Ο Δημήτρης Γκιβίσης καταφέρνει, εδώ και χρόνια, να παίρνει συνεντεύξεις από πολύ σημαντικά πρόσωπα της παγκόσμιας πνευματικής ζωής. Αυτή τη φορά μίλησε με την Γουέντι Μπράουν, καθηγήτρια πολιτικών επιστημών στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλει. Το 2015, η Μπράουν έδωσε στην Αθήνα την ένατη ετήσια διάλεξη στη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά, με τίτλο «Ο νεοφιλελευθερισμός ενάντια στη δημοκρατία. Δέκα θέσεις». Η διάλεξη, καθώς και η ομιλία της Αθηνάς Αθανασίου η οποία παρουσίασε την ίδια και το έργο της στο κοινό, περιέχονται σε φυλλάδιο που εξέδωσαν το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και η Νήσος το 2016. Στη συνέντευξη που δημοσιεύουμε σήμερα, η Μπράουν παρουσιάζει συνοπτικά και με έναν διεισδυτικό τρόπο τα άσχημα χαρακτηριστικά της αμερικανικής κοινωνίας, που οξύνθηκαν από την διακυβέρνηση Τραμπ και ιδιαίτερα από τον τρόπο που αυτή αντιμετώπισε την πανδημία, χαρακτηριστικά που έγιναν περισσότερο εμφανή στην περίπτωση της ρατσιστικής δολοφονίας του Τζορτζ Φλόιντ. Όπως θα διαπιστώσετε, μέσα από την ανάλυση της σημερινής δυστοπίας αναδύεται και μια ενθαρρυντική για όλους/ες μας αισιοδοξία για το μέλλον. Η αντιρατσιστική εξέγερση που συνεχίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένα γεγονός παγκόσμιας σημασίας.

Χ.Γο.

Ποιες είναι οι σκέψεις σου για την πολύπλευρη κρίση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ΗΠΑ;
Οι πανδημίες είναι πάντα μια πρόκληση για τις κοινωνίες. Όμως οι προκλήσεις γίνονται αντιληπτές, όταν όλα όσα οργανώνονται και προβλέπονται σε μια κοινωνία έχουν ήδη καταρρεύσει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ένα κατεστραμμένο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, κατακερματισμένο, αναποτελεσματικό, οργανωμένο από τις κερδοσκοπικές βιομηχανίες, συμπεριλαμβανομένων των νοσοκομείων, των κλινικών και των φαρμακευτικών προϊόντων, που συνοδεύεται από απόλυτα άνιση πρόσβαση και ποιότητα. Για τους περισσότερους Αμερικανούς η ασφάλιση υγείας συνδέεται με την απασχόληση, με αποτέλεσμα 30 με 40 εκατομμύρια άνθρωποι που έχασαν τη δουλειά τους, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, να έχουν χάσει και την ασφάλισή τους. Έχουμε ένα διαλυμένο πολιτικό σύστημα, καταφανώς διεφθαρμένο από το ιδιωτικό κεφάλαιο και την επιρροή του, μπλοκαρισμένο κοινοβουλευτικά (σε επίπεδο Κογκρέσου), και, επί του παρόντος, με επικεφαλής έναν οργισμένο, ναρκισσιστικό,και αυταρχικό άνθρωπο, που δεν ενδιαφέρεται για την ευημερία του λαού, αλλά μόνο για τη δική του εξουσία και εικόνα. Πέρα από τον Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ένα διαλυμένο κοινωνικό συμβόλαιο, που δεν ίσχυσε ποτέ για τους μαύρους, τους Λατίνους, τους ιθαγενείς και τους φτωχούς, αλλά τώρα αποτυγχάνει σχεδόν για όλους: με αντάλλαγμα να είναι νομοταγείς, πολλοί λευκοί αμερικανοί της εργατικής και της μεσαίας τάξης απαιτούν βασική προστασία και παροχές για να επιβιώσουν, πόσο μάλλον για να ευημερήσουν. Η οικονομική τάξη λεηλατείται στην κορυφή από τις τράπεζες, τις μεγάλες βιομηχανίες και τους πλουτοκράτες, ενώ για πολλούς ισχύει ότι αρκεί να μην εισπράξουν ένα μισθό για να γίνουν άστεγοι. Λόγω της απορρύθμισης και της κερδοσκοπίας το κόστος της αστικής στέγασης είναι σκανδαλώδες. Το μέσο ενοίκιο για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στο Σαν Φρανσίσκο είναι 3.500 δολάρια τον μήνα, και έτσι δεν αποτελεί έκπληξη ότι σχεδόν ένας στους πενήντα κατοίκους της πόλης είναι άστεγος. Τα τελευταία σαράντα χρόνια, το αμερικανικό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα είναι υποχρηματοδoτημένο, ιδιωτικοποιημένο, με πολλές λειτουργίες του να έχουν ανατεθεί σε εξωτερικούς συνεργάτες, και γενικώς απαξιωμένο. Ενώ το εκπαιδευτικό σύστημα υποφέρει, δισεκατομμύρια δολάρια δίνονται στο σύστημα των φυλακών, στις οποίες κρατούνται περισσότερο από δύο εκατομμύρια Αμερικανοί, με έναν στους δώδεκα μαύρους να είναι έγκλειστος. Επιπλέον, τα ιδιωτικά ΜΜΕ έχουν μια συγκεκριμένη πολιτική άποψη, με αποτέλεσμα το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού να παρακολουθεί «ειδήσεις» που δεν είναι τίποτα λιγότερο από δεξιά προπαγάνδα. Δεδομένου αυτού του πλαισίου, αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ένα από τα υψηλότερα ποσοστά Covid στον κόσμο; Ότι δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στην πανδημία, παρέχοντας στους εργαζόμενους στην υγειονομική περίθαλψη τον αναγκαίο προστατευτικό εξοπλισμό, οργανώνοντας μεγάλο αριθμό τεστ και παρέχοντας ποιοτική φροντίδα σε όλους εκείνους που έχουν νοσήσει; Ή μήπως είναι περίεργο ότι απέτυχαν να προσφέρουν κάποια προστασία σε όσους καταστράφηκαν από το ξαφνικό λοκντάουν; Είναι έκπληξη το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης ο πρόεδρος νοιαζόταν μόνο για το θεαθήναι και την εικόνα του, ότι υποκατέστησε τα πραγματικά γεγονότα και την πολιτική με μυθεύματα και κομπασμούς, και ότι κατηγόρησε άλλες χώρες και τους εσωτερικούς «εχθρούς» του για κάθε πτυχή της πανδημίας; Είναι έκπληξη το γεγονός ότι το Κογκρέσο ψήφισε ένα πακέτο οικονομικής στήριξης που οδηγεί στη μεγαλύτερη άνιση αναδιανομή πλούτου στην ιστορία του καπιταλισμού, διασώζοντας τις τεράστιες βιομηχανίες, μειώνοντας τους φόρους των επιχειρήσεων και των πλουσίων, και δίνοντας κάποια μικροποσά στους πολλούς; Είναι έκπληξη το γεγονός ότι ένα άνευ προηγουμένου ασυνάρτητο και ανεκπαίδευτο κοινό, εξεγέρθηκε ενάντια στους περιορισμούς και στο λοκντάουν, αρνούμενο να τηρήσει τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης που ακολουθούνται παγκοσμίως; Και είναι έκπληξη το γεγονός ότι ο αριθμός των θανάτων των μαύρων και των Λατίνων είναι τριπλάσιος από αυτόν των λευκών; Είναι αλήθεια ότι παντού ο καπιταλισμός περιορίζει τις δυνατότητες της διακυβέρνησης να στηρίζεται στις αρχές της ισότητας, της κοινωνικής φροντίδας, της εμπιστοσύνης  και της βιωσιμότητας. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και η Βραζιλία, με πολύ υψηλά ποσοστά Covid η καθεμία, είναι η ακραία έκφραση της απουσίας αυτών των αρχών. Η Νέα Ζηλανδία βρίσκεται στο άλλο άκρο του φάσματος. Με μόλις 100 περιπτώσεις, αλλά γνωρίζοντας την καταστροφή στην Ιταλία, η πρωθυπουργός Τζασίντα Άρντερν είπε στους πολίτες «μείνετε σπίτι», «θα σας φροντίσουμε». Συγκεκριμένα, αυτό συνεπαγόταν την συνολική διακοπή της οικονομίας για δύο μήνες, και τη διαβεβαίωση της κυβέρνησης ότι κανείς δεν θα έχανε το εισόδημα, την στέγαση, και την υγειονομική περίθαλψη. Η Νέα Ζηλανδία δεν είναι μια τέλεια χώρα, καμία αποικία εποίκων και καμία καπιταλιστική χώρα δεν είναι. Και τώρα πρέπει να αντιμετωπίσει μια μεγάλη οικονομική κρίση, συμπεριλαμβανομένων των χαμένων επιχειρήσεων, των θέσεων εργασίας κλπ, Αλλά εφάρμοσε μια θεμελιώδη κοινωνική πρόνοια, και η πολιτική της στηρίχτηκε στη φροντίδα της δημόσιας υγείας και στα υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης και αμοιβαίας συνεργασίας που απαιτούνται από κοινού για την αντιμετώπιση μιας πανδημίας με τρόπο ανθρώπινο και αποτελεσματικό. Αυτό το έθνος είναι ουσιαστικά απαλλαγμένο από τον ιό.

Να μιλήσουμε και για τις οικονομικές και φυλετικές πτυχές της τρέχουσας κρίσης.
Οι τέσσερις δεκαετίες νεοφιλελευθεροποίησης στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ως αποτέλεσμα σχεδόν κάθε κοινωνική παροχή να ανατεθεί στους ιδιώτες και στις αγορές. Οι (φυλετικές) ταξικές ανισότητες έφτασαν σε ακραία όρια, που παρόμοια είχαν να παρατηρηθούν από τον 19ο αιώνα. Τα ισοπεδωμένα πραγματικά εισοδήματα, κυρίως εξαιτίας της αποτυχίας των συνδικάτων και των συνεχών επιθέσεων ενάντια στην αύξηση του κατώτατου μισθού, σε συνδυασμό με την εξαφάνιση της δημόσιας παροχής υπηρεσιών, είχαν ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος της λεγόμενης μεσαίας τάξης να καταποντίζεται διαρκώς, και η αμοιβή της εργασίας να μην μπορεί να κρατήσει μια οικογένεια της εργατικής τάξης μακριά από τη φτώχεια. Ο Τραμπ τα εκμεταλλεύτηκε όλα αυτά, μετατρέποντάς τα σε λευκή ρατσιστική μνησικακία. Εμπόδισε να χρεωθεί η αγανάκτηση που υπήρχε εδώ και δεκαετίες, εξαιτίας της άνισης κατανομής του ΑΕΠ, στη νεοφιλελεύθερη λεηλασία, και την έστρεψε ενάντια στη μετανάστευση, την ακτιβιστική δράση, τους οικολόγους, τις φεμινίστριες, τους άθεους. Η κατάληξη αυτού του είδους της οικονομικής πολιτικής ήταν μια καταστροφή, της οποίας οι πλήρεις συνέπειες δεν έχουν φανεί ακόμη. Το ποσοστό ανεργίας ανέρχεται σήμερα περίπου στο 14%, αλλά θα αυξηθεί καθώς οι επιπτώσεις της ύφεσης και οι συνέπειες της περιορισμένης ζήτησης συνεχίζουν να ξεδιπλώνονται. Πολλές μικρές επιχειρήσεις έχουν καταστραφεί. Και φυσικά, οι απώλειες είναι μεγαλύτερες για εκείνους που βρίσκονται στο κάτω μέρος της διαρθρωτικής ανισότητας κάθε είδους: τάξης, φυλής, και φύλου. Σίγουρα υπάρχουν και πολλές λευκές οικογένειες της μεσαίας τάξης που στήνονται στην ουρά των συσσιτίων, αλλά αυτές ζούσαν ήδη σε ένα τεντωμένο σχοινί, που με το λοκντάουν έσπασε και με πάταγο. Πολλοί αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο έξωσης, την πείνα, και την συνεχιζόμενη δυσανάλογη έκθεση στον ιό. Και μετά ήρθαν οι φυλετικές εξεγέρσεις. Η εν ψυχρώ δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ ήταν η βενζίνη που αναζωπύρωσε τις πυρκαγιές που ήδη σιγόκαιγαν. Έχουμε δει πολλά τέτοια βίντεο αστυνομικής βίας, τα τελευταία χρόνια. Λίγο πριν από τον Φλόιντ είχαν γίνει οι δολοφονίες του επίσης μαύρου Αχμάντ Αρμπερί την ώρα που έκανε τζόκινγκ, και της Μπριόνα Τέιλορ, μαύρης κι αυτής, στο διαμέρισμά της. Είδαμε επίσης το βίντεο της φιλονικίας μιας λευκής γυναίκας της μεσαίας τάξης και ενός μαύρου άντρα στο Central Park της Νέας Υόρκης. Θυμωμένη από το αίτημά του να υπακούσει στον κανονισμό του πάρκου και να βάλει λουρί στο σκύλο της, προσπάθησε να τον τρομοκρατήσει, πρώτα με απειλές, και στην συνέχεια καλώντας την αστυνομία, λέγοντας ότι ένας Αφροαμερικανός θέτει σε κίνδυνο αυτήν και το σκύλο της. Αυτό το επεισόδιο αποτύπωσε την απόλυτη «κανονικότητα» της λευκής Αμερικής, που χρησιμοποιεί την αστυνομία για να τρομοκρατήσει τη μαύρη Αμερική, και είναι βέβαιη ότι μπορεί να βασίζεται σ’ αυτήν ότι θα κάνει αυτό που πρέπει.  Συνδυάστε όλα αυτά τα γεγονότα με δύο άλλα πράγματα: Πρώτον, εξ αιτίας του συστηματικού ρατσισμού στην στέγαση, στην εκπαίδευση, στην υγειονομική περίθαλψη, στην απασχόληση, στην πρόσβαση σε ποιοτική τροφή και σε άλλα στοιχεία ενός κράτους ευημερίας, οι Αφροαμερικανοί έχουν τριπλάσιο ποσοστό θνησιμότητας λόγω του Covid από τους λευκούς, και αποτελούν επίσης την πλειοψηφία των απαξιωμένων και χαμηλά αμειβόμενων «αναγκαίων εργαζομένων» στη διάρκεια της κρίσης. Υπηρέτησαν την κοινωνία με αμέτρητους τρόπους, από την παροχή υγειονομικής περίθαλψης μέχρι την παράδοση φαγητού, ήταν οι λιγότερο προστατευμένοι, οι περισσότερο πάσχοντες και η πλειοψηφία των νεκρών. Δεύτερον, οι μαύροι (και όλοι οι άλλοι έγχρωμοι) ζουν στο πιο κατάφωρα ρατσιστικό πολιτικό καθεστώς της πρόσφατης ιστορίας, και τα επεισόδια φυλετικού μίσους έχουν γίνει ρουτίνα, γίνονται στο δημόσιο χώρο, φαίνονται φυσιολογικά, και είναι νομιμοποιημένα από το καθεστώς. Βάλτε τα όλα αυτά μαζί και έχουμε μια έκρηξη. Επιτέλους.


Πώς φτάσαμε σε αυτήν την δυστοπική κατάσταση; Ποιες είναι οι ευθύνες του Τραμπ;
Όσα και να πούμε για τον Τραμπ δεν είναι αρκετά για να περιγράψουν τις αλλοπρόσαλλες ιδιότητες του καθεστώτος που έχει επιβάλει. Έχει εντείνει κάθε άσχημο χαρακτηριστικό της αμερικανικής πολιτικής, κοινωνικής, φυλετικής, έμφυλης και οικονομικής ζωής που υπήρχε ήδη, για να μην αναφέρουμε την επιθετικότητα σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Τραμπ ανέβηκε στην εξουσία στηριζόμενος στον λευκό εθνικισμό και στην σκληρή χριστιανική Δεξιά, και με την υποστήριξη του επιχειρηματικού κόσμου. Έκτοτε διατηρεί αυτή τη βάση ικανοποιημένη, με διατάγματα αντι-μεταναστευτικά, ενάντια στις εκτρώσεις, αντι-LGBTQ, αντι-φεμινιστικά, αντι-κοσμικιστικά, ακολουθώντας μια πολιτική και δικαστική ατζέντα που ενισχύει την πλουτοκρατία και ευνοεί μονίμως την εταιρική αναζήτηση προσόδων: κατάργηση περιβαλλοντικών κανονισμών, επιδότηση της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων, μείωση των φόρων των εταιρειών και της μεγάλης περιουσίας, εξάλειψη όσων δικαιωμάτων των εργαζομένων και των καταναλωτών έχουν απομείνει. Όμως όσο απαίσιος και αν είναι, ο Τραμπ δεν είναι η αιτία της τρέχουσας κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Είναι ένα από τα αποτελέσματά της, και η άνοδος του έχει ενισχύσει σίγουρα πολλά από τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Αμερικής: τον ρατσισμό, την εθελοντική άγνοια, την επιθετικότητα στις διεθνείς σχέσεις, την αίσθηση υπεροχής, την ηλίθια αντίληψή της για τις τάξεις και τα ταξικά συμφέροντα. Έχει επίσης εντείνει και εμβαθύνει τις αντιδημοκρατικές τάσεις που ενεργοποίησε ο νεοφιλελευθερισμός. Αυτές περιλαμβάνουν επιθέσεις ενάντια στους δημοκρατικούς θεσμούς (από τη διάκριση των εξουσιών έως τις εκλογές), στις δημοκρατικές αξίες (στην πολιτική και νομική ισότητα, στη γενική κοινωνική ένταξη), και στις δημοκρατικές προσδοκίες και τα οράματα.

Αν ηττηθεί ο Τραμπ στις επερχόμενες εκλογές, πόσο εύκολο θεωρείς ότι θα είναι να ηττηθεί και η λογική του (εθνικισμός, ρατσισμός, σεξισμός, μισαλλοδοξία, κλπ) μέσα στην αμερικανική κοινωνία;
Για πρώτη φορά από το 2016, λόγω της σύγκλισης των κρίσεων που συζητάμε, υπάρχει μια συγκρατημένη αισιοδοξία ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να ηττηθεί το Νοέμβριο. Εάν οι τρέχουσες κινητοποιήσεις μπορέσουν να μετατραπούν σε ψήφους, εάν οι millennials (1) που είναι απογοητευμένοι από τον υποψήφιο του Δημοκρατικών μπορούν να δεχτούν ότι η ψήφος δεν χρειάζεται να εκφράζει τις ιδέες ή την ταυτότητα των ψηφοφόρων, και ότι η μόνη επιλογή είναι υπέρ του μικρότερου από δύο κακά, και εφόσον ο Μπάιντεν δεν μιλάει πολύ, αυτό θα μπορούσε να συμβεί. Αλλά η εκδίωξη του Τραμπ δεν θα οδηγήσει στο τέλος αυτού που τον έφερε στην εξουσία. Δεν θα τερματίσει την εχθρότητα και την αίσθηση φυλετικής υπεροχής των λευκών, τον πληγωμένο ανδρισμό και την ανδρική υπεροχή, την αμερικανική επιθετικότητα. Δεν θα τερματίσει τις επιθέσεις στους διανοούμενους, και την αδιαφορία για την αλήθεια και την πραγματικότητα, που υπάρχει σε τεράστιες ομάδες του πληθυσμού. Δεν θα βάλει τέλος στη χειραγώγηση των μαζών από τη δεξιά πλουτοκρατία και τα μέσα ενημέρωσης που αυτή διαθέτει. Δεν θα σταματήσει τη νεοφιλελεύθερη κουλτούρα που μετέτρεψε μια όμορφη λέξη, την ελευθερία, σε όπλο επίθεσης κατά της δικαιοσύνης. Δεν θα αντιμετωπίσει αποφασιστικά τις ομάδες μίσους που έχουν επεκτείνει την εξουσία τους με τη χρησιμοποίηση των κοινωνικών μέσων. Η αντίδραση ενάντια στην εκθρόνιση του Τραμπ θα είναι μεγάλη, και θα ενοποιήσει αυτές τις δυνάμεις. Είναι επίσης σημαντικό να έχουμε υπόψη μας όσα θα αντιμετωπίσουμε μετά την ήττα του Τραμπ: μια οικονομία που έχει καταστραφεί από τον Covid και την παγκόσμια ύφεση, παράλληλα με  υψηλές προσδοκίες για κοινωνικό και οικονομικό μετασχηματισμό.

Τι ελπίδες δημιουργεί για την επόμενη μέρα το κύμα των διαδηλώσεων του τελευταίου διαστήματος;
Οι εξεγέρσεις των τελευταίων δύο εβδομάδων είναι το πιο εκπληκτικό πράγμα που συνέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες εδώ και δεκαετίες, υπερβαίνοντας κατά πολύ τις σημαντικές και εξαιρετικές διαδηλώσεις του Occupy το 2011. Δεν είναι μόνο μια δυναμική εξέγερση ενάντια στη λευκή υπεροχή, μέσω των διαμαρτυριών πολιτικοποιείται και εκπαιδεύεται μια ολόκληρη γενιά. Η βαθιά μοιρολατρία και η απελπισία που πλανιόνταν στις κοινότητες των μαύρων και των Λατίνων αποτινάσσονται, μαζί με τη βαθιά πολιτική απαισιοδοξία και μια αίσθηση ανημπόριας που είναι διάχυτες σε ολόκληρη τη χώρα. Εσείς στην Ελλάδα μπορεί να βλέπετε μόνο τις διαμαρτυρίες στις μεγάλες πόλεις, ιδιαίτερα εκείνες που από τα ΜΜΕ επικεντρώνονται σε σκηνές βίας ή λεηλασιών. Όμως, υπάρχουν χιλιάδες συνεχιζόμενες διαμαρτυρίες σε πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά σε όλη τη χώρα, ακόμα και σε περιοχές που θεωρούνται προπύργια του Τραμπ. Οι διαδηλώσεις προσελκύουν νέους, ηλικιωμένους, ανθρώπους όλων των χρωμάτων, και, το σημαντικότερο, σχετικά απολίτικους ανθρώπους, που στους δρόμους μπορούν και να εκφραστούν οι ίδιοι, και να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους σε άλλους. Η αλλαγή είναι εμφανής: όταν ακόμη και η Εθνική Ομοσπονδία Ράγκμπι ζητά συγγνώμη για τη συνενοχή της στην προαγωγή της λευκής υπεροχής, καταλαβαίνουμε ότι αυτό που γίνεται είναι ένας πολιτικός σεισμός. Πώς μπορούμε να το εξηγήσουμε αυτό; Τι προκάλεσε αυτή την έκρηξη; Σίγουρα υπάρχει το άμεσο ζήτημα της δολοφονικής φυλετικής βίας, από την αστυνομία, από το κράτος, από τις ομάδες επαγρύπνησης λευκών της μεσαίας τάξης (2), από τον καπιταλισμό. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Οι σχεδόν τρεις μήνες εγκλεισμού και ανησυχίας για τον Covid είναι ένα μεγάλο χρονικό διάστημα που έδωσε την ευκαιρία να υπάρξει ένας προβληματισμός σχετικά με τον κόσμο στον οποίο ζούμε: πώς είναι οργανωμένος, τι έχει αξία και τι όχι, τι είναι εντελώς λάθος, και πώς θα μπορούσαμε να ζήσουμε διαφορετικά. Ορισμένες από αυτές τις σκέψεις προκλήθηκαν από τα αποτελέσματα του ίδιου του λοκντάουν, που περιλαμβάνουν την αναζωογόνηση της φύσης, τους καθαρούς ουρανούς, τον καθαρό εισπνεόμενο αέρα (λόγω της μειωμένης χρήσης ορυκτών καυσίμων), και περιλάμβαναν τις απλές ανάγκες της ζωής: τροφή, στέγη, υγειονομική περίθαλψη, διαδίκτυο, έρωτας. Σε αυτό το πλαίσιο, υπήρχε χώρος για να προβληματιστούμε σχετικά με το πώς ζούμε συνήθως, ο καθένας μόνος του και όλοι μαζί, και τι λάθος υπάρχει σε αυτήν την «κανονικότητα». Πιστεύω ότι αυτός ο προβληματισμός, και όχι μόνο η φρικτή δολοφονία του Φλόιντ, όχι μόνο ο εγκλεισμός μας για μήνες, όχι μόνο η εκτεταμένη ανεργία, είναι εκείνο που δημιούργησε αυτήν την υπέροχη έκρηξη στους δρόμους. Όχι άλλη «κανονικότητα»! Δεν φτάνει μόνο να λέμε ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός, ήρθε η ώρα να τον δημιουργήσουμε εδώ και τώρα.


Μπορεί αυτή η εξέγερση να προωθήσει πολιτικά αιτήματα;
Αυτό το κίνημα αλλάζει τα πράγματα απίστευτα γρήγορα, ειδικά, όπως είπα, ανατρέποντας τη λαϊκή παραίτηση απέναντι σε μια ρατσιστική νεοφιλελεύθερη τάξη πραγμάτων. Συγκεκριμένα, το αίτημα για τον τερματισμό της ρατσιστικής αστυνόμευσης προκαλεί ήδη μεταρρυθμίσεις σε πολιτείες, πόλεις και θεσμούς σε ολόκληρη τη χώρα. Ακόμη και το ριζοσπαστικό αίτημα για τη διακοπή της χρηματοδότησης, ή την κατάργηση της αστυνομίας, έχει ένα σημαντικό πολιτικό ακροατήριο. Γιατί; Όχι επειδή θα υπάρξει πράγματι μια σύντομη εξαφάνιση της αστυνόμευσης, αλλά επειδή το αίτημα αυτό περιέχει το όραμα μιας κοινωνίας στην οποία οι δημόσιοι πόροι θα δίνονται για την ευημερία του πλανήτη και της ανθρωπότητας, αντί για την καταστροφή και τη βία. Αυτό το όραμα το αγκαλιάζει η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου. Είναι ένα αίτημα για δημόσιες επενδύσεις και για μια πολιτική που να στηρίζει την οικονομικά προσιτή στέγαση, την εκπαίδευση, τα πάρκα, τις μεταφορές, την άγρια φύση, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τις τέχνες, και όχι τις δολοφονικές δυνάμεις που ελέγχουν, και μερικές φορές πνίγουν, καταπιέζουν, και απειλούν την ανθρωπότητα. Ένα κάλεσμα για να καταργηθεί μια τάξη πραγμάτων στην οποία η ασφάλεια των λίγων βασίζεται στην υποταγή των πολλών, και να οικοδομηθεί μια άλλη στην οποία όλοι θα έχουμε ότι χρειαζόμαστε για να ευημερήσουμε.

Επιμέλεια: Χάρης Γολέμης

Σημειώσεις

1. Ο όρος αποδίδεται συνήθως στα ελληνικά ως «τα παιδιά της χιλιετίας», δηλαδή όσοι και όσες έχουν γεννηθεί από το 2000 και μετά.
2. Ακροδεξιές και ρατσιστικές ένοπλες ομάδες που περιπολούν στους δρόμους αμερικανικών πόλεων, με στόχο την παροχή προστασίας στους «νομοταγείς» πολίτες. Στην πραγματικότητα καταδιώκουν μαύρους και μετανάστες.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet