Λίγες σκέψεις για τα ιδεολογικά ελλείμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς

Τις μέρες που ακολούθησαν την υπογραφή της συμφωνίας η οποία συνοδεύτηκε από το τρίτο μνημόνιο, ακούστηκε αρκετές φορές το διλημματικό ερώτημα μήπως θα έπρεπε να παραιτηθεί η κυβέρνηση για να διασωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ή, αντίθετα, να θυσιαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ για να διασωθεί η κυβέρνηση. Κι από μια άποψη, κατά κάποιο τρόπο παρακολουθούμε να εξελίσσονται και οι δύο αυτές εκδοχές με τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και την ίδρυση της Λαϊκής Ενότητας.  
Με τη συγκεκριμένη αντίληψη για το ρόλο των κομμάτων της αριστεράς και τη σχέση τους με τις κυβερνήσεις τους που κυριάρχησε σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, είναι αναμενόμενο να διατηρείται και στις αρχές του 21ου αιώνα ο ίδιος τρόπος σκέψης. Τα κόμματα της αριστεράς, ακόμη και τα πιο μαζικά και τα δημοκρατικότερα οργανωμένα, είχαν ως αποκλειστικό σκοπό το σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας στρατηγικής για την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας με ή χωρίς συνεργασίες.
Αν πετύχαιναν αυτό το στόχο, δεν είχαν παρά να καλύψουν τις ανάγκες στελέχωσης των εν ευρεία εννοία μηχανισμών άσκησης της εξουσίας αυτής. Η επιτυχία τους ή η αποτυχία τους κρινόταν από την ικανότητά τους να ανταποκριθούν με επάρκεια σ’ αυτό το καθήκον. Ανάλογα με τις συνθήκες μέσα στις οποίες γινόταν η ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας, τα κόμματα της αριστεράς μετατρέπονταν, στην καλύτερη περίπτωση, σε κριτικούς υποστηρικτές του έργου της κυβέρνησης ή, στη χειρότερη, σε άκριτους απολογητές της.

Η κυβέρνηση δεν ταυτίζεται με το κόμμα

Ως εξαίρεση και μόνο μπορεί να καταγραφεί η εμπνευσμένη από την γκραμσιανή αντίληψη σύντομη προσπάθεια του Ιταλικού ΚΚ στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα να διαδώσει  και να εφαρμόσει μια πρακτική που δεν ορίζει το κόμμα ως υποστηρικτικό μηχανισμό για τη διεκδίκηση, ανάληψη και άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας. Επιπλέον, απαιτεί από το κόμμα να δρα, τόσο πριν όσο και μετά την ανάληψη της κυβέρνησης, ως παράγοντας μετασχηματισμού της κοινωνίας όχι απαραίτητα μέσω της άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας, αλλά και με την απ’ ευθείας πρωτογενή δράση του μέσα στην κοινωνία.
Ήταν μια εκδήλωση της αντίληψης για το μετασχηματισμό τής κοινωνίας και της οικονομίας, που δεν υποτιμούσε την ανάγκη ελέγχου της κυβερνητικής εξουσίας, αλλά δεν υπέκυπτε και στην αυταπάτη ότι τα πάντα μπορούν να γίνουν μέσω αυτής και μόνο μέσω αυτής. Η προώθηση των μετασχηματισμών και η ωρίμανσή τους συντελείται μέσα στο κοινωνικό σώμα, όχι μόνο με την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας, αλλά κυρίως με τη δράση και την επίδραση του πιο οργανωμένου και πιο συνειδητοποιημένου πολιτικά και ιδεολογικά τμήματος της κοινωνίας, δηλαδή με τη δράση του κόμματος που επιδιώκει αυτό το μετασχηματισμό. Ενός κόμματος που δεν λειτουργεί σαν περίκλειστος μηχανισμός, αλλά με χιλιάδες πόρους, που του επιτρέπουν να συνεργεί ακόμα και με πολιτικά διάφορους, άτομα ή συλλογικότητες.

Εναντίωση σε έναν πολύ βαθύτερο κυβερνητισμό

Η πρωτογενής δράση του κόμματος μέσα στην κοινωνία, αντί να περιορίζεται με την ανάληψη της κυβέρνησης, εντείνεται για να λειτουργήσει σαν προωθητικός παράγοντας και για την κυβέρνηση. Πολύ περισσότερο ισχύει αυτό στην περίπτωση που, λόγω της σημερινής έκτακτης κατάστασης, η κυβερνητική πολιτική έρχεται σε μικρότερη ή μεγαλύτερη σύγκρουση με το πρόγραμμα του κυβερνώντος κόμματος.
Με βάση την αντίληψη αυτή το κόμμα αποσυνδέει σε ένα βαθμό τη δράση του από την προϋπόθεση της ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας και συνεχίζει μετά την ανάληψη της εξουσίας αυτής με σχετική αυτοτέλεια τη δράση του επωφελούμενο από τις διευκολύνσεις και τις συνέργειες που μπορεί να προσφέρει μια κατά τεκμήριο φιλική κυβέρνηση της αριστεράς. Ένα κόμμα αυτού του τύπου έχει αποφασιστικής σημασίας ρόλο και πριν και μετά την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας. Δεν εξαρτά τη μετασχηματιστική δράση του από την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής, αλλά επωφελείται όταν μπορεί από αυτήν.
Αυτή η προβληματική και η συνακόλουθη πρακτική δεν χάθηκαν μαζί με το ιταλικό ΚΚ. Αναβίωσαν μέσα στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα που αναπτύχθηκαν στα τέλη του 21ου αιώνα. Και αξιοποιήθηκαν κατά την ανάπτυξη και την ακμή του κινήματος κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Δυστυχώς, η πείρα αυτή δεν συζητήθηκε, δεν εμβολιάστηκε, δεν αξιοποιήθηκε κατά την ίδρυση και τη λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ, παρά το γεγονός ότι όλοι τυπικά, σχεδόν τελετουργικά, ομνύαμε σ’ αυτά τα κινήματα.

Τα κόμματα αλλάζουν την κοινωνία

Αν δεχθούμε ότι τα κόμματα, ιδίως της αριστεράς, είναι τα πιο οργανωμένα και συνειδητοποιημένα τμήματα μιας ή περισσότερων κοινωνικών τάξεων, τότε είναι λογικό να περιμένουμε ότι μπορούν και οφείλουν να αξιοποιήσουν  αυτό το πλεονέκτημά τους για τη μετάδοση αυτών των ιδιοτήτων και τη διάχυσή τους στο σύνολο της τάξης και στο πλειοψηφικό τμήμα της κοινωνίας. Μ’ αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται συνέχεια στην ανάπτυξη της δράσης ενός σύγχρονου κόμματος της αριστεράς, η οποία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη δράση  μιας  κυβέρνησης, ακόμη και της αριστεράς, και τους περιορισμούς αυτής της δράσης, που μπορεί να προκύπτουν από ποικίλους παράγοντες. Το αποτέλεσμα που μπορεί να προκύψει από μια τέτοια συστηματική δράση, είναι η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης των υποτελών τάξεων ότι μπορούν ν’ αλλάξουν την κοινωνία ή να βελτιώσουν με τη δική το��ς δράση τις συνθήκες ζωής, να παίξουν δηλαδή αποφασιστικό ρόλο στον καθορισμό της τύχης τους.

Κόμμα με ειδικές ανάγκες ή ιδιαίτερες δυνατότητες;

Είναι τέτοιο κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ; Προφανώς δεν είναι. Μήπως ζητάμε πολλά από αυτό το κόμμα που είναι σήμερα; Όχι, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ έχει στο DNA του, σε εμβρυακή έστω μορφή, τα στοιχεία που μπορούν να του επιτρέψουν να γίνει ένα τέτοιο κόμμα. Το έχει αποδείξει με την αποφασιστική συμμετοχή των μελών του στην ανάπτυξη των δικτύων αλληλεγγύης, με τις απόπειρες οργάνωσης μορφών κοινωνικής οικονομίας, με τη δεκτικότητά του στα μηνύματα της εποχής που καλούν σε τέτοιου είδους δράση.
Θέλει, όμως, πολλή δουλειά, συνειδητή και συστηματική, για να μπορέσει να γίνει αυτό που εν δυνάμει είναι: ένα μεγάλο κόμμα της σύγχρονης ριζοσπαστικής και κινηματικής αριστεράς που δεν περιμένει το σήμα από την κυβερνητική εξουσία, για να αναπτύξει τη δράση του. Πολύ περισσότερο όταν αυτή του βάζει πρόσθετα προσκόμματα.
Αυτή η μορφή δράσης δεν μπορεί να είναι σεχταριστική, υποταγμένη σε μυωπικά κομματικά κελεύσματα εκλογικού ή γενικότερα μικροπολιτικού τύπου. Αντίθετα οφείλει να έχει τα χαρακτηριστικά του «πορώδους κόμματος», που τόσο διορατικά έχει περιγράψει –και από τις στήλες της «Εποχής»– ο Κώστας Δουζίνας.

Στρατηγικός αναπροσανατολισμός

Ένα συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ το οποίο, με αφορμή το διαλυτικό γρίφο μιας κυβέρνησης της αριστεράς που έρχεται να εφαρμόσει ένα μνημόνιο, θα συζητούσε το πώς και το γιατί της οικοδόμησης ενός τέτοιου κομματικού οργανισμού και θα κατέληγε σε πρακτικά συμπεράσματα για τη δράση του με στόχο τον απεγκλωβισμό της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας από την παγίδα της πνιγηρής λιτότητας, θα ήταν κάτι παραπάνω από αναγκαίο: θα αποτελούσε ελιξήριο για τη ριζοσπαστική αριστερά, που δοκιμάζεται από μια εσωτερική αντιπαράθεση, η οποία γίνεται με όρους απίστευτα παρωχημένους, υπό την κυριαρχία πνεύματος κυβερνητισμού. Όχι με την έννοια που συνηθίσαμε να χρησιμοποιούμε τον όρο, δηλαδή της εμμονικής επιδίωξης κυβερνητικών καθηκόντων ή θώκων, αλλά με την έννοια της αυταπάτης ότι όλα εξαρτώνται από την κυβέρνηση. Υπό τις παρούσες συνθήκες, που η κυβερνητική πολιτική εξαναγκαστικά περιορίζεται από μια μνημονιακή συμφωνία, το πεδίο δράσης τού ΣΥΡΙΖΑ και των σύγχρονων κοινωνικών κινημάτων μπορεί να διευρυνθεί θεαματικά και να μετασχηματιστεί ουσιαστικά.
Το αποτέλεσμα ενός τέτοιου στρατηγικού αναπροσανατολισμού, μιας τέτοιας βαθειάς και όχι εύκολης, συνθηματολογικής ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι δεδομένο. Είναι, πάντως, ο αποτελεσματικότερος και αποδοτικότερος τρόπος υπέρβασης της κρίσης του. Γι’ αυτό και θα περιμέναμε από τα ηγετικά του όργανα πολύ πιο ευρύ πνεύμα, πολύ μεγαλύτερη προσοχή στην κατάσταση και την ανασυγκρότηση του κομματικού σώματος, την αποφασιστική απόσπασή του από την υποτροπή σε κάκιστο εκλογικό μηχανισμό και τη συνειδητή απόρριψη μιας υποβόσκουσας στα κυβερνητικά κλιμάκια αντίληψης ότι το κομματικό σώμα αποτελεί απλώς ένα βαρίδι στα πόδια όσων φαντασιώνονται ότι ασκούν υψηλή πολιτική. Κόμμα και κυβέρνηση μπορεί να σωθούν ή να καταστραφούν μαζί. Εδώ δεν ισχύει το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

Χ. Γεωργούλας
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet