Από την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία της Νέας Δημοκρατίας, επιχειρήθηκε συστηματικά η ανάδειξή του σε ηγέτη. Αυτό ήταν μονόδρομος για την πολιτική επιβίωσή του. Η ΝΔ ως κόμμα ήταν και παραμένει ιδεολογικά ετερογενής με αντίρροπες δυνάμεις. Κάθε ιδεολογική αναψηλάφηση θα δημιουργούσε εσωτερικούς κραδασμούς. Από την άλλη, ατού του βασικού ανταγωνιστή, του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν και είναι ο Α. Τσίπρας. Ο Κ. Μητσοτάκης δύσκολα θα ανταπεξερχόταν σε μία σύγκρουση αρχηγών. Προσφορότερη πρόβαλε μια στρατηγική, με στόχο την αποφυγή εσωτερικών κραδασμών και την αποτροπή μετωπικής αντιπαράθεσης με τον Τσίπρα. Αυτή η στρατηγική αναλύεται σε τρεις φάσεις.

Αξιοποιώντας, μετά το πρώτο δεκαήμερο, τη θετική παρουσία των ειδικών και την αυταπάρνηση των ανθρώπων της υγείας, εμφανίστηκε μέσω των διαγγελμάτων ως αυτός που κρατά το τιμόνι, που παίρνει τις αποφάσεις.

Α. Η καλλιέργεια πολλών προσδοκιών

Όταν μία κατάσταση βελτιώνεται, έγραψε ο Τοκβίλ, οι άνθρωποι ξεχνούν το χθες και προσδοκούν περισσότερα. Στο μοτίβο αυτό έχτισε ο Μητσοτάκης την αντιπολιτευτική του τακτική. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί παραπάνω, εμείς μπορούμε πολύ περισσότερα. Έτσι απαξιωνόταν ως μέτριο το επιτελούμενο κυβερνητικό έργο και επαγγέλονταν υπερδιπλάσια οικονομική ανάπτυξη, φορολογικές ελαφρύνσεις και αξιοκρατικές πρακτικές. Στο μοτίβο αυτό, κατασκευάστηκαν πολλαπλά δίπολα που στόχευαν κυρίως στην αποδυνάμωση του Τσίπρα και την προβολή του Μητσοτάκη: σύμβολο του παρελθόντος/σύμβολο του μέλλοντος, κρατιστής/φιλελεύθερος, κλειστό σύστημα εξουσίας/ανοικτό, ανοιχτά/κλειστά σύνορα, επαρχιώτης/κοσμοπολίτης, μέτριος/άριστος….
Έτσι δεν πειράζονταν οι εσωτερικές αντιθέσεις της ΝΔ και δημιουργούταν ένας υγειονομικός κλοιός γύρω από το ΣΥΡΙΖΑ. Συνακόλουθα υποβαθμίζονταν σημαντικές δράσεις, όπως το περίφημο μαξιλάρι που έμελε ένα χρόνο μετά να αποδειχθεί σωτήριο για τη χώρα. Μόνη εξαίρεση, η συμφωνία για το Μακεδονικό γιατί είχε διεθνή υποστήριξη, δημιούργησε εσωκομματικές τριβές στη ΝΔ και επανακαθόρισε μερικά τις ιδεολογικές γραμμές, ιδιαίτερα του ποιος είναι συντηρητικός.

Β. «Εθνικός Ηγέτης του 21ου αιώνα»

Μετά τις περυσινές εκλογές, ο Κ. Μητσοτάκης συνέχισε στο ίδιο μοτίβο. Μόνο που τώρα ήταν στην κυβέρνηση. Η επίκληση του παρελθόντος μέχρι τις αρχές του 2020 δεν ήταν πειστική. Στην οικονομία, οι στόχοι δεν επιτυγχάνονταν, αντίθετα υπολείπονταν από τις επιδόσεις της προηγούμενη κυβέρνησης. Ακόμη λιγότερο καλά ήταν τα πράγματα σε επίπεδο Δημοκρατίας. Μεγάλες ομάδες πληθυσμού (πρόσφυγες, μετανάστες, Ρομά, ευάλωτες ομάδες…) περιθωριοποιούνταν περαιτέρω. Η αξιοκρατία και η αριστεία έγιναν ανέκδοτα. Η επαγγελία «νόμος και τάξη» είχε κάποια αποτελέσματα, ωστόσο χαρακτηρίζει μία συντηρητική παράταξη, όχι μία υποτιθέμενη φιλελεύθερη. Έμειναν μόνο το άνοιγμα σε ανθρώπους προερχόμενους κυρίως από το ΠΑΣΟΚ και η πετυχημένη επιλογή Προέδρου Δημοκρατίας.
Η απόπειρα εισόδου προσφύγων και μεταναστών, κατευθυνόμενων από την τουρκική κυβέρνηση, στον Έβρο ήταν η στιγμή για την αλλαγή εικόνας και στρατηγικής. Η δραματοποίησή της ως εισβολή και ως πόλεμος -με τη γείτονα;- απαντούσε στο φαντασιακό «ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται». Έτσι κι η διαμόρφωση του κατάλληλου τηλεοπτικού σκηνικού και οι ενδυματολογικές προσαρμογές. Τα μηνύματα σαφή: «Η Ελλάδα δεν είναι ξέφραγο αμπέλι» και αντιμετωπίζει με επιτυχία «κάθε επιβουλή». Η δημοτικότητα του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης μετά το συμβάν ανέβηκε κατακόρυφα, αλλά αυτό δεν επρόκειτο να διαρκέσει. Η καθημερινότητα είναι πολύ πιο σκληρή για να υπερκεραστεί από ένα συμβάν που δεν ήταν πόλεμος ούτε νίκη.
Η πανδημία άλλαξε τα πράγματα. Ως κρίσιμη κατάσταση συνιστούσε πρόκληση και ευκαιρία για την ανάδειξη του πρωθυπουργού σε «Εθνικό Ηγέτη». Τώρα η απειλή, σύμφωνα με τους ειδικούς, αφορούσε το σύνολο του πληθυσμού, δεν είχε ιδεολογικό χρώμα. Αξιοποιώντας, μετά το πρώτο δεκαήμερο, τη θετική παρουσία των ειδικών και την αυταπάρνηση των ανθρώπων της υγείας, εμφανίστηκε μέσω των διαγγελμάτων ως αυτός που κρατά το τιμόνι, που παίρνει τις αποφάσεις. Πιστώθηκε το μειωμένο, συγκριτικά με κάποιες άλλες χώρες, αριθμό των απωλειών, γεγονός που αποτυπώνεται στην εξαιρετική δημοσκοπικά εικόνα του.

Γ. Η ελληνική ιστορία αρχίζει το 2015

Η ζωή βέβαια συνεχίζεται. Όλοι κοιτάμε να γιατρέψουμε τις πληγές από την πανδημία. Ζητούμενο πλέον για τον Κ. Μητσοτάκη είναι να κρατήσει τη δημοτικότητά του και να καλλιεργήσει την εικόνα του εθνικού ηγέτη. Είναι κοινό μυστικό ότι ο πρωθυπουργός δεν είναι ιδιαίτερα χαρισματικός. Μέτριος ως ρήτορας έχει δυσκολία με τους ανθρώπους, δεν βγάζει καθόλου συναίσθημα. Στο κλίμα του φόβου τα διαγγέλματά του εξέπεμψαν μια κάποια ασφάλεια, αλλά μέχρι εκεί. Είχαν μια χροιά από Τσώρτσιλ και Ντεγκώλ, αλλά ο Κ. Μητσοτάκης δεν μπορεί να περάσει ως πατέρας του έθνους ούτε να συνεγείρει όπως ο Ομπάμα και ο Τρυντώ. Τέλος, ελέω Κωνσταντίνου Καραμανλή, δεν μπορεί να υποδυθεί τον Εθνάρχη. Γι αυτό οι υποστηρικτές του φιλοτεχνούν την εικόνα του Εθνικού Ηγέτη του 21ου αιώνα.
Έτσι, εδώ και λίγες βδομάδες, διαφαίνεται μία νέα στρατηγική γύρω από δύο άξονες: ο πρωθυπουργός διαχωρίζεται από υπουργούς και κυβέρνηση. Και η πολιτική ιστορία της χώρας παρουσιάζεται σαν να άρχισε το 2015. Η πρώτη πρακτική είναι συνήθης στα προεδρικά και ημι-προεδρικά συστήματα. Ο πρόεδρος μένει έξω και πάνω από τις διενέξεις, για να μη φθαρεί και δίνει πάντα την τελική λύση. Ο δεύτερος άξονας αποβλέπει σε δύο πράγματα. Η σημερινή ΝΔ εμφανίζεται να μην έχει σχέση με τη ΝΔ πριν το 2015, άρα δεν έχει ευθύνη για την κρίση. Άλλο Μητσοτάκης άλλο Σαμαράς ή Καραμανλής. Παρθένα η κυβέρνηση μπορεί να συγκρίνει το έργο της με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας υπέγραψε μνημόνια, ο Μητσοτάκης όχι. Ο Τσίπρας έκοψε συντάξεις, ο Μητσοτάκης όχι….
Προφανέστερα το όλο εγχείρημα για να ευοδωθεί προϋποθέτει διάχυση και ανθρώπους να το εγκολπωθούν. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχείρησε, κατά το παράδειγμα άλλων, όπως ο Ερντογάν, να επιχορηγήσει ανθρώπους και μέσα ώστε και να την στηρίζουν. Πρακτική αρκετά διαφορετική από τις πελατειακές πρακτικές της ΝΔ στο παρελθόν που αποσκοπούσε στη συντήρηση του ακροατηρίου. Τώρα προέχουν εκείνοι που θα συμβάλλουν στη συντήρηση του ακροατηρίου.
Ακόμη όμως και έτσι, είναι αμφίβολο αν η διαδικασία κατασκευής εθνικού ηγέτη θα πετύχει. Πέρα από τις προσωπικές αδυναμίες και πιθανές εσωκομματικές αντιδράσεις, η κυβέρνηση ενδέχεται να αντιμετωπίσει τρία μεγάλα προβλήματα. Τη διαφαινόμενη διεύρυνση των ανισοτήτων και τη περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Τη δυσφορία ομάδων που μένουν έξω από την επιλεκτική διανομή δημόσιων αγαθών. Και, κυρίως, τη δημιουργία ενός κλίματος αβεβαιότητας, κάτι σαν τον περιπλανώμενο ληστή του Μ. Όλσον, με τη συγκρότηση ευνοούμενων και ευνοημένων, υποθηκεύοντας και την ευημερία και τη Δημοκρατία.

Παντελής Κυπριανός
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet