Του Κύρκου Δοξιάδη*

Συμβαίνει συχνά οι πιο τραγικές διλημματικές καταστάσεις να έχουν μια σχετικά απλή εξήγηση. Στην περίπτωση της σύγχρονης Ευρώπης, το να αναγκάζεται μια αριστερή κυβέρνηση να αποδεχτεί και να εφαρμόσει μια επαχθέστατη υφεσιακή συμφωνία με την οποία διαφωνεί, πέρα από την πασιφανή ανισορροπία στους συσχετισμούς δύναμης αλλά και τα όποια λάθη τακτικής και στρατηγικής που μπορεί να οδήγησαν σε αυτό, αποτελεί από μόνο του ένα λογικό παράδοξο στη σφαίρα της πολιτικής σκέψης. Πώς είναι δυνατόν η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση μιας εθνικά κυρίαρχης χώρας να νομοθετεί και να ασκεί πολιτική ενάντια στη δική της βούληση; Πρόκειται για μια παραδοξότητα που μάλλον είναι πρωτοφανής στην ιστορία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Το παράδοξο αίρεται αφ’ ης στιγμής συνειδητοποιήσουμε μια ιδιαιτερότητα της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας. Από το 2002, με την έναρξη ισχύος της ευρωζώνης, τα κράτη που την συναποτελούν ευρίσκονται υπό ένα ιδιάζον καθεστώς θεσμικού δυϊσμού. Οι αποφάσεις που αφορούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και κατά συνέπεια τη δημοσιονομική πολιτική δεν εναπόκεινται πλέον στα εθνικά νομοθετικά σώματα και στις επί μέρους κυβερνήσεις, αλλά σε κάποιους υπερκρατικούς θεσμούς και μηχανισμούς που σε καθοριστικό βαθμό είναι ανεξέλεγκτοι από το σύνολο των κρατών που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν. Οι εν λόγω θεσμοί, έχοντας αυτονομηθεί στην ουσία πλήρως από εθνικά κοινοβούλια και κυβερνήσεις, είναι απολύτως αναμενόμενο ότι θα αποτελούν το όχημα διά του οποίου οι οικονομικά ισχυρότερες χώρες -δηλαδή το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο μαζί με τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις αυτών των χωρών, ήτοι κυρίως της Γερμανίας- θα επιβάλλουν τις οικονομικές πολιτικές τους στις υπόλοιπες.

Η παλιά «καλύτερη» Γερμανία

Παλιότερα, ο ιμπεριαλισμός οργάνωνε στρατιωτικά πραξικοπήματα και δικτατορίες, όπου αισθανόταν ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία επέτρεπε την ανάδυση απειλητικών αριστερών κινημάτων και κυβερνήσεων. Τώρα, στην Ευρώπη της ευρωζώνης, τέτοιες «ακραίες» λύσεις, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν είναι απαραίτητες, δεδομένου ότι έχει ήδη επιτευχθεί μια ιδιότυπη οικονομική δικτατορία – ιδιότυπη κατά το ότι τα εθνικά κοινοβούλια και οι κυβερνήσεις δεν καταργούνται μεν, αλλά εξαναγκάζονται να λειτουργούν μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο μιας άκρως νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής. Για να το θέσουμε ωμά: Αν η Χιλή του Αλιέντε βρισκόταν σε μια λατινοαμερικάνικη «ευρωζώνη», ίσως ο Πινοσέτ να μην ήταν και τόσο απαραίτητος.
«Φο­βά­μαι πως η γερ­μα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής της πτέ­ρυ­γας, έ­παι­ξε και έ­χα­σε σε μια νύ­χτα ό­λο το πο­λι­τι­κό κε­φά­λαιο που μια καλύτερη Γερ­μα­νία εί­χε συσ­σω­ρεύ­σει σε μι­σό αιώ­να – και λέγοντας “καλύτερη” εννοώ μια Γερμανία που χαρακτηριζόταν από με­γα­λύ­τε­ρη πο­λι­τι­κή ευαι­σθη­σία και με­τα­ε­θνι­κή νοο­τρο­πία.» Αυτά ήταν τα λόγια του Γιούργκεν Χάμπερμας σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Γκάρντιαν» την Πέμπτη 16 Ιουλίου.
Αν είμαστε λίγο πιο μαρξιστές από τον Χάμπερμας, θα πρέπει να πούμε ότι το «πολιτικό κεφάλαιο» της παλιάς «καλύτερης Γερμανίας», στο οποίο αναφέρεται ο γερμανός στοχαστής, δεν είχε να κάνει τόσο με κάποια «μεγαλύτερη πολιτική ευαισθησία και μεταεθνική νοοτροπία», όσο με το ότι οι κυρίαρχες ταξικές και πολιτικές δυνάμεις της Γερμανίας είχαν όντως καταφέρει, από τη δεκαετία του 1960 μέχρι πρόσφατα, να ασκήσουν στην Ευρώπη μια ηγεμονική πολιτική – που σημαίνει, με γκραμσιανούς όρους, μια πολιτική που στηριζόταν όχι μόνο στην οικονομική υπεροπλία και στο θεσμικό εξαναγκασμό, αλλά και στη συναίνεση ή ιδεολογική συγκατάθεση στην εν λόγω πολιτική από μέρους των λιγότερο ισχυρών κοινωνικών δυνάμεων και εθνικών κρατών. Με άλλα λόγια, αυτό που συνέβη τη νύχτα Κυριακής 12 προς Δευτέρα 13 Ιουλίου, ήταν ότι το γερμανικό συγκρότημα εξουσίας, με την απροκάλυπτη υπενθύμιση ότι τα λιγότερο ισχυρά κράτη τελούν υπό καθεστώς οικονομικής δικτατορίας, απώλεσε την ιδεολογική του ηγεμονία σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η ηγεμονία στο εσωτερικό

Το ζήτημα τώρα είναι τι γίνεται στο εσωτερικό ελληνικό ταξικό και ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο. Θα εφησυχάζαμε υπερβολικά αν πιστεύαμε, επικαλούμενοι την αδιαμφισβήτητη υπεροχή του ΣΥΡΙΖΑ γενικότερα και του Αλέξη Τσίπρα ειδικότερα που στις δημοσκοπήσεις ακόμη ισχύει, ότι στην Ελλάδα η Αριστερά, μαζί με τις δυνάμεις που εκφράζει, έχει κατορθώσει να εγκαθιδρύσει τη δική της ηγεμονία, σε εγχώριο έστω επίπεδο. Η ηγεμονία της μιας ή της άλλης πλευράς όμως εξαρτάται πάντα από τους μεταξύ τους συσχετισμούς. Και φαίνεται ότι η «άλλη» πλευρά –δηλαδή το κυρίαρχο ταξικό συγκρότημα μαζί με τις πολιτικές και επικοινωνιακές δυνάμεις που συντάσσονται με αυτό– βρίσκεται στο ναδίρ της ικανότητάς της να ασκεί ηγεμονία, τουλάχιστον από την εποχή του εμφυλίου πολέμου. Οι ενδείξεις είναι άφθονες και προφανείς, δεν χρειάζεται να τις αναφέρω. Αρκεί μόνο να θυμηθούμε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις συντριπτικά δυσμενείς για την Αριστερά συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε, αλλά και τουλάχιστον μία από τις άμεσες συνέπειές του: παραίτηση του μάλλον πιο εξουσιομανούς ηγέτη στην ιστορία της μεταδικτατορικής Δεξιάς.

Μέτωπα θεσμικής παρέμβασης

Τα ερείσματα των καθεστωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα έχουν πλέον ελάχιστη σχέση με ιδεολογική ηγεμονία. Βρίσκονται κυρίως στο «βαθύ κράτος», στη σφαίρα της διαπλοκής, καθώς και στους μηχανισμούς προπαγάνδας (άλλο ιδεολογία, άλλο προπαγάνδα). Η κυβέρνηση της Αριστεράς, αν επιβιώσει ως τέτοια, οφείλει να εκμεταλλευτεί τούτη τη μοναδική ιστορική ευκαιρία και να συμβάλει στην ενίσχυση της δικής της ηγεμονίας, όχι μόνο ιδεολογικά αλλά και θεσμικά –έστω μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια της οικονομικής δικτατορίας που της επιβάλλεται έξωθεν. Άλλωστε, η πάταξη της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής είναι κάτι που δύσκολα θα τολμήσουν ακόμα και οι «εταίροι» μας να προσπαθήσουν να αποτρέψουν.
Ακόμη, οι παρεμβάσεις μπορεί και πρέπει να είναι θεσμικές, αλλά και προς μια κατεύθυνση που θα διευκολύνει την ιδεολογική διάσταση της ηγεμονίας. Υπ’ αυτή την έννοια, ένα απολύτως προεξάρχον μέτωπο θεσμικής παρέμβασης θα έπρεπε να είναι τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Ένα άλλο: η παιδεία.

* Ο Κύρκος Δοξιάδης διδάσκει κοινωνική θεωρία με ειδίκευση στην επικοινωνία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet