Ορισμένα απ’ τα “παιδιά” που έγιναν βουλευτές και υπουργοί, δεν κατάλαβαν ποτέ ότι είναι
στην κυβέρνηση και όχι σε γκρουπούσκουλο




Του Νίκου Τσαγκρή
 
Προσωπικά, βιώνω τα δραματικά εσωκομματικά δρώμενα, ως το χρονικό ενός προδιαγεγραμμένου θανάτου του «φανταστικού» εντός του «πραγματικού»: «Το ιδεολογικό είναι το φανταστικό», έλεγε ο Μαρξ, καθώς περιέγραφε, μετά τον Φόιερμπαχ, τη θρησκευτική ιδεολογία: το ιδεολογικό είναι κατασκευασμένο από συνειδήσεις, που, μη μπορώντας να υποφέρουν την πραγματική τους κατάσταση της δυστυχίας και των αντιφάσεων, προβάλλουν σ’ ένα ονειρεμένο μακρινό μέλλον (μέλλον θρησκευτικό, μέλλον αισθητικό, αλλά επίσης μέλλον ηθικό και πολιτικό) μια ιδεατή σύμπνοια – μια θρησκεία, μια «ιδεολογία». Προσωπικά, λοιπόν,βιώνω τα εσωκομματικά δρώμενα, ως το χρονικό ενός προδιαγεγραμμένου θανάτου του φανταστικού – που είναι το ιδεολογικό. Και είναι καταδικασμένο να «πεθάνει» εντός του πραγματικού, που στην περίπτωσή μας είναι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Τολμώ να πω ότι στοιχεία του συγκεκριμένου «χρονικού» καταγράφονταν διαρκώς σ’ αυτήν εδώ τη στήλη, ως ανησυχίες και αγωνίες του συγγραφέα της: ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εδώ και τρεις μήνες στην κυβέρνηση, αλλά κάποια στελέχη του, ανάμεσά τους και αρκετοί βουλευτές, ακόμα και ένας με δυο υπουργοί, εξακολουθούν να πολιτεύονται ως αντιπολιτευόμενοι, δεν προσφέρουν καμιά λύση πέρα από την κριτική, δεν σκιαγραφούν το σχήμα μιας διαφορετικής χώρας, έγραφα προ τριμήνου. Οφείλουν, πρόσθετα, το συντομότερο δυνατόν, να σπάσουν το ιδεοφαντασιακό κέλυφος, στο οποίο παραμένουν περίκλειστοι, να δουν την πραγματικότητα χωρίς παρωπίδες, με το βλέμμα, έστω, της ξεχωριστής για την πολιτική σοφία της, ένδοξης κομμουνίστριας, Ρόζας Λούξεμπουργκ: στην αστική κοινωνία, ο ρόλος της Αριστεράς είναι ο ρόλος του κόμματος αντιπολίτευσης. Σε κόμμα εξουσίας επιτρέπεται να υψωθεί μόνο πάνω στα ερείπια του αστικού κράτους.
 
Σαν γκρουπούσκουλο
 
Έτσι, κάθε φορά που το «φανταστικό» ζωντάνευε ως «ιδεολογικό» και οι διάσημοι πια, αριστερίζοντες διακαναλικοί ρήτορες και προφήτες ξεσάλωναν ενάντια στο «πραγματικό» (τον ίδιο τον εαυτό τους, στην πραγματικότητα, την κυβέρνησή τους), τους προέτρεπα να προσπαθήσουν να δουν ότι στην ελληνική περίπτωση η Αριστερά υψώθηκε σε κόμμα εξουσίας, όχι «πάνω στα ερείπια του αστικού κράτους», αλλά πάνω στις στάχτες των αστικών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ – Ν.Δ.), που θυσιάστηκαν από τους ίδιους τους ηγέτες τους στο βωμό του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού. Να καταλάβουν ότι ο ελληνικός λαός «ανύψωσε» στην κυβερνητική εξουσία το ΣΥΡΙΖΑ, όχι για να εγκαθιδρύσει τον κομμουνισμό αλλά, εντός της καπιταλιστικής – «αστικής» ζώνης του ευρώ, να διαπραγματευθεί με τη μαχητικότητα και την αξιοπιστία της Αριστεράς για την καλύτερη δυνατή συμφωνία με τους δανειστές.
Εις μάτην. Το «χρονικό» συνέχισε να εξελίσσεται στο πεδίο του φανταστικού (που «είναι το ιδεολογικό»), καθώς ορισμένα απ’ τα «παιδιά» που έγιναν βουλευτές και υπουργοί, δεν κατάλαβαν ποτέ ότι είναι στην κυβέρνηση και όχι σε γκρουπούσκουλο: «πολλοί, εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ», έγραφα προ μηνός, «δεν έχουν το προτέρημα της ατομικής αυτογνωσίας και, καταλαβαίνετε, είναι αδύνατον να συμβάλλουν στην κατάκτηση της συλλογικής πολιτικής αυτογνωσίας. Ιδιαίτερα σε ένα «κόμμα», που δεν έστερξε να γίνει κόμμα πριν κυβερνήσει – βρέθηκε να κυβερνά με ένα κορμό πολιτικά συντεταγμένων δυνάμεων στηριζόμενο σε ασταθή άκρα,· αποτελούμενα από ένα συνονθύλευμα ασύντακτων ιδεολογικών αποκλίσεων, ανήμπορων να κατανοήσουν και να αναλύσουν την παρούσα κοινωνική πραγματικότητα: να προσλάβουν το συλλογικό πολιτικό «θέλω» των Ελλήνων, το πλειοψηφικό κοινωνικό «θέλω», να το εκφράσουν στο επίπεδο της κυβερνητικής πολιτικής, της εφαρμοσμένης, δηλαδή, πολιτικής…».
 
Η υπέρβαση του Τσίπρα
 
Στο επίπεδο της κυβερνητικής πολιτικής, της εφαρμοσμένης, δηλαδή, πολιτικής, οφείλεις να υπερβαίνεις το «ιδεολογικό που είναι το φανταστικό», να βλέπεις την πραγματικότητα γυμνή:
- Το 70% των Ελλήνων είναι υπέρ της παραμονής της χώρας στη ζώνη του ευρώ.
- Το συντριπτικό (61,31%) ΟΧΙ στο δημοψήφισμα ήταν εν λευκώ εξουσιοδότηση στον Έλληνα πρωθυπουργό να πάει και να διαπραγματευτεί για μια καλύτερη, απ’ αυτήν της τελικής πρότασης Γιούνγκερ, συμφωνία.
Αυτό έκανε ο Αλέξης Τσίπρας και το έκανε με αξιοθαύμαστη γενναιότητα και ευθύνη, άκρως ελληνικά, όπως αρμόζει σε έναν εθνικό ηγέτη·σε συνθήκες ενός εξελισσόμενου πανευρωπαϊκού συστημικού πραξικοπήματος για την ανατροπή του ίδιου και της κυβέρνησής του, της ελληνικής κυβέρνησης. Με τις εσωκομματικές δυνάμεις του «φανταστικού» να ρίχνουν και πάλι νερό στο μύλο των σχεδιαστών της «αριστερής παρένθεσης»: να πολιτεύονται ως αντιπολιτευόμενοι, να μην προσφέρουν καμιά λύση πέρα από την κριτική, να μη σκιαγραφούν το σχήμα μιας διαφορετικής χώρας – οι διάσημοι πια, αριστερίζοντες διακαναλικοί ρήτορες και προφήτες που ξεσαλώνουν ενάντια στο «πραγματικό», τον ίδιο τον εαυτό τους, την κυβέρνησή τους, τον ηγέτη τους…
Τίποτε άλλο από εμένα. Η επανάληψη, μόνο, μιας φράσης του εκπροσώπου των δυνάμεων του «πραγματικού», που σαρκάζει τις δυνάμεις του «φανταστικού»: «Εγώ δεν δραπετεύω. Είμαι εδώ για τα δύσκολα»…
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet