Του Ορέστη Φ. Αθανασίου

Το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων, που απασχόλησε πολλές φορές από τον περασμένο Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο την «Εποχή», είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα για το τι έφταιξε και φτάσαμε ως εδώ. Στα πολλά κείμενα που γράφτηκαν στην εφημερίδα, έγινε προσπάθεια να δούμε το ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων και του ΤΑΙΠΕΔ συνολικά, αλλά και των περιφερειακών αεροδρομίων ειδικότερα, όχι μόνο από μια γενική πολιτική σκοπιά, αλλά με άξονα το ερώτημα: πόσα περιθώρια αλλαγής της πολιτικής της συγκυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου είχε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και πώς αυτά θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σε μια συμβιβαστική συμφωνία με τους δανειστές, που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή στο εσωτερικό της χώρας και του κόμματος. Τώρα πια πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η κυβερνητική πολιτική στο συγκεκριμένο ζήτημα ήταν εξαρχής καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο γράφων δεν θα ισχυριστεί πως το ήξερε ή το είχε προβλέψει, μάλλον γιατί όπως οι περισσότεροι εντός και γύρω από το ΣΥΡΙΖΑ ελπίζαμε πως ένας, οδυνηρός έστω, συμβιβασμός μπορούσε να υπάρξει ακόμη και μετά τις 5 Ιουλίου. Διαψευστήκαμε και, παρότι είναι ήδη αργά, ο καθένας θα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί. Αυτά ως προσωπική αποτίμηση. Ας δούμε τώρα τις πρόσφατες εξελίξεις για τα αεροδρόμια και πώς συνδέονται και εξηγούν τα παραπάνω.  

Προειλημμένη απόφαση

Στις 13 Αυγούστου το Κυβερνητικό Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής ενέκρινε την παραχώρηση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων στην γερμανική Φράπορτ, με τους όρους που είχαν συμφωνηθεί με το ΤΑΙΠΕΔ. Ήταν μια απόφαση που στην πραγματικότητα είχε ληφθεί εδώ και καιρό. Μόλις στις 15 Φεβρουαρίου (δηλαδή πριν ακόμη υπογραφεί η συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου) ο Αλ. Τσίπρας σε συνέντευξή του στο γερμανικό περιοδικό Στερν είχε χαρακτηρίσει πολύ καλό το τίμημα αυτής της ιδιωτικοποίησης, ενώ πρόσθετε πως η κυβέρνηση θα ήθελε να διαπραγματευτεί κάποιους όρους. Η επιλογή ήταν σαφής: δίνουμε στους Γερμανούς αυτό που θέλουν και ευελπιστούμε πως αυτοί σε αντάλλαγμα θα μας δώσουν μια «καλή» συμφωνία. Η πεποίθηση του κυβερνητικού επιτελείου πως αυτό το «πάρε-δώσε» θα γινόταν αποδεκτό από τους εταίρους και κυρίως τους Γερμανούς, δεν κλονίστηκε ούτε άρχισαν οι εκβιασμοί που κατήγγειλαν δημοσίως τα non paper του Μαξίμου. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα της «Εφημερίδας των Συντακτών», που επικαλείται συνεργάτες του Γ. Σταθάκη, την άνοιξη είχαν ξεκινήσει συζητήσεις για τους όρους και οι Γερμανοί είχαν αποδεχτεί τη μείωση του χρόνου παραχώρησης από τα 40 στα 30-35 χρόνια και τη συμμετοχή του Δημοσίου στη διαχείριση των αεροδρομίων. Τόνιζαν όμως ότι όλα αυτά ανατράπηκαν με τη συμφωνία της συνόδου κορυφής της 13ης Ιουλίου, που αναφέρει ρητώς ότι η διαδικασία θα προχωρήσει με βάση τους αρχικούς όρους του διαγωνισμού.
Με άλλα λόγια η πολιτική «αν είναι να έχουμε συμφωνία ας θυσιάσουμε τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, το Ελληνικό, τον Αστέρα και αρκετά ακόμη, αφού θα έχουμε συμφωνία και θα έχουμε σώσει την ΕΥΑΘ και τη ΔΕΗ» μας εγκλώβισε χωρίς έξοδο διαφυγής.

Απαίτηση επαναδιαπραγμάτευσης

Τότε όμως γιατί την επομένη της απόφασης του ΚΥΣΟΙΠ οι Γερμανοί ανακοίνωσαν πως «οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται» και πως ζητούν πρόσθετες εγγυήσεις για να προχωρήσει η ιδιωτικοποίηση;
Η εξήγηση δεν είναι μονοσήμαντη.
Πρώτον, έχει να κάνει με την αδυναμία της Fraport, σε αυτή την αρνητική οικονομική συγκυρία, να βρει κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει την επένδυση.
Δεύτερον, επειδή με βάση τις προθεσμίες η διαδικασία παραχώρησης δεν θα έχει ολοκληρωθεί έως το Δεκέμβριο, όπως προβλεπόταν αρχικά (άρα όσοι στο κυβερνητικό επιτελείο υπολόγιζαν να εγγράψουν έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις στον προϋπολογισμό αυτής της χρονιάς πρέπει να τα βρουν από αλλού) οι Γερμανοί έχουν περιθώρια για καθυστερήσεις
Τρίτον, η σύμβαση προϋποθέτει μια σειρά από έργα που πρέπει να ολοκληρώσει το ελληνικό Δημόσιο, που είναι αδύνατο να γίνουν σε μερικούς μήνες ( από την πιστοποίηση των αεροδρομίων έως έργα υποδομής). Κάθε καθυστέρηση στα προβλεπόμενα εγείρει θέμα διεκδικήσεων από τη γερμανική πλευρά είτε σε χρήμα, είτε σε παράταση του χρόνου παραχώρησης.  

Αχρησιμοποίητα όπλα

Το Μαξίμου απάντησε στην ανακοίνωση της Fraport με μια έμμεση απειλή: «αν και εφόσον η αντισυμβαλλόμενη εταιρία εγείρει θέμα επαναδιαπραγμάτευσης της σύμβασης, η επαναδιαπραγμάτευση δεν θα περιορίζεται στα ζητήματα που θα τεθούν από την εταιρία αλλά θα είναι συνολική». Μακάρι να είναι έτσι. Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει την ύπαρξη ενός σχεδίου από την ελληνική πλευρά, το οποίο δεν φαίνεται να υπάρχει. Αν υπήρχε, το πρώτο που θα έκαναν οι Έλληνες διαπραγματευτές, θα ήταν να υπενθυμίσουν  στη γερμανική εταιρεία πως ανά πάσα στιγμή  θα μπορούσαν να τινάξουν το διαγωνισμό στον αέρα. Και αυτό γιατί υπάρχει μια καραμπινάτη σύγκρουση συμφερόντων. Ανάμεσα στους συμβούλους του ΤΑΙΠΕΔ στο θέμα της ιδιωτικοποίησης των αεροδρομίων ήταν από το 2012 η Lufthansa Consulting, θυγατρική της Lufthansa AG, η οποία με τη σειρά της κατέχει το 8,45% των μετοχών της Fraport. Όμως η κυβέρνηση ποτέ δεν επέλεξε να χρησιμοποιήσει αυτό το όπλο. Από την αρχή είχε επιλέξει να «θυσιάσει» τα αεροδρόμια.
Έτσι καταλήξαμε αντιπολίτευση στο συγκεκριμένο θέμα να κάνουν οι… Γερμανοί. «Η παράδοση των ελληνικών αεροδρομίων σε γερμανική κρατική επιχείρηση θα προκαλέσει σημαντική οικονομική ζημιά στο Ελληνικό Δημόσιο», ανέφερε πρόσφατα ρεπορτάζ του γερμανικού τηλεοπτικού σταθμού ARD.
Στο ίδιο ρεπορτάζ, ο καθηγητής Ρούντολφ Χίκελ από το Πανεπιστήμιο της Βρέμης δήλωνε: «Τα σημαντικά κέρδη που εμφανίζουν αυτά τα 14 αεροδρόμια, στην ουσία, αντί να διοχετεύονται στα ελληνικά δημόσια ταμεία, θα πηγαίνουν κατευθείαν σε γερμανικά δημόσια ταμεία» (στοιχεία από ρεπορτάζ της Εφημερίδας των Συντακτών).

Μόνο η αρχή

Και τα περιφερειακά αεροδρόμια είναι μόνο η κορυφή του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων που συμφώνησε να αναλάβει η κυβέρνηση και διεκδικεί να διεκπεραιώσει μετά τις εκλογές της 20ής  Σεπτεμβρίου. Όπως αναφέρεται σε ένα παράρτημα του νέου Μνημονίου, το οποίο δεν είχε κατατεθεί στη Βουλή και έγινε γνωστό εκ των υστέρων, η κυβέρνηση αναλαμβάνει να «τρέξει» 55 ιδιωτικοποιήσεις από την Εγνατία και το Ελληνικό έως την ΤΡΑΙΝΟΣΕ και την Κασσιώπη. Ποια περιθώρια άσκησης διαφορετικής πολιτικής υπάρχουν με αυτά τα συμφωνηθέντα; Αυτό είναι ένα από τα πραγματικά επίδικα στην αναζήτηση μιας άλλης πολιτικής για το ΣΥΡΙΖΑ. Το έργο είναι δύσκολο και εκτός από πολιτικές διακηρύξεις αρχών απαιτεί τεχνοκρατική επεξεργασία, που αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει. Και δεν βλέπω ο πληγωμένος εναπομείνας ΣΥΡΙΖΑ να μπορεί να συντάξει ένα τέτοιο σχέδιο.


Πρόσφατα άρθρα ( Οικονομία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet