Της Μα­ρίας Κα­νελ­λο­πού­λου

Σε μία α­πό τις ι­στο­ρίες του κ. Κόυ­νε­ρ, ο Μπέρ­τολτ Μπρε­χτ α­φη­γεί­ται την ει­σβο­λή ε­νός πρά­κτο­ρα στο σπί­τι του κ. Δό­λιου, σε μία πε­ρίο­δο που κυ­ριαρ­χεί κά­ποιο ο­λο­κλη­ρω­τι­κό κα­θε­στώς. Ο πρά­κτο­ρας ζη­τά α­πό τον κ. Δό­λιο να του πραγ­μα­το­ποιεί δου­λι­κά ό­λες του τις ε­πι­θυ­μίες. Ο κ. Δό­λιος δεν α­πα­ντά, αλ­λά κά­νει ό,τι του ζη­τή­σει ο πρά­κτο­ρας: τον ταΐζει, τον κου­βα­λά κλπ. Κά­ποια στιγ­μή, με­τά α­πό χρό­νια α­πό την α­κι­νη­σία και την πα­χυ­σαρ­κία, ο πρά­κτο­ρας πε­θαί­νει. Τό­τε, ο κ. Δό­λιος α­να­φω­νεί «ό­χι»!!! Κι αυ­τό εί­ναι έ­να πο­λι­τι­κό σχέ­διο.
Υπάρ­χουν πο­λι­τι­κά σχέ­δια που α­παι­τούν υ­πο­μο­νή. Υπάρ­χουν πο­λι­τι­κά σχέ­δια που α­παι­τούν α­κα­ριαίες πα­ρεμ­βά­σεις και α­πο­φά­σεις. Υπάρ­χουν, τέ­λος, πο­λι­τι­κά σχέ­δια που α­παι­τούν και τα δυο. Εί­χα­με πο­λι­τι­κό σχέ­διο; Απα­ντή­σα­με πο­τέ ε­πί της ου­σίας, για το τι θα κά­νου­με, αν οι δα­νει­στές – εκ­βια­στές α­πορ­ρί­ψουν το δι­κό μας σχέ­διο; Ερώ­τη­μα που έ­μπαι­νε ε­πι­τα­κτι­κά α­πό φί­λους και εχ­θρούς σε ό­λα τα στά­δια της διεκ­δί­κη­σης της δια­κυ­βέρ­νη­σης της χώ­ρας. Απα­ντή­θη­κε ου­σια­στι­κά και τεκ­μη­ριω­μέ­να; Κα­τά τη γνώ­μη μου πο­τέ. Απο­τέ­λε­σμα: το σχέ­διο που πρό­κει­ται να υ­λο­ποιή­σει ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, εάν κερ­δί­σει τις ε­περ­χό­με­νες ε­κλο­γές, εί­ναι το δί­χως άλ­λο προϊόν ω­μού εκ­βια­σμού. Ωστό­σο, α­κό­μα κι ό­σοι κα­λό­πι­στα θεω­ρούν ό­τι δεν μπο­ρού­σε να γί­νει τί­πο­τα άλ­λο, και η συμ­φω­νία ή­ταν ο μο­να­δι­κός δρό­μος για να α­πο­φευχ­θεί μια κα­τα­στρο­φή κο­λοσ­σιαίων δια­στά­σεων, πι­στεύουν ό­τι εί­ναι σχέ­διο λι­τό­τη­τας, που θα α­φή­σει και­νού­ρια τραύ­μα­τα στο ή­δη πλη­γω­μέ­νο σώ­μα της κοι­νω­νίας.

Ανά­γκη νέ­ου α­ρι­στε­ρού σχε­δίου

Η συμ­φω­νία αλ­λοιώ­νει δρα­μα­τι­κά τη φυ­σιο­γνω­μία μας. Το α­φή­γη­μα ό­τι μπο­ρού­με να δη­μιουρ­γή­σου­με ρωγ­μές στο ί­διο το πρό­γραμ­μα και να α­ντιρ­ρο­πί­σου­με τις αρ­νη­τι­κές του συ­νέ­πειες, δεν α­κού­γε­ται πει­στι­κό και α­δυ­να­τί­ζει μέ­ρα με τη μέ­ρα. Πα­ράλ­λη­λα, κι αυ­τό εί­ναι το ε­πι­κίν­δυ­νο, α­που­σιά­ζει εκ­κω­φα­ντι­κά έ­να συ­γκρο­τη­μέ­νο σχέ­διο α­πε­μπλο­κής α­πό το μνη­μό­νιο, α­που­σιά­ζει, δη­λα­δή, έ­νας νέ­ος πο­λι­τι­κός σχε­δια­σμός.
Το αί­τη­μα για το νέο πο­λι­τι­κό σχέ­διο δεν μπο­ρεί να μην έ­χει α­φε­τη­ρία την ει­λι­κρί­νεια. Δεν μπο­ρεί να μην ο­μο­λο­γη­θεί με γεν­ναιό­τη­τα η ήτ­τα, δεν μπο­ρεί να μην α­να­γνω­ρί­σου­με λά­θη και πα­ρα­λεί­ψεις. Δεν μπο­ρεί να δεί­χνει ο έ­νας τον άλ­λο σαν το μο­να­δι­κό υ­πεύ­θυ­νο μιας μά­χης, που χά­θη­κε. Δεν μπο­ρεί στις νί­κες να εί­μα­στε ό­λοι μα­ζί, ε­νώ οι ήτ­τες να μέ­νουν ορ­φα­νές. Η α­νε­ξέ­λε­γκτη ορ­γή, το α­νά­θε­μα ε­πί δι­καίων και α­δί­κων, ο δια­χω­ρι­σμός σε κα­τη­γο­ρίες «α­πο­στά­τες», «προ­σκυ­νη­μέ­νοι», «προ­δό­τες», ο ε­κα­τέ­ρω­θεν καν­νι­βα­λι­σμός ο­μά­δων, ε­πι­λο­γών, ι­δεών και προ­σώ­πων και η «α­ρι­στε­ρή» λά­σπη σε «α­ρι­στε­ρούς» α­νε­μι­στή­ρες, δεν εί­ναι εύ­φο­ρη γη για να καρ­πί­σει η νέα Αρι­στε­ρά. Αντί­θε­τα εί­ναι χρή­σι­μο υ­λι­κό στα χέ­ρια των πραγ­μα­τι­κών μας α­ντι­πά­λων. Κά­θε α­ρι­στε­ρή ψυ­χή, κά­θε α­ρι­στε­ρός νους μπο­ρεί να βλέ­πει τον ου­ρα­νό α­πό άλ­λη σκο­πιά - δεν παύει, ό­μως, να βλέ­πει τον ου­ρα­νό.
Έτσι θαρ­ρώ, έ­να πο­λι­τι­κό σχέ­διο μιας Αρι­στε­ράς δια­λυ­μέ­νης στα εξ ων συ­νε­τέ­θη, θα πα­ρα­μεί­νει σχέ­διο α­πλοϊκής εκ­φώ­νη­σης, που θα σώ­ζει τα ι­δε­ο­λο­γι­κά προ­σχή­μα­τα, αλ­λά δεν θα α­πα­ντά, κι αυ­τό εί­ναι βέ­βαιο, στις α­νά­γκες της κοι­νω­νίας. Η νέα συ­νύ­παρ­ξη ε­ντός της Αρι­στε­ράς εί­ναι η και­νού­ρια προϋπό­θε­ση της ύ­παρ­ξής μας και της δρά­σης μας. Όχι με ψέ­μα­τα και με­το­νο­μα­σίες αυ­τή τη φο­ρά. Όχι κρύ­βο­ντας τα προ­βλή­μα­τα κά­τω α­πό το χα­λί, προ­κει­μέ­νου να δια­τη­ρη­θούν ευ­και­ρια­κές ε­σω­κομ­μα­τι­κές ι­σορ­ρο­πίες, που με την πρώ­τη δυ­σκο­λία τι­νά­ζο­νται στον αέ­ρα. Όχι με κομ­μα­τι­κούς πλη­βείους και πα­τρι­κίους, ό­χι με προ­νο­μιού­χες νο­μεν­κλα­τού­ρες που α­πο­φα­σί­ζουν και μέ­λη α­πλά ε­κτε­λε­στι­κά όρ­γα­να.
Ίσως τό­τε, σ’ αυ­τή την «άλ­λη» Αρι­στε­ρά, να βρε­θεί χώ­ρος και για ε­μάς, που δεν α­νή­κου­με σε «στρα­τούς», δεν εν­θαρ­ρύ­νου­με α­ντι­πα­λό­τη­τες, δεν εί­μα­στε ο­πα­δοί βε­βαιο­τή­των. Με λί­γα λό­για εί­μα­στε κά­πως γρα­φι­κοί. Δεν έ­χου­με θυ­μό, δεν έ­χου­με ορ­γή, δεν έ­χου­με έχ­θρα για το σύ­ντρο­φό μας. Έχου­με μό­νο λύ­πη κι έ­ναν κό­μπο στο λαι­μό… Χω­ρίς φυ­σι­κά να στα­μα­τά­με να ελ­πί­ζου­με. «Πά­ρε τα δά­χτυ­λά σου α­π’ το λαι­μό μου. Δεν έ­χω θυ­μό μέ­σα μου. Δεν έ­χω έχ­θρα για κα­νέ­ναν. Όμως μέ­σα μου κοι­μά­ται μια λύ­πη. Πρό­σε­χε μην την ξυ­πνάς. Η λύ­πη ό­ταν την ξυ­πνάν γί­νε­ται θά­να­τος. Πά­ρε τα χέ­ρια σου». Άμλε­τ, μτφρ. Γ. Χει­μω­νάς


* Η Μ. Κανελλοπούλου ήταν βουλευτής Αχαΐας με τον ΣΥΡΙΖΑ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet