσουμε όμως να μπούμε για λίγο στη θέση του. Ο Κρέοντας γνώριζε καλά ότι οι τάφοι των εχθρών αποτελούν κίνδυνο για την κοινότητα γιατί ενέχουν το ρίσκο να γίνουν ισχυρά σύμβολα. Ως καλός κυβερνήτης, λοιπόν, εξέδωσε εκείνο το ακραίο διάταγμα, που έπληττε μάλιστα ένα μέλος της οικογένειας του, γιατί είχε κατά νου το καλό όλης της κοινότητας. Κατά τον ίδιο τρόπο, σήμερα εμείς κοιτάμε τα μοναχικά φέρετρα και μας σκίζεται η καρδιά, αλλά καταλαβαίνουμε ότι αυτό είναι το σωστό, για το καλό όλων. Είναι επίπονο να το αποδεχτούμε, αλλά προσπαθούμε να το κατανοήσουμε, ψάχνοντας να βρούμε το κουράγιο.

Ένα δίλημμα δίχως απάντηση

Και η Αντιγόνη; Ε ναι, στην τραγωδία πεθαίνει αλλά δεν θριαμβεύει. Από τη σύγκρουση βγαίνουν ηττημένοι και οι δύο, τόσο αυτή όσο και ο Κρέοντας. Αυτή θάβεται ζωντανή, πεθαίνει αυτοκτονώντας, παραιτούμενη τελικά από τη μάχη. Αυτός βλέπει την οικογένειά του κατεστραμμένη, αλλεπάλληλες αυτοκτονίες: ο γιός του Αίμονας, που ήταν ερωτευμένος με την Αντιγόνη, η σύζυγος του Ευρυδίκη. Ουρλιάζει: «Πάρτε με μακριά, μακριά από εδώ. Εγώ δε υπάρχω πιά, είμαι ένα τίποτε» (στ. 1324-25). Έτσι ο Σοφοκλής αφήνει το δίλημμα δίχως απάντηση: είναι πιο σωστό να παραβιάζουμε τους νόμους του κράτους θέτοντας σε κίνδυνο την ισορροπία του, ή να παραβαίνουμε τους άγραφτους νόμους με ταυτόχρονη προσβολή του ανθρώπινου ελέους.
Αυτός ο άλυτος κόμπος με είχε στην κυριολεξία ταλανίσει, όταν έφηβη ακόμη, διάβασα την τραγωδία για πρώτη φορά. Ήταν το ’77 και την διάβαζα στο μεσοδιάστημα από μια διαδήλωση και μια κατάληψη λυκείου, κάνοντας όνειρα να σπουδάσω νομική, γιατί μόνο με τους νόμους μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο. Η Αντιγόνη ήταν αυτή που με έκανε να αλλάξω ιδέα και τελικά να σπουδάσω αρχαία ελληνικά. Γιατί οι Έλληνες είχαν πει τα πάντα για μας τους ανθρώπους, είχαν διερευνήσει και την πιο απόκρυφη πτυχή της ανθρώπινης ψυχής. Σ’ αυτούς έβρισκα απαντήσεις και κυρίως πάρα πολλά σημαντικά ερωτήματα.
Όπως όλοι, ήμουν με το μέρος της Αντιγόνης, για τον ηρωισμό της, για το κουράγιο της. Αλλά εκείνη η αμφιβολία κυρίευε πάντα το μυαλό μου. Με το πέρασμα του χρόνου, στη συνέχεια, συνειδητοποιούσα όλο και περισσότερο, ότι όχι μόνο οι νόμοι είναι ατελείς, αλλά ότι η εφαρμογή τους είναι ακόμη πιο ατελής. Έτσι, συσσώρευα λόγους και αιτίες που με έκαναν να προσεγγίσω ακόμη περισσότερο την Αντιγόνη. Αλλά η αμφιβολία παρέμενε, ανεξίτηλη.

Απομακρύνοντας τα φαντάσματά μας

Έπειτα μια μέρα, σχεδόν τυχαία, έβαλα τις πληροφορίες στη σειρά, και για πρώτη φορά βρήκα το νόημα σε όλα αυτά. Οι αρχαίοι Έλληνες υπεραμύνονταν των νόμων τους με νύχια και με δόντια, ποινή η διάλυση των πόλεων τους. Στις τραγωδίες –κατ’ εξοχήν τόπος διαμόρφωσης συνειδήσεων– ξόρκιζαν κάθε τι που ενείχε το ρίσκο να ναρκοθετήσει τους νόμους. Προσπάθησαν να εξετάσουν λεπτομερώς το σύνολο των θεμάτων που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση το κοινωνικό και πολιτικό δημιούργημά τους. Ανεβάζοντας ένα θέμα στη σκηνή, επεδίωκαν οι πολίτες να το γνωρίσουν από κοντά και στη συνέχεια να απελευθερωθούν, εξοστρακίζοντας το εκτός πόλης. Τα κατάφεραν μέχρι ενός σημείου, όπως καλά γνωρίζουμε. Δεν μπορούμε να απελευθερωθούμε τελείως από τα φαντάσματά μας.
Το κύριο φάντασμα ήταν η τυραννία που είχαν γνωρίσει μέσα από την ιστορία τους, Ο Κρέοντας λοιπόν δεν αντιπροσωπεύει τους νόμους της πόλης, αλλά τη μονόπλευρη και αυθαίρετη χρήση τους. Είναι αυτός που δεν ξέρει να ακούει ούτε να κάνει διάλογο, πεπεισμένος ότι αυτός αντιπροσωπεύει το ορθό. Ενώ η δημοκρατική κοινωνία βασίζεται στο διάλογο, στην ικανότητα να ακούς τον άλλον με σκοπό τη λήψη συλλογικών αποφάσεων.
Αλλά ούτε η Αντιγόνη έχει δίκιο. Οι λόγοι που την ωθούν είναι πρωτίστως οι οικογενειακοί δεσμοί, μάλιστα μιας φατρίας, της φωνής του αίματος και δευτερευόντως του ανθρώπινου ελέους. Θέλει να θάψει τον αδελφό της, όχι έναν οποιοδήποτε άνθρωπο. Δηλώνει ότι δεν θα ήταν τόσο αποφασισμένη αν επρόκειτο για σύζυγο ή παιδί. Αλλά ο αδελφός, δηλαδή ένα μέλος της οικογένειας από την οποία κατάγεται, πρέπει να ενταφιαστεί. Με αριστοκρατική αλαζονεία, υπογραμμίζοντας πολλάκις ότι ανήκει σε ευγενές γένος.
Συνεπώς και η Αντιγόνη ενσαρκώνει ένα φάντασμα της ελληνικής πόλης. Οι αρχαίοι κανόνες της φατρίας που η δημοκρατία επαίρετο ότι τους είχε ξεπεράσει. Αλλά και αυτή είναι πείσμων, δεν θέλει να ακούσει καμία αντίρρηση. «Εσένα σε κατέστρεψε η βουλή σου η αυτόγνωμη» (στ. 875) της λέει ο χορός. Η αδιαλλαξία είναι το μοιραίο λάθος και για τους δύο.
Έχουν λοιπόν άδικο και οι δύο, η Αντιγόνη και ο Κρέοντας, όπως υποστηρίζει η φιλόσοφος Martha Nussbaum («The fragility of goodness», εκδ. Cambridge University Press ) και επεσήμανε πολλές φορές ο νομικός Gustavo Zagrebelsky. Και για τον Σοφοκλή, πολίτη της πόλης, η αλήθεια βρίσκεται στο ενδιάμεσο. Ή καλύτερα, είναι στους νόμους, αλλά σε νόμους που προκύπτουν από πολιτικό διάλογο.

Αντιγόνη, η γυναίκα

Επιτέλους έβαλα τάξη στις σκέψεις μου. Και επιτέλους, κατάφερα να δω την Αντιγόνη με άλλα μάτια. Την απελευθέρωσα από όλες τις ευθύνες με τις οποίες την είχαν επιφορτίσει ως την ευγενή προστάτιδα του δίκιου του ατόμου ενάντια στους κανόνες του κοινωνικού συνόλου, των «αιώνιων» αξιών και ενάντια στους νόμους των ανθρώπων, της αναγκαιότητας του θανάτου μπροστά στις επιθυμίες των ζωντανών, της ορμητικότητας των νέων σε αντιπαράθεση με την περίσκεψη των ενηλίκων.
Επιτέλους, στα μάτια μου, η Αντιγόνη παρουσιάστηκε ως γυναίκα. Μόνο γυναίκα και τίποτε άλλο. Μια μεγάλη γυναίκα που είχε τη δύναμη να αψηφήσει όχι πιά προκαταλήψεις ή το οικογενειακό ή κοινωνικό εθιμικό, αλλά τους ίδιους τους νόμους της πόλης. Νόμοι αρσενικοί, φτιαγμένοι από άνδρες, για δική τους χρήση και προς όφελος τους. Η Αντιγόνη τόλμησε να θέσει υπό συζήτηση την εξουσία των ανδρών, ναρκοθέτησε την ουσία της ελληνικής πόλης. Και τόλμησε να μιλήσει σε κοινό, όταν ακόμη και ο λόγος είναι ανδρική υπόθεση.
Πώς να μη θυμηθούμε το εμβληματικό επεισόδιο του Τηλέμαχου, που στην Οδύσσεια, διατάσσει τη μητέρα του Πηνελόπη να σιωπήσει και να αποτραβηχτεί στα δωμάτια της, «γιατί ο λόγος αρμόζει στους άνδρες»; Αλλά και στο Σοφοκλή η ίδια η Ισμήνη, αδελφή της Αντιγόνης, της λέει: «Κι απ' τ' άλλο, να ξεχνάς αυτό δεν πρέπει, πρώτα, πως γεννηθήκαμε γυναίκες να μην μπορή να τα βάζουμε με άντρες· έπειτα, πως αυτοί που εξουσιάζουν πιο δύναμη έχουν από μας, κι ανάγκη να τους ακούμε και σ' αυτά και σ' άλλα πιο σκληρότερ’ ακόμα και από τούτα. Πρώτα πρέπει να σκεφθείς το εξής, ότι δηλαδή γεννηθήκαμε γυναίκες (…) γιατί να θέλης ό,τι ξεπερνά τη δύναμη σου, καθαρή 'ναι τρέλλα.». (στ. 61-64 και 68). Η Ισμήνη είναι οι γυναίκες της Ελλάδας, και οι γυναίκες, από γενέσεως του κόσμου, αποδεχόταν πάντα το ρόλο που τους επέβαλαν οι άνδρες. Υπέφεραν, πεπεισμένες για το αναπότρεπτο των βασάνων τους.
Πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί οι ελληνικές τραγωδίες έχουν πληθώρα δυνατών και ισχυρών γυναικών, όταν αντίθετα η Ελληνίδα έπρεπε να κάθεται σπίτι και να σιωπά. Η Κλυταιμνήστρα, η Ηλέκτρα, η Εκάβη, η Μήδεια και άλλες, οι γυναίκες στις ελληνικές τραγωδίες είναι εκτός πραγματικότητας. Ίσως γιατί, στην ανδροκρατούμενη ελληνική κοινωνία, οι γυναίκες ήταν σε κάθε περίπτωση ο άλλος, ο διαφορετικός, όπως εξήγησε πολύ καλά η ιστορικός Sarah Pomeroy («Θεές, Πόρνες, Σύζυγοι και Δούλες», εκδ. Καρδαμίτσα, 2008). Ήταν το άγνωστο και ως τέτοιο προκαλεί φόβο. Ήταν ένα από τα φαντάσματα της πόλης που έπρεπε να κρατηθούν υπό επιτήρηση, μαζί με τους οικογενειακούς δεσμούς που για μια γυναίκα ήταν το βασικό ενδιαφέρον της. Και έπρεπε να είναι μεγάλες, γιατί ο αντίπαλος πρέπει να είναι πάντα μεγάλος και ισχυρός, καθώς όσο πιο μεγάλος είναι ο αντίπαλος, τόσο μεγαλύτερη είναι και η νίκη.

Λόγος και εξουσία

Ανάμεσα σ’ αυτές τις γυναίκες, εντέλει το κατάλαβα, η Αντιγόνη ξεχωρίζει, είναι όχι μόνο μεγάλη αλλά απέραντη. Γιατί ορθώνει το ανάστημά της δημόσια ενάντια στην ανδρική εξουσία, στο όνομα όλων των γυναικών του κόσμου που δεν τόλμησαν ποτέ να μιλήσουν. Δεν είναι τυχαίο που ο Σοφοκλής συχνά χρησιμοποιεί το αρσενικό γένος αναφερόμενος σε αυτή, και στη μεγαλειώδη σύγκρουση που είχε με τον Κρέοντα –όπου με αυθάδεια διεκδικεί για τον εαυτό της την ευθύνη για την ταφή του αδελφού–, βάζει τον τύραννο να πει «ο άνδρας θα είναι αυτή» (στ. 484). Για αυτόν και για τον Σοφοκλή, η Αντιγόνη, μια γυναίκα που μιλάει, δεν μπορεί παρά να μιλάει «σαν άνδρας».
Σήμερα, δύο χιλιάδες πεντακόσια χρόνια μετά τον Σοφοκλή και ύστερα από πολλές μάχες για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των γυναικών, είναι ακόμη πολύ λίγες οι γυναίκες που έχουν εξουσία, οι γυναίκες που μιλούν δημόσια. Και το κάνουν ακόμη σαφώς «σαν άνδρες», γιατί εξουσία και λόγος είναι ακόμα προνόμιο των ανδρών (Mary Beard στο «Γυναίκες και εξουσία», εκδ. Μεταίχμιο, 2018).
Δίχως την ίση συμμετοχή στην εξουσία δεν θα υπάρξει ποτέ πραγματική ισότητα. Δίχως κοινές αφηγήσεις δεν θα υπάρξει ισότητα. Σήμερα, δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά το Σοφοκλή, η Αντιγόνη είναι πραγματικός φάρος για τις γυναίκες όλου του κόσμου.
Μία Αντιγόνη, όμως, λιγότερο επίμονη αλλά επιδεκτική στο να ακούει και στο σεβασμό του άλλου. Μέχρι και στο να κατανοήσει τα δίκια του Κρέοντα, αν είναι για το καλό της κοινότητας, αν είναι απαραίτητες. Σήμερα δυστυχώς είναι. Σήμερα περισσότερο από ποτέ. Στους αγαπημένους μας, που σήμερα δεν μπορούμε καν να τους δούμε, θα αποδώσουμε τις τιμές ενταφιασμού τους όπως είναι δυνατόν. Αύριο θα βρεθούμε όλοι μαζί ενωμένοι για να τους θυμηθούμε. Τώρα όμως όχι δεν είναι ο κατάλληλος χρόνος. Αλλά ξέρουμε ότι θά ’ρθει ο καιρός.

 

* Η Cinzia Dal Maso έχει τρία πάθη: τον αρχαίο κόσμο, τη γραφή, τα ταξίδια. Έχει περιέργεια και έλξη για κάθε τι το διαφορετικό επειδή είναι μακρινό στο χώρο, στο χρόνο και στη σκέψη. Θέληση να μοιράζεται με πολλούς άλλους ανθρώπους τις όμορφες καθημερινές ανακαλύψεις. Να μοιράζεται με άλλους σκέψεις μέσω του γραπτού λόγου. Έχει ένα μόνο επάγγελμα: δημοσιογράφος που αφηγείται το παρελθόν του κόσμου. Γράφει για θέματα αρχαιολογίας, πολιτιστικά αγαθά, χρησιμότητα του παρελθόντος στη σύγχρονη εποχή, τουρισμό και κουλτούρα για τις εφημερίδες «La Repubblica» και «Il Sole 24 ore», και για διάφορα ιταλικά και ξένα περιοδικά. Διευθύνει τα περιοδικά «il Magazine» και «il Journal di Archeostorie».
Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο: www.archeostorie.it/antigone-seppellire-i-propri-cari

Μετάφραση: Στέλλα Σάμου
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet