Η μεταβατική περίοδος, με την υγειονομική κρίση σε σχετική ύφεση και την οικονομική σε έξαρση, βρίσκει και πάλι την Ιταλία στο επίκεντρο πολιτικών διεργασιών και ζυμώσεων για τη διαμόρφωση των κέντρων εξουσίας που επιδιώκουν να καταστούν πρωταγωνιστές στην ανάκαμψη. Η σημερινή ετερόκλητη κυβερνητική συμμαχία κατάφερε, μέχρι τώρα, να επιβιώσει εν μέσω μιας καταστροφικής πανδημίας και, εν μέρει, εξαιτίας αυτής. Η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, που συνήθως καταγράφεται εν μέσω έκτακτων συνθηκών, βρήκε και στην Ιταλία την επιβεβαίωσή της, χωρίς αυτό να επικαλύπτει σημαντικές διαφοροποιήσεις, τόσο στη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης καθαυτής, όσο και στις μεθόδους εξόδου σε μια στρατηγική οικονομικής και κοινωνικής ανάκαμψης. Το μέχρι τώρα τίμημα σε ανθρώπινες ζωές για την γείτονα χώρα είναι πολύ βαρύ: 34 χιλ. νεκροί, πάνω από 1 εκατ. χαμένες θέσεις εργασίας (το 20% των επιχειρήσεων μάλλον δεν θα μπορέσουν να ξανανοίξουν), και πρόβλεψη πτώσης του ΑΕΠ μέχρι 13% για το τρέχον έτος (από την έκθεση του I. Visco, διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Ιταλίας).

Οπισθοβαρής εκταμίευση

Ο τετραμερής κυβερνητικός συνασπισμός φαίνεται να αντέχει τόσο στις επιθέσεις της πολύμορφης δεξιάς αντιπολίτευσης, όσο και στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις. Σε σχέση με τα ποσοστά των περσινών ευρωεκλογών, ο μεγαλύτερος κυβερνητικός εταίρος, το Δημοκρατικό Κόμμα, συγκρατεί τα δημοσκοπικά του ποσοστά γύρω στο 21,5%, το Κίνημα 5 Αστέρων συγκρατεί την πτωτική του πορεία και σταθεροποιείται στο 17% , ο «νευρικός» νεόκοπος σχηματισμός Italia Viva του Ρέντσι δεν ξεπερνά το 3%, ενώ η αριστερά κινείται γύρω στο 2,5%. Οι μεγάλες μετακινήσεις αφορούν το μέτωπο της δεξιάς. Η ξενοφοβική Lega χάνει το 10% προς όφελος του εθνολαϊκιστικού κόμματος FdI της Meloni, που έτσι πλησιάζει το Κίνημα 5 Αστέρων. Σε αυτό το περιβάλλον, ο ρόλος και η πολιτική εμβέλεια του ιταλού πρωθυπουργού Τζ. Κόντε, που δρα ταυτόχρονα σαν εσωτερικός διαιτητής και προπονητής του κυβερνητικού συνασπισμού, συνιστά μια ειδική περίπτωση προσώπου χωρίς πολιτικές καταβολές, που κατέκτησε σταδιακά κεντρικό ρόλο στην πολιτική σκηνή (συμπληρώνει δυο χρόνια στη θέση του), ενώ σήμερα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό (60%) αποδοχής της κοινής γνώμης μεταξύ των πολιτικών αρχηγών.
H αναμενομένη (εκκρεμεί μια σειρά από εγκρίσεις και οριστικοποιήσεις) ευρωπαϊκή οικονομική στήριξη για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας (Recovery Fund ύψους 750 δισ.) ανέρχεται περίπου στα 173 δισ. για την Ιταλία (9,3% του ΑΕΠ 2019), εκ των οποίων τα 82 δισ. δωρεάν επιδοτήσεις. Η εκταμίευση των ποσών είναι όμως δραματικά οπισθοβαρής, έτσι που για τη φετινή καταστροφική χρονιά τα συνολικά κονδύλια θα είναι τέσσερις φορές λιγότερα από το απολεσθέν εισόδημα (οι εκταμιεύσεις θα γίνονται με βάση εγκρίσεις επενδυτικών σχεδίων που η κάθε χώρα θα υποβάλει για προεπιλεγμένα πεδία δράσης, όπως η πράσινη οικονομία και η ψηφιακή προσαρμογή).
Αδιαμφισβήτητα πρόκειται για σημαντικά ποσά, που δημιουργούν για την τρίτη οικονομική δύναμη της ευρωζώνης, νέες συνθήκες αναφορικά με τη διαχείρισή τους. Ισχυρά οικονομικά κέντρα θα θελήσουν να έχουν προνομιακή θέση στις επενδυτικούς προορισμούς και προς τούτο θα επιδιώξουν να ανακτήσουν ή ελέγξουν επιτελικές (κυβερνητικές;) θέσεις τους επομένους μήνες.

Η αντιπολίτευση

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τις τελευταίες εβδομάδες, μπροστά στις έκδηλες καθυστερήσεις και λειτουργικές ελλείψεις του κρατικού μηχανισμού, έχει αρχίσει να καλλιεργείται ένα αφήγημα περί κυβερνητικής ανεπάρκειας και ακαταλληλότητας στη διαχείριση της κρίσης, επικεντρώνοντας τα επικοινωνιακά πυρά στο πρόσωπο του Κόντε, που κατηγορείται για διαχειριστική ανεπάρκεια και αυταρχικές πρακτικές που αντίκεινται στο Σύνταγμα. Στην αναζήτηση μιας άλλης κυβέρνησης, απροσδιόριστου πολιτικού χρωματισμού και προγράμματος, αναγνωρίζεται τόσο η δεξιά αντιπολίτευση, όσο και επώνυμοι «σκηνοθέτες - διαμορφωτές» της κοινής γνώμης, που διαμορφώνουν κατάλληλο κλίμα για πολιτικές ανακατατάξεις. Στην εφημερίδα Il Manifesto δημοσιεύεται επιστολή/καταγγελία αυτών των πρακτικών με τίτλο «Φτάνει πια με τις ενέδρες» συλλέγοντας, μέχρι τώρα, 20.000 υπογραφές (ανάμεσά τους η Λ. Καστελίνα, ο Μ. Ρεβέλι και ο Ν. Ουρμπινάτι).
Τα εθνοπατριωτικά κηρύγματα της λαϊκίστικής δεξιάς ακούγονται και πάλι, μετά τους περιορισμούς λόγω της επιδημίας (στις 2 Ιουνίου, γιορτή της Δημοκρατίας, εμφανίστηκαν και πάλι στους δρόμους, παράλληλα με ένα γραφικό συνομωσιολογικό κίνημα, που προσπαθεί να αντιγράψει τα κίτρινα γιλέκα της Γαλλίας με ηγέτη έναν απόστρατο στρατιωτικό.

Η Repubblica στα χέρια της FIAT

Στην κατεύθυνση ισχυροποίησης και ανασυγκρότησης των παραδοσιακών οικονομικών κέντρων της εξουσίας, θα πρέπει να ενταχθεί η ξαφνική αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της κεντροαριστερής εφημερίδας La Repubblica, δεύτερης σε κυκλοφορία. Η FCA (FIAT με έδρα πλέον στη Ολλανδία) διεύρυνε, καθιστώντας το πλειοψηφικό, το μερίδιο που κατείχε στην εφημερίδα, προβαίνοντας στη συνέχεια άμεσα και άκομψα σε αντικατάσταση του διευθυντή της (ο οποίος βρισκόταν υπο αστυνομική προστασία λόγω απειλών της μαφίας). Το αμέσως επόμενο βήμα ήταν η υποβολή αιτήματος στην κυβέρνηση από την FIAT για την έγκριση χαμηλότοκου δανείου ύψους 6,3 δισ. ευρώ ως στήριξη μέσα στην υγειονομική κρίση (το αίτημα, προφανώς, στηρίχτηκε επικοινωνιακά με πρωτοσέλιδο από τη νέα διορισμένη διεύθυνση της εφημερίδας, προκαλώντας οξεία αντιπαράθεση με την συντακτική της επιτροπή και έγινε τελικά δεκτό).
Το αντικυβερνητικό μπλοκ ενισχύεται, επίσης, από την νέα ηγεσία της Ένωσης Βιομηχανιών Ιταλίας Confidustria που με άμεσο και σαφή τρόπο ξεκαθάρισε από την πρώτη στιγμή τις επιθετικές οικονομικές διεκδικήσεις της εργοδοσίας από τα διάφορα ευρωπαϊκά ταμεία για την στήριξη της οικονομικής ανάκαμψης. Χαρακτηριστικό των προθέσεων και του ύφους της νέας ηγεσίας είναι η πρώτη δήλωση του νέο εκλεγέντος προέδρου Μπονόμι: «το εισόδημα και τις θέσεις εργασίας εκατομμυρίων Ιταλών εργαζομένων μπορούν να σώσουν μόνο οι επιχειρήσεις και οι αγορές, οι επενδύσεις και η δημοσιονομική ισορροπία», με παράλληλη κριτική στην κυβέρνηση για αναποτελεσματικότητα και στα Συνδικάτα που προτάσσουν την υγειονομική διασφάλιση των εργαζομένων εις βάρος της ανάγκης άμεσης επανεκκίνησης της παραγωγής.
Σε αυτό το ρευστό πεδίο διαρκούς αναζήτησης ισχυρών θέσεων των εμπλεκομένων μερών, μπορεί να προστεθεί η συστηματική και επίμονη φίλο - αμερικανική στροφή του μιντιακού κατεστημένου που δεν χάνει ευκαιρία να προβάλει και αναδεικνύει υπαρκτές η συχνά κατασκευασμένες «κακές» ειδήσεις απαξιωτικες της Κίνας. Στην στρατηγική αντιπαράθεση ΗΠΑ - Κίνας η Ιταλία πιέζεται να επιλέξει με σαφήνεια σε ποιο γεωπολιτικό χώρο θα στρατοπεδεύσει. Η σχετική συζήτηση διαπερνά διαπαραταξιακά τα κόμματα και τις οικονομικές ελίτ, δημιουργώντας «κατασκευασμένες» εντάσεις. Η υιοθέτηση της τεχνολογίας 5G, η οργανική συμμετοχή της Ιταλίας στην πρωτοβουλία BRI* και η γεωπολιτική των αγωγών πετρελαίου της ανατολικής μεσογείου, είναι θέματα που αφορούν και την Ελλάδα, της οποίας η γεωπολιτική - οικονομική δυτική γέφυρα είναι η Ιταλία.

Ιωσήφ Σινιγάλιας

* Η πρωτοβουλία Belt and Road (BRI) είναι μια παγκόσμια αναπτυξιακή στρατηγική που υιοθέτησε η κινεζική κυβέρνηση το 2013 με την ανάπτυξη υποδομών και επενδύσεων σε σχεδόν 70 χώρες και διεθνείς οργανισμούς.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet