Ο καπιταλισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με τουλάχιστον τρεις μεγάλες κρίσεις. Μια υγειονομική που προκάλεσε την πανδημία και εξελίχθηκε γρήγορα και σε οικονομική, με άγνωστες συνέπειες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, και όλα αυτά μέσα σε μια κλιματική κρίση που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη «συνήθη πρακτική». Μέχρι πριν από μόλις δύο μήνες, τα μέσα ενημέρωσης ήταν γεμάτα από τρομακτικές εικόνες καταστροφικών πυρκαγιών στην Αυστραλία και στον Αμαζόνιο.
Αυτή η τριπλή κρίση αποκάλυψε διάφορα σοβαρά προβλήματα λειτουργίας του καπιταλισμού, τα οποία πρέπει να λυθούν ταυτόχρονα και να αντιμετωπιστεί άμεσα η κατάσταση έκτακτης ανάγκης στη δημόσια υγεία. Διαφορετικά, απλά θα λύνουμε τα προβλήματα σε ένα μέρος, ενώ θα δημιουργούμε καινούργια σε άλλα. Αυτό ακριβώς συνέβη με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Οι τότε υπεύθυνοι χάραξης της οικονομικής πολιτικής πλημμύρισαν τον κόσμο με ρευστότητα, χωρίς να ενδιαφερθούν για το εάν θα κατευθύνονταν σε βιώσιμες επενδύσεις. Ως εκ τούτου, τα χρήματα επέστρεψαν πίσω σε ένα χρηματοπιστωτικό τομέα που ήταν (και παραμένει) ασύμβατος με αυτό το στόχο.



Της Mariana Mazzucato*

Η κρίση του COVID-19 αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τις αδυναμίες στις οικονομικές δομές μας, και κυρίως την αυξανόμενη επισφάλεια της εργασίας, λόγω της ανόδου της gig οικονομίας(1) του και της επιδείνωσης της εργασιακής διαπραγματευτικής ισχύος τις τελευταίες δεκαετίες. Η τηλεργασία δεν είναι απλώς επιλογή για τους περισσότερους εργαζόμενους και, παρόλο που οι κυβερνήσεις επεκτείνουν κάποια βοήθεια στους εργαζόμενους με τακτικές συμβάσεις, οι αυτοαπασχολούμενοι μπορεί να βρεθούν πλήρως ακάλυπτοι.
Ακόμη χειρότερα, οι κυβερνήσεις χορηγούν τώρα δάνεια σε επιχειρήσεις σε μια εποχή όπου το ιδιωτικό χρέος είναι ήδη ιστορικά υψηλό. Στις Ηνωμένες Πολιτείες το συνολικό χρέος των νοικοκυριών, λίγο πριν τη σημερινή κρίση, ήταν 14,15 τρισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια υψηλότερα από ό,τι το 2008 (σε ονομαστικές τιμές). Και, μήπως το ξεχάσουμε, ήταν το υψηλό ιδιωτικό χρέος που προκάλεσε την παγκόσμια οικονομική κρίση.
Δυστυχώς, κατά την τελευταία δεκαετία, πολλές χώρες εφάρμοσαν πολιτικές λιτότητας σαν να ήταν το δημόσιο χρέος η αιτία του προβλήματος. Το αποτέλεσμα ήταν η διάβρωση των ίδιων των δημόσιων οργανισμών που χρειαζόμαστε για να ξεπεράσουμε κρίσεις, όπως η πανδημία των κορονοϊών. Από το 2015, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει μειώσει τους προϋπολογισμούς δημόσιας υγείας κατά 1 δισεκατομμύριο λίρες στερλίνες, αυξάνοντας την επιβάρυνση των ιατρών στην εκπαίδευση (πολλοί από τους οποίους έχουν εγκαταλείψει πλήρως το Εθνικό Σύστημα Υγείας) και μειώνοντας τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις που απαιτούνται,προκειμένου οι ασθενείς να αντιμετωπίζονται σε ασφαλείς, ενημερωμένες και πλήρως εξοπλισμένες εγκαταστάσεις. Και στις ΗΠΑ – όπου ποτέ δεν υπήρχε ένα σωστά χρηματοδοτούμενο δημόσιο σύστημα υγείας – η διοίκηση Τραμπ προσπαθεί επίμονα να μειώσει τη χρηματοδότηση και τη λειτουργική ικανότητα των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, όπως και σε πολλά κρίσιμα ιδρύματα.
Εκτός από αυτές τις πληγές ένας υπερβολικά «χρηματικοποιημένος» επιχειρηματικός τομέας απομακρύνει την παραγωγή αξίας από την οικονομία, επιβραβεύοντας τους μετόχους μέσω stock buyback συστημάτων (επαναγορά ιδίων μετοχών), αντί να προωθήσει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, επενδύοντας στην έρευνα και την ανάπτυξη, στους μισθούς και την κατάρτιση των εργαζομένων. Ως αποτέλεσμα, τα νοικοκυριά έχουν εξαντλήσει τα οικονομικά μαξιλάρια, καθιστώντας πιο δυσπρόσιτα τα βασικά αγαθά όπως η στέγαση και η εκπαίδευση.

Η επιστροφή του κράτους

Τα κακά νέα είναι ότι η κρίση του COVID-19 επιδεινώνει όλα αυτά τα προβλήματα. Τα καλά νέα είναι ότι μπορούμε να εκμεταλλευτούμε την τρέχουσα κατάσταση έκτακτης ανάγκης για να αρχίσουμε να οικοδομούμε μια οικονομία χωρίς αποκλεισμούς και βιώσιμη. Το θέμα δεν είναι να καθυστερήσουμε ή να εμποδίσουμε τα έκτακτα κυβερνητικά μέτρα παρέμβασης, αλλά να επιβάλουμε να διατεθούν σωστά. Πρέπει να αποφύγουμε τα λάθη της εποχής μετά το 2008, όταν τα προγράμματα διάσωσης επέτρεψαν στις εταιρείες να αποκομίσουν ακόμη μεγαλύτερα κέρδη από τη στιγμή που τελείωσε η κρίση, αλλά απέτυχαν να θέσουν τα θεμέλια για μια ισχυρή και χωρίς αποκλεισμούς ανάκαμψη.
Αυτή τη φορά, τα μέτρα διάσωσης πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύονται από σαφής όρους και προϋποθέσεις. Τώρα που το κράτος επιστρέφει για να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο, πρέπει να παρέμβει με στρατηγική στόχευση και όχι σαν αφελής και συγκεχυμένος παίκτης. Αυτό σημαίνει βέβαια την ικανότητα λήψης άμεσων μέτρων, αλλά και το σχεδιασμό τους κατά τρόπο που να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον μακροπρόθεσμα.
Για παράδειγμα, μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή πλαίσιο προϋποθέσεων για κρατική στήριξη προς τις επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν οικονομική στήριξη πρέπει να δεσμευτούν να διατηρήσουν τους εργαζόμενους στην θέση τους και να διασφαλίσουν ότι μετά την ολοκλήρωση της κρίσης θα επενδύσουν στην κατάρτιση τους και στις βελτιωμένες συνθήκες εργασίας. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως στην Δανία, πρέπει να στηρίζει τις επιχειρήσεις, όταν αυτές συνεχίζουν να πληρώνουν μισθούς, ακόμη και όταν οι εργαζόμενοι δεν εργάζονται, βοηθώντας ταυτόχρονα τα νοικοκυριά να διατηρήσουν τα εισοδήματά τους, αποτρέποντας τη διάδοση του ιού και διευκολύνοντας τις επιχειρήσεις να επανεκκινήσουν όταν η κρίση τελειώσει.
Επιπλέον, τα σχέδια διάσωσης θα πρέπει να καταρτίζονται έτσι ώστε σε ευνοϊκές συνθήκες οι μεγαλύτερες εταιρείες να επιδιώκουν τη δημιουργία παραγωγής αξίας, αντί την ανομοίωση της και να ενθαρρύνουν επενδύσεις σε βιώσιμη ανάπτυξη και μειωμένο αποτύπωμα του άνθρακα. Tο business roundtable(2) δήλωσε πέρυσι ότι θα επεξεργαστεί ένα πρότυπο παραγωγής αξίας για τα ενδιαφερόμενα μέρη, αυτή είναι η ευκαιρία του να υποστηρίξει τα λόγια του με δράση. Εάν η εταιρική Αμερική εξακολουθεί να σέρνει τα πόδια της τώρα, θα πρέπει να αναδείξουμε την αντιφατικότητα της.
Όσον αφορά τα νοικοκυριά, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να στοχεύσουν πέραν ​​από την παροχή δάνειων για την ελάφρυνση του χρέους, με δεδομένο το ήδη σημερινό υψηλό επίπεδο του ιδιωτικού χρέους. Οι πληρωμές των πιστωτών, τουλάχιστον, θα πρέπει να παγώσουν, έως ότου επιλυθεί η οικονομική κρίση, ενώ θα πρέπει να υλοποιηθούν μέτρα κατ’ ευθείαν χρηματικών παροχών στα νοικοκυριά που έχουν άμεση ανάγκη.
Και οι ΗΠΑ πρέπει να προσφέρουν κυβερνητικές εγγυήσεις σε πληγείσες από την κρίση εταιρείες, προκειμένου να μπορέσουν να διασφαλίσουν την καταβολή του 80-100% των μισθών, όπως έπραξαν το Ηνωμένο Βασίλειο και πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ασίας.

Η διείσδυση του ιδιωτικού τομέα

Είναι επίσης καιρός να επανεξετάσουμε τις συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ). Πολύ συχνά, αυτές οι συμπράξεις είναι λιγότερο βιώσιμες παρά παρασιτικές. Η προσπάθεια να αναπτυχθεί ένα εμβόλιο COVID-19 θα μπορούσε να γίνει μια ακόμη μονόδρομη σχέση, στην οποία οι επιχειρήσεις θα αποκομίσουν μεγάλα κέρδη με την πώληση στο κοινό ενός προϊόντος, που έχει παραχθεί μέσα την από έρευνα που χρηματοδοτείται από τους φορολογούμενους. Πράγματι, παρά τις σημαντικές δημόσιες επενδύσεις των αμερικανών φορολογουμένων στην ανάπτυξη εμβολίων, ο υπουργός Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών των ΗΠΑ, Alex Azar, πρόσφατα παραδέχτηκε ότι οι άρτι αναπτυχθείσες θεραπείες ή εμβόλια COVID-19 ενδέχεται να μην είναι προσιτές σε όλους τους Αμερικανούς.
Χρειαζόμαστε κράτη ικανά να αναπτύξουν επιχειρηματικές ικανότητες, που θα επενδύσουν περισσότερο στην καινοτομία – από την τεχνητή νοημοσύνη στη δημόσια υγεία έως τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Αλλά όπως μας υπενθυμίζει η κρίση, χρειαζόμαστε επίσης κράτη που να γνωρίζουν πώς να διαπραγματευτούν, έτσι ώστε τα οφέλη από τις δημόσιες επενδύσεις να επιστρέφουν στο κοινό.
Ένας δολοφόνος ιός έχει αναδείξει σοβαρές αδυναμίες στις δυτικές καπιταλιστικές οικονομίες. Τώρα που οι κυβερνήσεις κινούνται σε «πολεμικούς» ρυθμούς, έχουμε την ευκαιρία να διορθώσουμε το σύστημα. Εάν δεν το κάνουμε, δεν θα έχουμε καμία πιθανότητα να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία την τρίτη μεγάλη επερχόμενη κρίση – την κλιματική που καθιστά όλο και ποιο δυσκολοκατοίκητο τον πλανήτη μας – καθώς και όλες τις μικρότερες κρίσεις που θα προκύψουν τα επόμενα χρόνια και δεκαετίες.

Μετάφραση: Ιωσήφ Σινιγάλιας

Σημειώσεις

* Η Mariana Mazzucato είναι οικονομολόγος με διπλή ιθαγένεια, ιταλική και αμερικανική. Είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου στο Οικονομικό Τμήμα Καινοτομίας και Δημόσιων Αγαθών και είναι ιδρύτρια/διευθύντρια του Ινστιτούτου Καινοτομίας και Δημόσιου Σκοπού. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Project Syndicate της 30ης Μαρτίου 2020.
1. Gig economy: Επιχειρήσεις που λειτουργούν με εξωτερικούς συνεργάτες και ελεύθερους επαγγελματίες (freelancers) αντί για μισθωτούς εργαζόμενους, παρεμβαίνοντας στις παραδοσιακές συνθήκες της πλήρους απασχόλησης.
2. Business roundtable: Μη κερδοσκοπικός σύνδεσμος των υψηλόβαθμών στελεχών των μεγαλύτερών aμερικάνικων πολυεθνικών εταιρειών. Ο σύνδεσμος εκφράζει τελευταία καινοτόμες απόψεις: «Μέτοχοι αλλα και εργαζόμενοι και πελάτες οι μοναδικοί αποδέκτες της παραγομένης αξίας».
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet