Σκέψεις και ερωτήματα για το δημόσιο χώρο στη συγκυρία της πανδημίας



Της Mαρίας Καλαντζοπούλου*

Η περιπέτεια της πανδημίας αναδεικνύει σε όλα τα μέτωπα δημόσιου χώρου (δρόμοι, πεζόδρομοι, πάρκα, πλατείες, παραλίες, κ.ο.κ.) το στοίχημα δημόσιο vs ιδιωτικό, ατομικό vs συλλογικό, ένα σαφές στοίχημα κυριαρχίας. Ανατρέχοντας στα τελευταία χρόνια και στις ομάδες και δραστηριότητες που διεκδικούν το δημόσιο χώρο της πόλης, μπορούμε, πολύ σχηματικά, να δούμε τα εξής: Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90, το στοίχημα ήταν ελεύθεροι χώροι vs δρόμοι και κτίρια ή πεζοί vs κυκλοφορία οχημάτων, κυρίως των ΙΧ – των ΙΧ που καταναλώνουν ασύγκριτα περισσότερο χώρο από οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς και το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό δημόσιου χώρου της πόλης, τόσο με την κυκλοφορία όσο και με τη στάθμευση δημιουργώντας ρύπους, θόρυβο και ανασφάλεια σε άλλους πιο «ευάλωτους» χρήστες του δημόσιου χώρου.
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 μέχρι και το ξέσπασμα της κρίσης στην αρχή της τελευταίας δεκαετίας, άλλη μια δραστηριότητα διεκδικεί αυξανόμενο μερίδιο στο δημόσιο χώρο κι αυτή είναι η υπαίθρια εστίαση και αναψυχή, με τα γνωστά τραπεζοκαθίσματα. Αρχικά, επρόκειτο για λιτά και φορητά τραπεζοκαθίσματα, στα πρότυπα της παράδοσης των δύο προηγούμενων αιώνων. Σταδιακά όμως, επρόκειτο για όλο και πιο απαιτητικό σε χώρο εξοπλισμό και υποδομές (καναπέδες αντί για καρέκλες, μεγαλύτερα τραπέζια, ανεμοφράκτες από νάιλον τέντες ή πλέξιγκλας, όλο και μεγαλύτερες ομπρέλες, σταδιακά και σόμπες), ώστε να παρέχουν μεγαλύτερη «άνεση» και να εξυπηρετούν την πελατεία τους όλες τις ώρες και ει δυνατόν όλο το χρόνο.

«Αβίωτη» αναψυχή

Παρά το χτύπημα που έδωσε η κρίση της τελευταίας δεκαετίας σε μια σειρά οικονομικών κλάδων, το χτύπημα στην εστίαση και τον τουρισμό ήταν συγκριτικά μικρότερο. Σε πολλές περιοχές, μάλιστα, πρόκειται για κλάδους που όχι μόνο άντεξαν αλλά και αναπτύχθηκαν πολύ περισσότερο. Ετσι, οι απαιτήσεις σε χώρο υπαίθριας κατανάλωσης, φαγητού, καφέ, ποτού κ.λπ., ολοένα αυξάνονταν, κάτι μάλιστα που εμπεδώθηκε ακόμα περισσότερο τα τελευταία χρόνια με το μέτρο της απαγόρευσης του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους (συχνά η «αυλή» του μαγαζιού εξυπηρετεί περισσότερο κόσμο από το εσωτερικό του). Για να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο, όλο το χρόνο, επεκτάθηκε η χρήση όλων των συνοδευτικών υποδομών. Με όρους ζήτησης, την όποια μείωση του μέσου εισοδήματος των καταναλωτών αντιστάθμισε η αύξηση των επισκεπτών και του τουρισμού «πόλης» που αναπτύχθηκε.
Αυτή η εκτεταμένη ζήτηση και η εκτεταμένη κατάληψη δημόσιου χώρου δεν έλαβε χώρα μόνο σε ιστορικές πιάτσες ή μέτωπα αναψυχής –ούτε φυσικά σε σχεδιασμένους για το σκοπό αυτό χώρους– αλλά και σε πολλές άλλες νέες γειτονιές - στόχους ενός τουριστικού gentrification, των οποίων η μορφολογία τόσο του δομημένου χώρου (των καταστημάτων δηλαδή) όσο και του υπαίθριου δεν είχε «σχεδιαστεί» / διαμορφωθεί για να φιλοξενήσει αναψυχή και μάλιστα τέτοιων απαιτήσεων. Μεγάλο ποσοστό καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος βρίσκεται εγκατεστημένο σε καταστήματα που ήταν πρώην εργαστήρια, ή βιοτεχνίες, ή πρώην μικρομάγαζα γειτονιάς και με το ζόρι πληρούν σύγχρονες προδιαγραφές υγειονομικού ελέγχου.

Ελεύθεροι από εμπορευματοποίηση χώροι

Τη διασπορά επισκεπτών και αναψυχής στις πόλεις επέτεινε, στην Αθήνα ειδικά, τόσο το μετρό όσο και η διασπορά των καταλυμάτων airbnb μέσα σε περιοχές γενικής κατοικίας σε όλο το πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια όλο και περισσότερο εντεινόμενη πίεση στην κατοικία όχι μόνο μέσω των αξιών γης, αλλά και ως προς την όχληση από το θόρυβο της αναψυχής, ή τον ανταγωνισμό για τη στάθμευση, συχνά όλο το 24ωρο. Σε πολύ περισσότερες περιοχές από ό,τι στη δεκαετία του ’90 και σε δημόσιο χώρο που, όπως προαναφέραμε, δεν προοριζόταν γι’ αυτό. Με τον ίδιο τρόπο αποδόθηκαν σταδιακά στους καταναλωτές αναψυχής και όχι στους πεζούς, στα παιδιά, στη βόλτα και τα ποδήλατα, οι κάθε λογής πεζόδρομοι. Κι αυτό, είτε είναι θεσμοθετημένοι είτε όχι αλλά έχουν απλώς μορφή πεζόδρομου με διαμόρφωση της οδού σε ενιαίο επίπεδο και χαρακτηριστική πλακόστρωση.
Ετσι, πολλές φορές τα τελευταία χρόνια απ’ τη σκοπιά μας οι «ειδικοί» είτε μέσα από εμπειρίες άλλων πόλεων εκτός Ελλάδας, κυρίως όμως μέσα από διαδικασίες καταγραφής προβλημάτων και διαβούλευσης στο πεδίο, φτάσαμε να αμφισβητούμε το τοτέμ του «πεζόδρομου». Διαπιστώναμε δηλαδή ότι για τη διασφάλιση της βιώσιμης συνύπαρξης της κατοικίας με άλλες χρήσεις, έπρεπε συχνά να προκρίνουμε και ως χρήση και ως μορφή την κυκλοφορία ή έστω τη δυνατότητα διέλευσης ΙΧ, ακόμα και τη στάθμευση, από τις πλακοστρώσεις και τις πεζοδρομήσεις, γιατί βλέπαμε ότι αυτές τελικά δεν θα αποδίδονταν στους πεζούς αλλά στα τραπεζοκαθίσματα. Η προσπέλαση της κατοικίας και της πόλης μέσα από «δρόμους» (που διαχειρίζονται ροές ΙΧ, τροφοδοσίας και ΜΜΜ), ακόμα και η παρόδια στάθμευση, είναι κάτι που σχετίζεται με την εξυπηρέτηση της κατοικίας, ενώ τα τραπεζοκαθίσματα όχι.
Επιπλέον, στη συνθήκη της οικονομικής κρίσης της τελευταίας δεκαετίας αναδείχθηκε ένας νέος «πόλος» πολιτών που διεκδικούν εκτόνωση και αναψυχή στο χώρο της πόλης, χωρίς όμως να έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταναλώσουν στον ελεύθερο χρόνο τους σ’ αυτά τα μαγαζιά ή χωρίς να βρίσκουν την κοινωνική / αισθητική τους αντιστοιχία σ’ αυτά (όπως μεγάλη μερίδα εφήβων και νέων ανθρώπων). Οι πολίτες αυτοί διεκδικούν/-ούμε, όλο και πιο εμφατικά, ελεύθερους από εμπορευματοποίηση χώρους για την εκτόνωση και την υπαίθρια αναψυχή μας, από το πεζοδρόμιο και τα σκαλιά των σπιτιών ή των κλειστών καταστημάτων, μέχρι τα πάρκα, τις πλατείες κ.λπ.

Κι ύστερα ήρθε η πανδημία

Μετά από μια συνθήκη καραντίνας και δραματικού περιορισμού στα απολύτως αναγκαία για την επιβίωση των δραστηριοτήτων, των μετακινήσεων και της συνάθροισης ανθρώπων και, φυσικά, της κυκλοφορίας οχημάτων, μια συνθήκη στην οποία όλος ο δημόσιος χώρος της πόλης (εκτός από τα κλειστά πάρκα!) έγινε ξαφνικά μια μεγάλη «αυλή της κατοικίας», οι πόλεις μας σταδιακά «ανοίγουν» όπως λέγεται και ξαναζωντανεύουν οικονομικά.
Την «επόμενη μέρα», λοιπόν, η πανδημία, η οποία παραμένει και στο πλαίσιο της οποίας καλούμαστε να ξαναλειτουργήσουμε ως κοινωνία/οικονομία μέσα στις πόλεις μας, κληροδοτεί μια βασική απαίτηση physical distancing η οποία με τη σειρά της διογκώνει τις απαιτήσεις σε χώρο όλων των δραστηριοτήτων που εγγράφονται στο δημόσιο χώρο (βόλτας, αναψυχής και κυκλοφορίας) και οι οποίες πρέπει να φροντίσουμε να μπορούν να συνυπάρξουν.
Σε όσους και όσες ήδη χρησιμοποιούσαν τους ελεύθερους από αυτοκίνητα ή τραπεζοκαθίσματα χώρους τα προηγούμενα χρόνια και την περίοδο της καραντίνας, είναι βέβαιο ότι θα προστεθούν κι άλλοι είτε λόγω του περιορισμού του εισοδήματός τους είτε από φόβο να πλησιάσουν σε χώρους εστίασης λόγω ανησυχίας για την υγειονομική τους ασφάλεια είτε/και γιατί κατά τη διάρκεια της καραντίνας ξαναβρήκαν νόημα σ’ αυτή ακριβώς τη δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου στην πόλη.
Απ’ την άλλη μεριά, οι πολυάριθμοι κλάδοι που σχετίζονται με την εστίαση είναι πραγματικά ζητούμενο να επανενεργοποιηθούν, ώστε να μειωθεί κατά το δυνατόν το αποτύπωμα της πανδημίας στην ανεργία και στο παραγόμενο προϊόν τους. Μόνο που για να επανενεργοποιηθούν με όρους υγειονομικής ασφάλειας θα πρέπει να «αραιώσουν», τόσο στο εσωτερικό των μαγαζιών, όσο και στο δημόσιο χώρο.
Από μια τρίτη σκοπιά, σε ό,τι αφορά την κυκλοφορία, η σύσταση να αποφεύγονται οι εντελώς άσκοπες μετακινήσεις και, παρεκτός αν είναι εντελώς απαραίτητο, τα ΜΜΜ και τα ταξί, και να προτιμώνται αντ’ αυτών το περπάτημα και ιδιωτικά μέσα μετακίνησης, επαναφέρει τις αξιώσεις κυκλοφορίας ΙΧ στο δημόσιο χώρο της πόλης. Σημειωτέον ότι για τη διευκόλυνση των μετακινήσεων με ΙΧ έχει αρθεί και ο δακτύλιος.
Πώς παίρνεις λοιπόν αποφάσεις αυτή την ώρα; Τι δεδομένα έχεις; Κατά πόσο φερ’ ειπείν σε αυτή τη νέα μάχη για το χώρο ο περιορισμός των μετακινήσεων θα αντιρροπηθεί ή και θα υπερκεραστεί από την αύξηση ��ων μετακινήσεων με ΙΧ; Κι επομένως κατά πόσο θα υπάρχει η δυνατότητα για να αφαιρεθεί χώρος κυκλοφορίας και να αποδοθεί σε άλλη δραστηριότητα είτε αυτή είναι πεζοδρόμια για περπάτημα είτε τραπεζοκαθίσματα; To σίγουρο είναι πως σε ό,τι αφορά τη χρήση του δημόσιου χώρου, εκτός των ΙΧ, και η ζήτηση για μετακινήσεις με τα πόδια και το ποδήλατο θα είναι αυξημένη, γιατί θα θεωρείται (για καιρό) «υγιεινότερη» (και, ασφαλώς, οικονομικότερη), κάτι που μπορεί να εγγράψει σε ακόμα περισσότερους και με πιο μόνιμους τρόπους αυτή την κουλτούρα για τις καθημερινές μετακινήσεις τους.
Σε ό,τι αφορά τα τραπεζοκαθίσματα και την επέκτασή τους (αντίστοιχα και για τις ομπρελο-ξαπλώστρες στις παραλίες):
Στην πραγματική ελληνική πόλη σε τι ποσοστό αυτών των χρήσεων είναι σήμερα εφικτή αυτή η επέκταση; Ξέρουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις το όριο στην επέκταση του καθενός δεν το βάζουν μόνο φυσικά όρια, όπως ο δρόμος, η θάλασσα, τα σπίτια κ.λπ., αλλά και οι απαιτήσεις σε χώρο του διπλανού ομόλογου επιχειρηματία. Κάποιοι μπορεί να τυχαίνει να βρίσκονται πάνω ή δίπλα σε πλατείες, άλση, πάρκα, πεζόδρομους (ακόμα κι αν δεχτούμε την εκεί επέκτασή τους), η πλειοψηφία όμως βρίσκεται σε λεωφόρους, δρόμους και στενά. Πόσο λογικό είναι ένα τέτοιο μέτρο από μια σκοπιά εφικτότητας ή και «ίσης μεταχείρισης»;

Μια παλιά λύση σε ένα νέο πρόβλημα

Ψάχνουμε άραγε να αποκαταστήσουμε μια εικόνα προ πανδημίας στην πανδημική μας εποχή; Κι αν ναι, είναι αυτό λογικό; Ισχυρίζομαι πως όχι. Μπαίνουμε σε μια άγνωστη και άγνωστης διάρκειας μεταβατική εποχή στην οποία πρέπει να εφεύρουμε άλλους τρόπους, πιο «βιώσιμης», από κάθε άποψη, διαβίωσης και πιο βιώσιμης παραγωγής και κατανάλωσης – πράγματα που και προ πανδημίας ήταν ούτως ή άλλως ζητούμενα. Στον ταλαιπωρημένο χώρο της πόλης, η επέκταση όσο και όπου δει των τραπεζοκαθισμάτων μοιάζει σαν «παλιά λύση» σε ένα εντελώς νέο πρόβλημα του οποίου καλά-καλά δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τις παραμέτρους ή τις διαστάσεις.
Πόσο λογικό είναι λόγου χάρη να περιμένει ένας επιχειρηματίας της εστίασης (έστω μόνο για φέτος) ότι θα έχει ίδια ζήτηση με την περσινή, είτε απ’ την εγχώρια αγορά είτε (πολύ χειρότερα) από την τουριστική; Κι αν όντως δεν πρόκειται να την έχει, σε τι τον βοηθά να επεκτείνει την κατάληψη υπαίθριου δημόσιου χώρου; Κι αν δεν βοηθά αυτόν, σε τι βοηθά την κοινότητα το να εμπεδωθεί ένα μοντέλο τραπεζοκαθισμάτων, δηλαδή εμποδίων για κάθε άλλη δραστηριότητα και χρήση της πόλης και ειδικά των κατοίκων της, παντού και μάλιστα χωρίς ανταποδοτικά τέλη για το Δήμο;
Η συνθήκη είναι πρωτόγνωρη, τα βήματα πρέπει να είναι σταδιακά και πολύ προσεκτικά. Δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, κανένα νόημα η a priori παραχώρηση περαιτέρω δημόσιου χώρου, όχι πριν δοκιμαστεί (για τουλάχιστον ένα μήνα και βλέπουμε) η αντοχή των συγκεκριμένων κλάδων και της πραγματικής ζήτησης στο χώρο που είχαν πριν την πανδημία. Δεν θα καταστήσει ούτε την πόλη ούτε κι αυτές καθαυτές τις επιχειρήσεις πιο βιώσιμες (το ίδιο ισχύει και για τους εργαζόμενους σ’ αυτές).
Αν πρόκειται, «προσωρινά» και για λόγους υγιεινομικούς, να παραχωρηθεί στην εστίαση κι άλλος χώρος από τις πόλεις μας στο μέλλον, το βέβαιο είναι ότι δεν μπορεί να γίνει με τους σύνθετους, «επεκτατικούς» και «παντός καιρού» όρους που γίνεται μέχρι σήμερα. Θα πρέπει να παρακολουθεί κανείς τι γίνεται σε real time και εδώ και σε άλλες χώρες λιγότερο ή περισσότερο τολμηρές από εμάς (λαμβάνοντας υπόψη ασφαλώς τις διαφορετικές κλιματικές τους συνθήκες, τα διαφορετικά χαρακτηριστικά τους ως προς το μίγμα χρήσεων γης και τις διαφορετικές τουριστικές πιέσεις που δέχονται). Σημειωτέον ότι στην Ελλάδα οι πόλεις μας χαρακτηρίζονται από πολυλειτουργικότητα, ποιότητα σπάνια που δεν πρέπει να χαθεί υπέρ της επικυριαρχίας χρήσεων που σχετίζονται με εστίαση και τουρισμό. Εξάλλου, αυτή καθαυτή η πολυλειτουργικότητα δεν είναι μόνο ποιότητα για την κατοίκηση της ελληνικής πόλης αλλά και μέρος της τουριστικής ταυτότητας και υπεραξίας της.

Μετρώντας τον ελεύθερο χώρο με τα πόδια

Αξίζει όμως, κλείνοντας, να επισημάνουμε κάτι άλλο. Πέρα από τα ΙΧ και τα τραπεζοκαθίσματα που εξαφανίστηκαν, στη διάρκεια του «Μένουμε σπίτι» συνέβη και κάτι άλλο. Το συλλογικό βίωμα της ελεγχόμενης «εξόδου» στο δημόσιο χώρο της πόλης μόνο για κατανάλωση των απολύτως αναγκαίων, την υποστήριξη οικείων προσώπων που χρειάζονται τη βοήθειά μας, αλλά και για τη «δραπέτευση» από τη συνθήκη του εγκλεισμού και τη σωματική άσκηση μοιάζει να έχει αφήσει σε πολλούς και πολλές μεταξύ άλλων και μια αναπάντεχη προίκα ως προς τη σχέση τους με την πόλη: την επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου, την αναγνώριση της μορφής και των διαστάσεων της πόλης (που μετρήθηκαν ξαφνικά με τα πόδια και τα ποδήλατά μας), ακόμα και του αναγλύφου της, των ποιοτήτων κάθε ελάχιστου ή μεγαλύτερου ελεύθερου χώρου στην πόλη και, κυρίως, των ποιοτήτων του (υποχρεωτικού) ελεύθερου χρόνου, όταν αυτός ξεφεύγει από τον πειθαναγκασμό συμμόρφωσής του σε τρέχοντα καταναλωτικά πρότυπα (απ’ το πώς ντύνεσαι για να «βγεις έξω», από το πώς «τοποθετείσαι» σε συγκεκριμένα σημεία - στέκια στο δημόσιο χώρο, ώστε να δεις και να σε δουν, από το πώς «αγοράζεις» τελικά προκατασκευασμένους τρόπους και ύφος εμπορευματοποιημένης αναψυχής). Ξαφνικά, μέσα στην καραντίνα εκτιμήθηκαν ως αξίες για τη νέα συνθήκη η ύπαρξη χώρων ευχάριστων και ελεύθερων από εμπόδια για περπάτημα, για ποδήλατο, για στάση, για συνάντηση, για άσκηση και για παιχνίδι. Ποιος να τό ’λεγε;
Στο σήμερα, δεδομένου ότι ακόμα ο κίνδυνος για την υγεία μας δεν πέρασε κι άρα ούτε κι η ανάγκη «προαυλισμού» και σωματικής άσκησης στο δημόσιο χώρο (για πολύ κόσμο που ακόμα για τον α ή β λόγο «μένει σπίτι») και δεδομένου ότι στις όποιες ομάδες σύχναζαν ήδη στα σκαλιά των σπιτιών και των εκκλησιών, στις πλατείες με δέντρα και χωρίς, εκεί όπου δεν υπήρχαν «πελάτες», θα προστεθούν αναγκαστικά πολλοί άνθρωποι από ανάγκη ή προτίμηση, η αξίωση σ’ αυτού του είδους δωρεάν εκτόνωση, στο περπάτημα, στο σουλάτσο, στη συνάντηση με φίλους έξω, στην μπύρα απ’ το περίπτερο, στον καφέ στο χέρι είναι βέβαιο ότι θα αυξηθεί. Μην ξεχνάμε επίσης ότι η πανδημία από τη μια εισάγει την ανάγκη της φυσικής αποστασιοποίησης στη δημόσια σφαίρα κι απ’ την άλλη την αξία της ενότητας του κοινωνικού προκειμένου για την αντιμετώπιση αυτού του συλλογικού κινδύνου. Η ασφάλεια όλων είναι προς το συμφέρον του καθενός και της καθεμιάς. Γι’ αυτό λοιπόν, ενόψει του επαναπροσδιορισμού ενός μέλλοντος στις πόλεις μας εντός και μετά την πανδημία, ενός μέλλοντος που να ενώνει την κοινότητα σε κάθε επίπεδο της πόλης (από την κάθε γειτονιά μέχρι το μητροπολιτικό κέντρο) και να υπόσχεται μια καλύτερη και «υγιεινότερη» ζωή, νομίζω ότι η όποια πολιτική στη διαχείριση του χώρου σ’ αυτή τη φάση «ξανα-ανοίγματος», θα πρέπει να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη ιδιαίτερα αυτές τις καινούριες αξιώσεις του κοινωνικού. Η «μεγάλη παύση» απ’ αυτή την άποψη ήταν πραγματικά αποκαλυπτική.

* Πολιτικός μηχανικός - συγκοινωνιολόγος και πολεοδόμος χωροτάκτρια

Το κείμενο προέκυψε με αφορμή μια συζήτηση με τον Νίκο Ξυδάκη στο ρ/σ Στο Κόκκινο στην εκπομπή της Δευτέρας 11 Μαΐου.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet