Του Σπύρου Γεωργάτου

Ανεξάρτητα από το πόσο επιβεβλημένη ήταν, η επιλογή του Αλέξη Τσίπρα να προκηρύξει άμεσα εκλογές προκάλεσε διαδοχικές αντιδράσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Η Αριστερή Πλατφόρμα αυτονομήθηκε, οι οργανώσεις μελών αιφνιδιάστηκαν και πολλά στελέχη αισθάνθηκαν παραγκωνισμένα. Πέρα όμως απ’ όλα αυτά, με την άμεση δρομολόγηση των εκλογών προέκυψε ένα λογικό και διαδικαστικό πρωθύστερο: η συζήτηση για το νέο πρόγραμμα του κόμματος, που φυσιολογικά θα γίνονταν στη διάρκεια ενός συντεταγμένου προσυνεδριακού διαλόγου, θα γίνει τώρα υπό ασυνήθεις όρους και συνθήκες - αφού ξεκινάει ήδη η προεκλογική εκστρατεία. Μπορεί υπό τις συνθήκες αυτές να γίνει μια ψύχραιμη αποτίμηση των πεπραγμένων της κυβέρνησης;  Με ποιον τρόπο θα εκπονηθούν νέες θέσεις και θα επιλεγούν πρόσωπα; Και το κυριότερο: αν η νομιμοποίηση των κυβερνητικών επιλογών παραπέμπεται με αυτόν τον τρόπο στον «κυρίαρχο λαό», τι περιθώριο έχει το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, που θα γίνει αργότερα, να διατυπώσει μιαν άλλη στάση απέναντι στη μνημονιακή πραγματικότητα; Όσο οι ερωτήσεις αυτές παραμένουν αναπάντητες, τόσο επιτείνεται και βαθαίνει το ψυχολογικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται οι στρατευμένοι στην υπόθεση της ριζοσπατικής Αριστεράς. Κι εκεί αρχίζει ένα «δράμα», όπου το φαντασιακό αντικαθιστά το πραγματικό και η παρόρμηση τον αναστοχασμό.

Ή εντός ή εκτός

Εκτός, όμως, από τους υποκειμενικούς παράγοντες υπάρχουν και οι αντικειμενικοί όροι. Για τους «αριστερόστροφους» - ή τους «νοήμονες» - του ΣΥΡΙΖΑ δύο είναι οι δρόμοι: ή εντός, ή εκτός. Στόχος όσων θα παραμείνουν στο κόμμα δεν μπορεί παρά να είναι η διαφοροποίηση της κυβερνητικής πολιτικής, έτσι ώστε να μην αποτελέσει το μνημόνιο το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Αντίστοιχα, το καλύτερο που μπορεί κανείς να ελπίσει για όσους θα μείνουν εκτός ΣΥΡΙΖΑ ή ενταχθούν στη ΛΑ.Ε, είναι να συνεχίσουν την κινηματική τους δραστηριότητα ή να αποτρέψουν την μετεξέλιξη της ΛΑ.Ε σε ένα καθαρά «εθνικο-λαικιστικό» κόμμα. Και τα δυο είναι εξίσου δύσκολα και θα αποδειχθούν ακόμη δυσκολότερα αν ο ΣΥΡΙΖΑ χάσει τις εκλογές, γιατί τότε τα φαινόμενα αποστράτευσης θα γενικευθούν.

Αφού άρχισε δεν τελειώνει

Διερωτάται κανείς αν η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ σηματοδοτεί το άδοξο τέλος μιας «καινοτομίας», δηλαδή της συγκρότησης ενός αριστερού, ριζοσπαστικού κόμματος στη βάση, όχι της ιδεολογικής καθαρότητας, αλλά του πολιτικού «δια ταύτα». Για μια σειρά πολιτισμικών λόγων, σχήματα που στηρίζονται στην πολιτική ενότητα είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να υπάρξει στη σημερινή εποχή. Η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου, η διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών και των δικαιωμάτων στην Ευρώπη, αλλά και η περαιτέρω κατάτμηση της κοινωνίας σε στρώματα και κατηγορίες, που έχουν πολλές φορές αντικρουόμενα συμφέροντα, ανατροφοδοτούν μια ποικιλομορφία, που υφίσταται ούτως ή άλλως στο κοινωνικό οικοσύστημα. Επομένως, ακόμη και αν αποχωρούσαν από τον ΣΥΡΙΖΑ όλες οι «αντιπολιτευτικές» δυνάμεις, ακόμη και εάν προέκυπτε μια Κεντρική Επιτροπή αποτελούμενη από «κλώνους» της ηγετικής ομάδας, θα ήταν απλώς θέμα χρόνου η εμφάνιση διαφοροποιήσεων. Άρα, αργά ή γρήγορα, θα προέκυπτε ξανά το πρόβλημα της διαχείρισης της διαφωνίας και η ανάγκη σύνθεσης απόψεων, που αποκλίνουν στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Με αυτή την έννοια, το λάθος όσων από μας σπεύσαμε να χαρακτηρίσουμε το ΣΥΡΙΖΑ ως ένα «φαινόμενο» δεν ήταν τόσο στην ουσία και στο πνεύμα του πράγματος που προσπαθούσαμε να περιγράψουμε, αλλά στο γράμμα του: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν στην πραγματικότητα μια καινοτομία, αλλά μια επιβεβλημένη αναπροσαρμογή της Αριστεράς στα σύγχρονα πολιτικά δεδομένα. Κι αυτό, αφού άρχισε, δεν τελειώνει.

Πολλές οι πιθανές τροπές

Τι δουλειά έχουν οι ριζοσπάστες της Αριστεράς σε ένα μνημονιακό κόμμα, το οποίο –στην καλύτερη περίπτωση- είναι υποχρεωμένο να υλοποιήσει τους επαχθείς όρους μιας συμφωνίας, που οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στην ύφεση, την ανεργία και τον κοινωνικό αποκλεισμό; Το λάθος σε αυτή την ερώτηση-τοποθέτηση κρύβεται στη λέξη «μαθηματική βεβαιότητα».  Όπως και να το δει κανείς, το μετεκλογικό τοπίο, οι συνθήκες που θα επικρατήσουν με την έναρξη των «αξιολογήσεων», η κατάσταση που θα διαμορφωθεί όταν τεθεί επί τάπητος το θέμα του χρέους είναι μάλλον αβέβαια. Η ζωή έχει τροπές που πολλές φορές ξεπερνούν και την πιο τολμηρή φαντασία.

Εφικτή η απεμπλοκή, υπό όρους

Στη δυναμική και στις συγκυριακές ρωγμές που δημιουργεί αυτή η αβεβαιότητα, θα παιχθεί στο εξής όλο το παιχνίδι. Κι εκείνοι που θα είναι παρόντες, ψύχραιμοι και καλά προετοιμασμένοι θα κερδίσουν την παρτίδα. Ο στόχος της «απεμπλοκής» από το μνημόνιο δεν είναι επομένως μια ουτοπία. Υπό συνθήκες, κάτι τέτοιο όχι μόνο είναι εφικτό, αλλά και θα μπορούσε να εξελιχθεί σε «καταρράκτη». Γιατί ας σκεφθούμε τι θα συνέβαινε αν, εν μέσω ενός αδιεξόδου που δημιουργείται από τις από τις αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές, καθώς πυκνώνουν τα σύννεφα του ευρωσκεπτικισμού, καθώς απομυθοποιείται το αφήγημα της ενωμένης Ευρώπης, προέκυπτε ξανά ένα πάνδημο «όχι» σε περαιτέρω μέτρα και υφεσιακές πολιτικές στην Ελλάδα.
Για να μην παρεξηγηθούν τα όσα γράφονται παραπάνω οφείλω αμέσως να διευκρινίσω το εξής: το να στηρίξει κανείς όλες τις ελπίδες του σε μια αβεβαιότητα, δεν συνιστά πρόγραμμα και είναι κατά κάποιον τρόπο ένας «αντίστροφος βολονταρισμός», αντίστοιχος εκείνου που μας οδήγησε από την αντιμνημονιακή ρητορική στα δυσάρεστα ενός νέου μνημονίου. Η αβεβαιότητα που συνοδεύει τη μνημονιακή εποχή είναι απλώς ένας όρος «δυνάμει». Το πρόγραμμα που οφείλει να εκπονήσει ο νέος ΣΥΡΙΖΑ, θα πρέπει να θεωρήσει αυτό ως μια επιτρεπτική συνθήκη, που διευρύνει τον ορίζοντά του και αντιστοιχεί την πολιτική του σε μια σύνθετη και αντιφατική πραγματικότητα. Πέραν αυτού, και για να είμαστε τελείως ρεαλιστές, το όποιο πρόγραμμα συμφωνηθεί στις αίθουσες συνεδριάσεων θα αλλάξει πολλές φορές και θα πάρει συγκεκριμένο σχήμα και μορφή στην πορεία και στον δρόμο.


* Ο Σπ. Γεωργάτος διδάσκει στο πανεπιστ΄΄ημιο Ιωαννίνων.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet