Ποια είναι η οπτική σου για την σημερινή κατάσταση; Θα ήταν υπερβολή αν μιλούσαμε για μια απόλυτη αποτυχία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού;
Μιλώντας για την τρέχουσα κατάσταση στη Βόρεια Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη, θα έλεγα ότι αυτή είναι μια (αλλά όχι η) αποκάλυψη, όχι το τέλος των ημερών αλλά με την αρχική έννοια του όρου, μια αποκάλυψη αυτού που προηγουμένως κρυβόταν, ξαφνική, απροσδόκητη, και με τεράστιες συνέπειες. Ο κορωνοϊός έσκισε το πέπλο για να αποκαλύψει ότι η φαινομενική επιτυχία του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος στηριζόταν επισφαλώς σε ένα πολύ συγκεκριμένο σύνολο συγκυριών. Δεν είχε ακόμη δοκιμαστεί από αυτό που ο Μακιαβέλι αποκαλούσε μοίρα, και θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ιστορία. Μπορούμε όμως να μιλήσουμε για την αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού, μια έννοια που υποδηλώνει ότι δεν έχει επιτύχει τους στόχους του ή τηρήσει τις υποσχέσεις του, με τον υπαινιγμό ότι η πιο ανθρωπιστική μορφή καπιταλισμού που θα αντικαταστήσει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο θα επιστρέψει για να μας σώσει; Θα έλεγα, αντιθέτως, ότι αυτό το μοντέλο έχει εκτεθεί, αναγκάστηκε να εκθέσει τον εαυτό του, τους κανόνες και τις υποθέσεις του, και να το κάνει αυτό τόσο στην πράξη όσο και στη θεωρία και στην προπαγάνδα του. Αυτό που μας αποκαλύφθηκε είναι αυτό που ένας από τους αρχιτέκτονες του νεοφιλελευθερισμού, ο Λούντβιχ φον Μίζες, αποφάσισε μια μέρα να φωνάξει δυνατά, μια αλήθεια που επέμενε ότι κάθε οικονομολόγος γνώριζε: ότι ο θεσμός ενός νομικού δικαιώματος του ζωντανού ατόμου να συνεχίσει να ζει, το νομικό δικαίωμα στην ύπαρξη, το οποίο σε τελευταία ανάλυση αναγκάζει το κράτος να εγγυηθεί τις ανάγκες της ζωής, είναι ασυμβίβαστο με τον καπιταλισμό, κυρίως με τη λειτουργία της αγοράς που διανέμει αυτές τις ανάγκες όσο το δυνατόν πιο αποδοτικά για αυτήν. Αυτό δεν είναι ένα μικρό πράγμα, τουλάχιστον για όσους επιθυμούν να συνεχίσουν να ζουν. Η πανδημία έχει αναγκάσει τους φύλακες της αγοράς και την αντίληψη της ιδιοκτησίας που προϋποθέτει, να αποκαλύψουν στους πληθυσμούς της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής αυτό που είχαν ήδη διακηρύξει στον υπόλοιπο κόσμο καιρό πριν: στην αγορά πρέπει να επιτραπεί να παρέχει και να διατηρεί τα μέσα διαβίωσης χωρίς παρεμβολές (όπως η αποθήκευση τροφίμων ή ιατρικών προμηθειών εν αναμονή μελλοντικών κρίσεων).  Η υλική μορφή αυτής της αποκάλυψης, η ασθένεια, ο θάνατος, και η εξαθλίωση στην οποία εκφράζεται, ωστόσο, αντιπροσωπεύει έναν «Καιρό για τον νεοφιλελευθερισμό», ένα άνοιγμα ή μια ευκαιρία να εξασφαλιστεί η υποβολή των λαών του κόσμου σε ένα νέο, ανήκουστο επίπεδο πειθαρχίας και υποταγής στην αγορά, και να συνηθίσουν στο θάνατο από ασθένειες ή πείνα ως αναλλοίωτα γεγονότα της φύσης. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς είπαν ότι η άρχουσα τάξη που δεν μπορεί να εγγυηθεί την επιβίωση στον πληθυσμό της δεν αξίζει να κυβερνήσει. Σήμερα, το ασταθές μήνυμα του καπιταλισμού στις παρούσες μορφές του, είναι ότι η άρχουσα τάξη που δεν μπορεί να αρνηθεί την επιβίωση ή την προστασία από την ασθένεια στον πληθυσμό της δεν αξίζει να κυβερνήσει. Αυτό θα πρέπει καταρχάς να σηματοδοτήσει παντού το όριο του ανεκτού για τις εργατικές μάζες, αλλά τα όρια υπάρχουν μόνο όταν και όπου οι ίδιες οι μάζες τα επιβάλλουν με τη δράση τους.

Πώς βλέπεις το νέο αναβαθμισμένο ρόλο των κρατών; Τι επιπτώσεις θεωρείς ότι θα έχει η ενδυνάμωση των κρατών λόγω του συγκεντρωτισμού τους στη διαχείριση της κρίσης;
Και εδώ νομίζω ότι πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στην ανάλυσή μας, οι εθνικές, καθώς και οι περιφερειακές, διαφορές είναι σημαντικές. Αλλά η ανάλυση του Αγκάμπεν μπορεί να χρησιμεύσει ως μια γενική προειδοποιητική ιστορία: έχει υποστηρίξει επανειλημμένα ότι η παρούσα κρίση συνίσταται στο ότι το κράτος χρησιμοποιεί μια φανταστική απειλή για να επεκτείνει την επιρροή του στη γυμνή ζωή του πληθυσμού και, ακόμη χειρότερα, να χειραγωγήσει ακόμη και την αριστερά στην απαίτηση αυτής της επέκτασης. Η αποκλειστική εστίαση του Αγκάμπεν σε ένα κράτος που κατά την άποψή του επιδιώκει συνεχώς να αυξάνει τον έλεγχό του στον πληθυσμό, του οποίου η ελευθερία με τη σειρά του είναι πάντα η ελευθερία από το κράτος, ακόμη και υπό συνθήκες πείνας και ασθένειας, είναι απερίφραστα παρόμοια με τις θέσεις της ακροδεξιάς στις ΗΠΑ. Το πρόβλημα είναι ότι μια ανάλυση αυτού του τύπου μας εμποδίζει να κατανοήσουμε πως τα κράτη, ελισσόμενα για τη δημιουργία των καλύτερων συνθηκών για την συσσώρευση κεφαλαίου, ασκούν εξουσία μέσω της εγκατάλειψης, της απόσυρσης, και του laissez-mourir (αφήστε να πεθάνουν) που συνοδεύει την πρακτική του laissez-faire (αφήστε τα ελεύθερα), χρησιμοποιώντας το δικαίωμά τους όχι για να σκοτώσουν, αλλά για να εκθέσουν πληθυσμούς ή μέρη πληθυσμών στον κίνδυνο θανάτου χωρίς καμία υποχρέωση παρέμβασης. Μπορούν να το κάνουν μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες: πάνω από όλα στις καταστροφές, που φαίνονται φυσικές αλλά ποτέ δεν είναι, στους λιμούς και στις πανδημίες για τις οποίες πιστεύουν ότι δεν μπορούν να κατηγορηθούν, των οποίων οι επιπτώσεις μειώνουν την ικανότητα των ανθρώπων για μαζική δράση, και δημιουργούν ένα επίπεδο φόβου και εξαχρείωσης που αποδυναμώνει την ικανότητα για κριτική, ή ακόμη και την ικανότητα να προτείνουν σημαντικές εναλλακτικές λύσεις. Μια τέτοια στρατηγική μπορεί να φαίνεται ως απλή αποτυχία ή ανικανότητα (και είναι αναμφισβήτητο ότι οι παγκόσμιοι ηγέτες, ομαδικά και ατομικά, παρουσιάζουν ένα επίπεδο ανικανότητας που σπάνια φαίνεται στην πρόσφατη ιστορία), αλλά για να αντιταχθούμε σε αυτό, πρέπει να αναγνωρίσουμε την συνοχή της ως στρατηγική. Τα κράτη δεν επεκτείνονται πάντα. Μπορεί κάλλιστα να συρρικνωθούν, αρνούμενα την εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη, την στέγαση, ακόμη και την επιβίωση σε ένα αυξανόμενο μέρος του πληθυσμού, και με αυτόν τον τρόπο να αποδυναμώσουν την οποιαδήποτε αντίσταση στην αποστέρηση. Το κεφάλαιο τώρα κάνει ελιγμούς για να εκμεταλλευτεί στο μέγιστο την αποστράτευση/αδράνεια.

Ποιες θεωρείς ότι είναι οι προοπτικές της ταξικής πάλης στις νέες συνθήκες; Οι αναλύσεις για την επόμενη μέρα κυμαίνονται από εκείνους που πιστεύουν ότι ανοίγει μια ευκαιρία για προοδευτικές μετατοπίσεις, μέχρι αυτούς που παρατηρούν μια δυστοπική κατάσταση και επισημαίνουν έναν αυταρχικό κίνδυνο.
Ο κίνδυνος μιας δυστοπικής έκβασης της τρέχουσας κρίσης είναι πολύ πραγματικός. Για να αποτραπεί η πραγματοποίησή του, πρέπει να κατανοήσουμε τις τάσεις στους χώρους εργασίας ως μια προσπάθεια να μετατοπιστεί ακόμη περισσότερο η ισορροπία δυνάμεων προς την κατεύθυνση του κεφαλαίου, για να επιτευχθεί ένα σχετικά σταθερό αυταρχικό νεοφιλελεύθερο καθεστώς. Μας λένε, ότι το κόστος αντιμετώπισης της πανδημίας θα καταβληθεί μέσω μαζικών περικοπών σε όλα τα κοινωνικά προγράμματα, τερματισμού πολλών από τους κανονισμούς που αφορούν τους μισθούς, τις συνθήκες εργασίας, την προστασία του περιβάλλοντος. και τις δράσεις του χρηματοοικονομικού τομέα γενικότερα. Αυτή η πολύ σκόπιμη και επί μακρόν επιθυμητή συρρίκνωση ενός μέρους του κράτους, πιθανότατα θα συνοδεύεται από αύξηση της καταστολής, τόσο από τις κρατικές όσο και από τις μη κρατικές δυνάμεις. Μπορούμε να περιμένουμε υψηλότερα επίπεδα βίας, με την αστυνομία, που απελευθερώνεται από τις δηλώσεις έκτακτης ανάγκης, να ενεργεί με ατιμωρησία, κατευθυνόμενη πρωτίστως εναντίον των εργαζομένων, των ανέργων, των έγχρωμων, των προσφύγων, των «παράνομων», των χωρίς χαρτιά, κλπ. για να επιβάλει την εγκατάλειψή τους ή την απέλασή τους. Οι πολιτικοί ηγέτες, από τους σοσιαλδημοκράτες μέχρι την ακροδεξιά, παντού ζητούν την επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας για την αποφυγή σημαντικών φορολογικών αυξήσεων και άλλων δαπανών για τους πλουσιότερους τομείς της κοινωνίας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το κόστος της ανθρώπινης ζωής. Όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν μια αδύνατη επιλογή: εργασία και διακινδύνευση της ζωής τους, ή λιμοκτονία και αντιμετώπιση της φτώχειας. Τώρα είναι η οργανωμένη εργατική τάξη στις ΗΠΑ που απαιτεί την συνέχιση των μέτρων κατά της πανδημίας, με την προσθήκη μηνιαίων πληρωμών από το κράτος, έως ότου διασφαλιστεί η ασφάλεια όλων. Λόγω της διαρθρωτικής της θέσης, η εργατική τάξη, μαζί με τους Αφροαμερικανούς και τους Λατίνους που πλήττονται δυσανάλογα από τον κορονοϊό, έχει γίνει ο κύριος υπερασπιστής της ιατρικής επιστήμης ενάντια στη ρητή ή σιωπηρή άρνηση των ελίτ. Η υπεράσπιση της ζωής απέναντι σε έναν αυτοκτονικό και γενοκτονικό καπιταλισμό, θα μπορούσε να είναι η βάση ενός νέου αγώνα για τον σοσιαλισμό.

Ο Γουόρεν Μόνταγκ είναι καθηγητής Αγγλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Occidental College του Λος Άντζελες. Είναι γνωστός κυρίως για το έργο του στη γαλλική θεωρία του 20ού αιώνα, ειδικά για τον Αλτουσέρ και τον κύκλο του, καθώς και για τις σπουδές του στον Σπινόζα.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet