Η ξαφνική «γενναιοδωρία» της Ανγκέλα Μέρκελ δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας θείας φώτισης, αλλά προϊόν της συνειδητοποίησης ότι η ΕΕ και η αγορά της είναι απλώς πολύ μεγάλη και κυρίως πολύ χρήσιμη για να καταρρεύσει. Οι πανηγυρισμοί ορισμένων για τον «πακτωλό χρημάτων», που μας περιμένει είναι και πρόωροι και αφελείς, αφού δεν υπάρχει καμία ένδειξη για μια πραγματική στροφή στον τρόπο, που το Βερολίνο βλέπει το μέλλον της Ευρώπης.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Ξαφνικά όλοι επαινούν τη «στροφή» της Ανγκέλα Μέρκελ. Η πολιτικός, που ακόμα και τον Απρίλιο, μέσα στο αποκορύφωμα της πανδημίας δεν είχε παρά δημόσιους αφορισμούς για την προοπτική «κοινοτικοποίησης» των χρεών μέσα στην ΕΕ, τώρα φαίνεται πρόθυμη να κάνει και αυτό το βήμα για χάρη της Ευρώπης. Εδώ στην Ελλάδα κάποιοι έχουν αρχίσει και μοιράζουν τα λεφτά πριν ακόμα τα δουν. Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με μια ιστορική στροφή της γερμανικής πολιτικής, που θα αναφέρεται στα βιβλία της ιστορίας τον 22ο αιώνα;
Οριστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί. Όχι μόνο επειδή δε μπορούμε να ταξιδέψουμε στο μέλλον. Αλλά κυρίως επειδή ακόμα τίποτα δεν έχει κριθεί εντός του Συμβουλίου της ΕΕ. Δεν έχουν καθοριστεί, ούτε τα τελικά ποσά αυτού του γιγαντιαίου Ταμείου Ανάκαμψης, ούτε οι τελικοί όροι και οι προϋποθέσεις για την όποια χρηματοδότηση θα προκύψει. Η επιμονή των «φειδωλών 4» (Αυστρία, Δανία, Ολλανδία, Σουηδία) επιτρέπει στην κυρία Μέρκελ να λάμπει στις σελίδες του ευρωπαϊκού Τύπου ως η, έστω και με χρονοκαθυστέρηση, «πεφωτισμένη». Και η ύπαρξη στο τιμόνι της Κομισιόν της δικής της έμπιστης, της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μάλλον την απαλλάσσει από το άγχος κάποιων ανεπιθύμητων εκπλήξεων.
Τις τελευταίες ημέρες με μια σειρά τους διευκρινιστικές συνεντεύξεις στελέχη της Κομισιόν, όπως ο αντιπρόεδρος Βάλντις Ντομπρόφσκσις, έκαναν ξεκάθαρο ότι κανείς δεν θα πρέπει να βλέπει το πρόγραμμα αυτό ως περίπατο σε ένα πάρκο όπου θα πέφτει το μάννα εξ ουρανού. Αντιθέτως, οι προδιαγραφές θα είναι πολύ συγκεκριμένες και η εποπτεία ενισχυμένη. Τα προγράμματα μοιάζουν κομμένα και ραμμένα στα μέτρα κάποιων μεγάλων πολυεθνικών. Και φυσικά μένει να δούμε αν τελικά θα αλλάξει η σχέση επιχορηγήσεων-δανείων μετά και την επιμονή των πιο σφιχτοχέρηδων στην ΕΕ, που δεν δείχνουν έτοιμοι να κάνουν πίσω.

Μια «μοναδική» περίπτωση

Η Ανγκέλα Μέρκελ επέμεινε ιδιαίτερα όχι μόνο στη σοβαρότητα, αλλά κυρίως στη μοναδικότητα και ιδιαιτερότητα αυτής της κατάστασης, που διαμόρφωσε η πανδημία. Είναι κάτι που πιστεύει και η πλειοψηφία των συμπολιτών της. Οι Γερμανοί βλέπουν μια άνευ προηγουμένου οικονομική κρίση και στο δικό τους σπίτι. Μικρές επιχειρήσεις κλείνουν, μεγάλες καλούν το κράτος για βοήθεια, η ανεργία καλπάζει. Ο αριθμός των θυμάτων της covid-19 είναι σαφώς μικρότερος από ότι στις γειτονικές χώρες, με εξαίρεση την Πολωνία, αλλά και πάλι μιλάμε για 9.000 νεκρούς. Μια εξαίρεση λοιπόν από τους αυστηρούς κανόνες μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως δεκτή γίνεται χωρίς πολλές αντιδράσεις και η πρόβλεψη του υπουργού Οικονομικών, Όλαφ Σολτς ότι η σχέση δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ θα εκτοξευθεί από κάτω από 60% στο 75% ή και στο 80% ακόμα. Αλλά ακόμα και η Σουηβή νοικοκυρά, το πρότυπο οικονομικής διαχείρισης που επικαλείτο εδώ και μια δεκαετία η καγκελάριός τους, θα αναγκαζόταν να χρεωθεί αν της τύχαινε κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις της.
Θα ήταν παράλογο να πιστεύει κανείς ότι η κυρία Μέρκελ απαρνήθηκε τώρα στα στερνά της πολιτικής της σταδιοδρομίας αυτό το μοντέλο. Πάνω από όλα, λοιπόν, είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, που αναγκάζει σε παρεκκλίσεις. Η γερμανική οικονομία βυθισμένη στην ύφεση, έστω και προσωρινή όπως ελπίζουν οι περισσότεροι, δεν θα άντεχε μια κατάρρευση όλων των ευρωπαϊκών οικονομιών, μια συρρίκνωση όλων των ευρωπαϊκών αγορών, εξελίξεις που ίσως να οδηγούσαν σε μια ακόμα μεγαλύτερη αποσύνθεση του ευρωπαϊκού αφηγήματος. Με την αμερικανική αγορά να έχει «κλείσει» λόγω της συγκυρίας «Τραμπ-κορονοϊός-κοινωνική αναταραχή», την Κίνα να δείχνει ακόμα πιο έντονες τις επεκτατικές της διαθέσεις, την Λατινική Αμερική να μοιάζει κι αυτή έτοιμη να βυθιστεί στο χάος, τη Ρωσία να θυμίζει ένα κακέκτυπο άλλων μαύρων εποχών, η Γερμανία ξέρει πόσο σημαντική είναι η Ευρώπη, η στοιχειώδης συνοχή της και οι αγορές της. Σημαντική για τις δικές της βιομηχανίες και τις δικές της τράπεζες.
Η οργή των Ιταλών, η αγωνία των Ισπανών, οι εκκλήσεις των Γάλλων δεν ήταν απλά κάποιες θεατρικού τύπου εμπνεύσεις για να πιέσουν το Βερολίνο. Ήταν πραγματικά σήματα κινδύνου για το ίδιο το μέλλον της ΕΕ. Η κυρία Μέρκελ δεν είναι αφελής. Και για μια ακόμα φορά ζύγισε τα πράγματα και αποφάσισε πρακτικά. Κατάλαβε την κρισιμότητα της κατάστασης. Όμως το παρελθόν της και οι δεσμεύσεις της αλλά κυρίως το γεγονός ότι σε περίπου ένα χρόνο θα μαζεύει τα πράγματά της από την καγκελαρία, δεν αφήνουν περιθώρια για να μιλήσει κανείς για μια «τομή» στην ιστορία της ΕΕ.

Τα ερωτήματα της επόμενης μέρας

Ίσως αν είχαμε να κάνουμε μια καγκελάριο στο μέσον της δεύτερης ή τρίτης θητείας της να επιτρεπόταν να διατηρούμε τέτοιες ψευδαισθήσεις. Αυτό που απλώς θέλει να διασφαλίσει τώρα η πολιτική ελίτ στο Βερολίνο είναι η αποχώρηση της Μέρκελ να μην συντελεστεί μέσα σε ένα σκηνικό πλήρους διάλυσης της ΕΕ. Στόχος είναι να δοθεί μια εικόνα ότι «η Ευρώπη προχωρά» μέσα από τις δυσκολίες της και τουλάχιστον προβληματίζεται για την πορεία της επόμενης μέρας. Ποιός θα χαράξει αυτή την πορεία είναι άγνωστο. Μπορεί ο Μακρόν να κερδίσει τις εκλογές του 2022; Τι συνασπισμός θα κάνει τότε κουμάντο στη Ρώμη; Θα έχει αντέξει η κυβέρνηση μειοψηφίας του Σάντσεθ; Θα έχει διαμορφωθεί σε κάτι πιο συμπαγές αυτή η ετερόκλητη συμμαχία των τεσσάρων σφιχτοχέρηδων με δύο χώρες της Ευρωζώνης (Αυστρία, Ολλανδία) και δύο εκτός αυτής (Δανία, Σουηδία); Θα συνεχίζουν οι χώρες του Βίζεγκραντ να απαιτούν επιστροφή κυριαρχίας σε εθνικό επίπεδο; Αυτά είναι τα ερωτήματα, που θα καθορίσουν το μέλλον της Ευρώπης και όχι μια πρόσκαιρη γενναιόδωρη πράξη του Βερολίνου.
Μέσα σε αυτό το καθόλου ασφαλές πλαίσιο με τεράστια ερωτηματικά να αιωρούνται στους ακόμα μισοάδειους διαδρόμους των Βρυξελλών (Θα υπάρξει νέα πανδημία; Θα υπάρξει πράγματι κάποιο green deal; Μπορεί να βρεθεί κοινή στάση στο μεταναστευτικό; Υπάρχει σχέδιο για άρση των ανισοτήτων και πραγματική οικονομική συνοχή;) δεν είναι τυχαίο, που κάποιοι βλέπουν την Ανγκέλα Μέρκελ σαν τον τελευταίο «φάρο σταθερότητας». Ακόμα και κάποιοι από τους ορκισμένους επικριτές της φλέρταραν με την ιδέα να «κολλήσει» ακόμα μια τετραετία στο βαρύ βιογραφικό της. Θα ήταν μια ομολογία πολιτικής ένδειας μια τέτοια απόφαση. Μπορεί βραχυπρόθεσμα να έδινε κάποιες ανάσες σε ένα αμήχανο πολιτικό κατεστημένο, αλλά σταδιακά θα αποκάλυπτε ακόμα πιο έντονα τη γύμνια ιδεών ενός γηρασμένου μηχανισμού, χωρίς έμπνευση και εναλλακτικές, που μετά από κάθε κρίση επιδιώκει αγχωτικά να επιστρέψει στα γνωστά, να αποδείξει ότι όλα πάνε καλά, να πείσει ότι συνεχίζουμε στην ίδια πορεία. Ως ψυχρή υπολογίστρια, ως «πρακτικό μυαλό» η Ανγκέλα Μέρκελ δε μπορεί να μην το καταλαβαίνει αυτό.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet