Τρεις εβδομάδες πριν από τις εκλογές η κατάσταση είναι πολύ πιο περίπλοκη για όλους. Η Ελλάδα έχει δεσμευτεί με μια συμφωνία που δεν την ήθελε – συγκεκριμένα: που δεν την ήθελε η κυβέρνηση και η μεγάλη πλειονότητα του λαού –, το μεγαλύτερο κόμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ, διασπάστηκε και το παλιό καθεστώς έχασε την ευκαιρία που οσμιζόταν: να εξαναγκάσει τη μισητή κυβερνητική πλειοψηφία να αποδεχτεί τα κόμματά του σε ρόλο επόπτη ή κυβερνητικού εταίρου κιόλας.
Διότι, προφανώς, αυτό ήταν το σχέδιο (πρόπλασμά του υπήρχε από πριν), από τη στιγμή που ένα μέρος του ΣΥΡΙΖΑ αποσπάστηκε και η κυβέρνηση έχασε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία· άλλωστε αυτό ακριβώς διεκδικούσε ρητά ο Σταύρος Θεοδωράκης, γι’ αυτό πίεζαν Βρυξέλλες, Βερολίνο και Παρίσι και αυτό χρησιμοποιείται από τη Νέα Δημοκρατία ως επιχείρημα κατά των πρόωρων εκλογών. Η παραίτηση της κυβέρνησης και η αναγκαστική, κατόπιν τούτου, προσφυγή στις κάλπες ανέστειλε την εφαρμογή του σχεδίου, δεν την ακύρωσε όμως κιόλας: μετά τις εκλογές και ανάλογα με το αποτέλεσμα θα υπάρξουν πάλι τέτοιες πιέσεις, οι οποίες δεν περνούν χωρίς αντίκτυπο και μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ.

Το πολιτικό πρόβλημα και το πρόβλημα πολιτικής
 
Εν πάση περιπτώσει, το πολιτικό πρόβλημα θα λυθεί. Το πρόβλημα της πολιτικής, αντίθετα, παραμένει. Η δέσμευση με τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου απαιτεί, εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πάλι κορμός και ηγεσία της κυβέρνησης, πρωτοβουλίες, χειρισμούς και αποφάσεις – όσον αφορά το επίπεδο της κυβέρνησης – που θα μετριάζουν ή θα αντισταθμίζουν τις υφεσιακές επιπτώσεις της συμφωνίας, θα στηρίζουν τουλάχιστον τις περισσότερο εν κινδύνω κοινωνικές ομάδες και θα υλοποιούν προγραμματικές θέσεις του κόμματος της Αριστεράς. Πολλά από αυτά, τις πρωτοβουλίες, τους χειρισμούς, τις αποφάσεις, μπορούσαν να έχουν ήδη γίνει.  Δύο παραδείγματα μόνο:
Είναι επίτευγμα, βέβαια, ότι προσώρας αποτράπηκε η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ. Όμως, με ευθύνη της προηγούμενης ηγεσίας του υπουργείου Παραγωγικής Ανάπτυξης, δεν υπάρχει ακόμα ενεργειακός σχεδιασμός. Πολύ χειρότερα: η ενεργειακή πολιτική εξακολουθεί να βασίζεται στο συγκεντρωτικό και βρόμικο σχήμα του λιγνίτη – ούτε σκέψη για αποκεντρωμένη παραγωγή από ΑΠΕ, για συνεταιριστικά σχήματα με αποφασιστική συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης, με τα οποία και θα μπορούσε να παρακαμφθεί η υποχρέωση για μείωση του μεριδίου της ΔΕΗ στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Δεύτερο: Η υποβοήθηση μορφών της λεγόμενης κοινωνικής και της συνεταιριστικής οικονομίας – που θα ήταν από τα βασικά εργαλεία για την καταπολέμηση της ανεργίας – ανατέθηκε σε αναπληρωτή υπουργό και έκτοτε αγνοείται η τύχη της. Το επτάμηνο που πέρασε θα μπορούσε να είναι αποφασιστικό, ίσως όχι για την εφαρμογή, αλλά για τον σχεδιασμό αυτού του είδους της πολιτικής.

Η διαχωριστική γραμμή

Παρόλη την προσπάθεια να συγκαλυφθεί, η διαχωριστική γραμμή διαφαίνεται: η επικέντρωση της αστικής προπαγάνδας στη φορολογία (ιδίως στα δίδακτρα των ιδιωτικών σχολείων και στην προοδευτική επιβάρυνση των υψηλότερων εισοδημάτων και των κερδών των επιχειρήσεων) αποδεικνύει ότι με την υπογραφή της συμφωνίας με τους δανειστές δεν έπαψε η ταξική πάλη.  Το ερώτημα των πόρων, δηλαδή: «ποιος θα πληρώσει;», παραμένει κομβικό. Η αναγκαία δημοσιονομική εξυγίανση – κι όποιος αρνείται αυτή την ανάγκη ακόμα και με τα πιο αριστεροφανή επιχειρήματα βρίσκεται στον κόσμο των παραμυθιών – μπορεί να γίνει είτε με συρρίκνωση του Δημοσίου είτε με αύξηση των εσόδων του. Εν τω μεταξύ, ξέρουμε ότι συρρίκνωση του Δημοσίου σημαίνει ιδιωτικά αντί για δημόσια σχολεία και νοσοκομεία, χαμηλότερες συντάξεις, ιδιωτικές εταιρίες καθαρισμού κτιρίων που δεν πληρώνουν φόρους και εισφορές και μεταχειρίζονται τους εργαζόμενους με βιτριόλι. Και, από την άλλη, η αύξηση των εσόδων του Δημοσίου μπορεί να γίνει όπως την έκαναν Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ, με αύξηση των φόρων για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και ελάφρυνση των πλουσίων, ή με γενναία επιβάρυνση των πλουσίων – αφού συλληφθούν τα εισοδήματα και οι περιουσίες που αυτοί αποκρύπτουν. Ακόμα και οι έμμεσοι φόροι – προπάντων ο ΦΠΑ – επιβαρύνουν βέβαια περισσότερο τους φτωχούς, έχει όμως διαφορά αν αυξηθεί ο ΦΠΑ για για μισό κιλό κιμά που παίρνει ο φτωχός ή για το ιδιωτικό σχολείο στο οποίο στέλνει τα παιδιά του ο εύπορος.
Προκειμένου να αποτύχει το σχέδιο των ελληνικών αστικών κομμάτων και των ομόδοξων τους στις Βρυξέλλες είναι ζωτικής σημασίας αυτή η διαχωριστική γραμμή να παραμείνει εμφανής , να είναι στο επίκεντρο σε όλη την προεκλογική περίοδο. Γι’ αυτόν το λόγο βλάπτουν υποχωρήσεις στο λόγο του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τη φορολογία ή σε σχέση με την ιδιωτική εκπαίδευση, όποτε ο αντίπαλος βάζει τις φωνές. Κόμμα των φτωχών ή κόμμα των πλουσίων είναι το δίλημμα και η διαχωριστική γραμμή από τις αρχές της εμφάνισης της Αριστεράς στην ιστορία.

Απουσία κεντρικού σχεδιασμού

Από εκεί και πέρα αρχίζει η πολιτική. Και, παρόλη την εφαρμογή στοιχείων του αριστερού προγράμματος, η κυβέρνηση του επταμήνου που πέρασε μπορεί να θεωρηθεί καλύτερη από εκείνες των προηγούμενων πενήντα χρόνων, όχι όμως επαρκής. Η εφαρμογή πολιτικής από τα υπουργεία, χωρίς σαφή κεντρικό σχεδιασμό, έχει αποτύχει, κι αυτό δεν διασκεδάζεται με τις ανάγκες της διαπραγμάτευσης. Αυτό λέγεται ότι οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανομοιογένεια του ΣΥΡΙΖΑ – ότι δηλαδή δεν ξεπεράστηκε επαρκώς ο «ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών», που δεν ήταν τόσο οι «συνιστώσες» όσο οι παλιές ομαδοποιήσεις του Συνασπισμού. Είναι αλήθεια, αλλά δεν είναι το κύριο αίτιο. Κύριο αίτιο είναι η απουσία κεντρικού σχεδιασμού με καθαρή κατεύθυνση από το κόμμα και από την κυβέρνηση. Η καθαρή κατεύθυνση είναι εκείνη που δίνει τη δυνατότητα να «αλλάζεις τακτική μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες», που έλεγε ο Λένιν, αλλά σε κάθε νέο τακτικό βήμα να μπορείς να εξετάζεις τις επιπτώσεις (πόσο σε πάει πίσω) και να οργανώνεις στο μέτρο του δυνατού τα αντίμετρα.
Αυτά περίπου – και όχι το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης – εννοούν ξένοι φίλοι και σύντροφοί μας που δηλώνουν απογοητευμένοι από την πολιτεία της κυβέρνησης της Αριστεράς μέχρι σήμερα. Η πιο σοβαρή κριτική που ασκείται στον ΣΥΡΙΖΑ στο χώρο της ευρωπαϊκής Αριστεράς, είναι ότι με τα δεδομένα που υπάρχουν, δηλαδή την αστική κυριαρχία, δεν ανέπτυξε επαρκές πρόγραμμα παραγωγικής, οικολογικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης, αλλά και δεν αξιοποίησε επαρκώς τη δυνατότητα βοήθειας απ’ έξω: δεν μπόρεσε δηλαδή, ως εκ των πραγμάτων πρωτοπορία της ευρωπαϊκής Αριστεράς, να είναι οργανωτής της αλληλεγγύης της με την Ελλάδα – και δεν πρόκειται για τις ισχνές δυνάμεις των αριστερών κομμάτων, αλλά για όλο εκείνο το δυναμικό που υπάρχει στο εργατικό κίνημα, στα πανεπιστημιακά ινστιτούτα, ακόμα και μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς και στην ευρωενωσιακή γραφειοκρατία. Η ευρωπαϊκή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται να έχει επίκεντρο την Ελλάδα, γιατί η Ελλάδα εξακολουθεί και τώρα να είναι το σημείο αναφοράς των ανθρώπων που θέλουν να αλλάξουν την Ευρώπη.

Οι επιπτώσεις του «ελληνικού ζητήματος» στην Ευρώπη

Αναμφίβολα η παρουσία και η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης το τελευταίο επτάμηνο άλλαξε πολλά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη συζήτηση για την Ευρώπη και το μέλλον της έχουν ανοίξει ζητήματα, κι αυτό οφείλεται στη σύγκρουση της ελληνικής κυβέρνησης με τις ευρωπαϊκές αστικές πολιτικές ελίτ. Αλλά αυτή η συζήτηση διεξάγεται προπάντων μεταξύ των αστικών δυνάμεων και μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ (εφόσον θα ηγείται της ελληνικής κυβέρνησης – αυτό, βλέπεις, είναι στην τωρινή συγκυρία προϋπόθεση των πάντων) έχει τη δυνατότητα να βάλει στο παιχνίδι το εργατικό κίνημα και την Αριστερά. Εδώ στην Ελλάδα όμως δεν έχει επαρκώς κατανοηθεί τι σημαίνουν για τα ευρωπαϊκά πράγματα το ελληνικό λαϊκό κίνημα, η ελληνική Αριστερά και το κόμμα της, ο ΣΥΡΙΖΑ: πόσο μεγάλο πλήγμα θα ήταν για το εργατικό κίνημα, τα κοινωνικά κινήματα και την Αριστερά στην Ευρώπη μια ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, η αποστράτευση των αριστερών ανθρώπων στην Ελλάδα, η επάνοδος του παλιού καθεστώτος, η «αριστερή παρένθεση». Η ευθύνη για την Ισπανία και την Ιρλανδία, για το φύτρο της νέας ιταλικής Αριστεράς, που ο ΣΥΡΙΖΑ συνέβαλε αποφασιστικά να ξεπεταχτεί, δεν έπαψε να υπάρχει, επειδή η ελληνική Αριστερά αναδιπλώθηκε. Αυτό το αίσθημα ευθύνης για το όλον φαίνεται στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ υποανάπτυκτο και επικρατεί ένας ιδιόμορφος επαρχιωτισμός που πάντα ήταν θανάσιμος κίνδυνος για την Αριστερά.

Προγραμματική και οργανωτική  ανασύνταξη

Ο ΣΥΡΙΖΑ βγήκε από το επτάμηνο μετά τη νίκη του στις εκλογές του Ιανουαρίου πληγωμένος. Το αντίθετο θα ήταν ιστορικό παράδοξο. Υπήρξε μια διαρκής σύγκρουση με το ευρωπαϊκό κεφάλαιο, η βασίλισσα του οποίου εδρεύει στο Βερολίνο, και χάθηκαν πολλά για τα οποία τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν σίγουρα. Χρειάζεται λοιπόν ανασύνταξη: προγραμματική και οργανωτική. Και αυτή η επιχείρηση έχει αδύναμη αφετηρία, γιατί το κόμμα, μετά τις εκλογές, εγκατέλειψε τη διαρκή προγραμματική συζήτηση, τη συζήτηση για τη μορφή και τη δομή της οργάνωσής του, που είχε αποφασιστεί στο συνέδριο, – συζητήσεις αναγκαίες ώστε να λειτουργήσει η δημοκρατία και να μπορούν τα κομματικά σώματα να καταλήγουν σε συμπεράσματα και αποφάσεις. Και παραιτήθηκε από την παραγωγή πολιτικής – που θα πει προπάντων: αριστερή πράξη. Η περασμένη άνοιξη, μετά τη συμφωνία του Φεβρουαρίου, ήταν ο ενδεδειγμένος χρόνος για τέτοιες διαδικασίες, γιατί με εκείνη τη συμφωνία είχε ήδη διαφανεί η ανάγκη αναδίπλωσης και το κόμμα χρειαζόταν να προετοιμαστεί.
Πολλές πλευρές επιρρίπτουν την ευθύνη για την ελλιπή δημοκρατική λειτουργία στον πρόεδρο και σε «μια ομάδα που έχει σχηματιστεί γύρω του». Με όλες τις αμφιβολίες για την ύπαρξη τέτοιας σταθερής ομάδας, χρειάζεται να επισημανθεί πως υπεύθυνα για τη λειτουργία του κόμματος είναι τα ηγετικά του όργανα. Συνυπεύθυνη είναι, λοιπόν, όλη η ηγεσία του κόμματος. Δεν είναι τελείως αβάσιμες οι ενστάσεις ότι ίσως η διεξαγωγή του έκτακτου συνεδρίου θα επιδρούσε διχαστικά, αντί να προετοιμάσει τον ΣΥΡΙΖΑ για τις, αναγκαστικά επερχόμενες, εκλογές – με δεδομένο προπάντων ότι το παλιό «Αριστερό Ρεύμα» του Συνασπισμού είχε αποφασίσει και είχε προετοιμάσει τη διάσπαση του κόμματος. Αλλά αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη της ηγεσίας για το ότι η κατάσταση έφτασε ως εκεί. Γεγονός παραμένει ότι δεν δόθηκε λόγος στα μέλη του κόμματος, στους ανθρώπους δηλαδή που θα κληθούν τις επόμενες δύο εβδομάδες να λιώσουν παπούτσια.
Όπως και να έχει το πράγμα, η προσπάθεια ανασύνταξης έχει αρχίσει και αργεί. Τα αίτια είναι, όπως πάντα, ιδεολογικά. Με το σύνθημα «Οι εκλογές φτιάχνουν κόμμα» επιχειρείται από το ίδιο ιδεολογικό ρεύμα που καταταλαιπωρεί την ανανεωτική αριστερά πενήντα χρόνια τώρα, η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα της Αριστεράς σε κόμμα της εκάστοτε ηγεσίας.

Κόμμα της αριστεράς ή κόμμα της ηγεσίας

Τα κόμματα της Αριστεράς φτιάχνονται με προγράμματα, όχι με αρχηγούς. Διαφορετικά, γύρω από τους αρχηγούς φτιάχνονται αδιαφανείς και ανεξέλεγκτοι μηχανισμοί  που, στο τέλος και παρ’ όλες τις ευγενείς προθέσεις των ανθρώπων που τους συγκροτούν, μόνη τους επιδίωξη είναι η ικανοποίηση των δικών τους συμφερόντων και επιδιώξεων.
Η μάχη, ας πούμε για να αποτραπεί μια κοινοβουλευτική ομάδα που θα πειθαρχεί στην κυβέρνηση και όχι στο κόμμα, είναι ίσως σημαντικότερη από τη συγγραφή του εκλογικού προγράμματος και χρειάζεται να διεξαχθεί τώρα αμέσως – κι εδώ δεν χωράνε αποστρατεύσεις. Εάν δεν συμμετέχεις στην προσπάθεια για μεγάλη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ – που σημαίνει την ήττα όσων σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα επιδιώκουν να την εμποδίσουν – παραμένεις  σχολιαστής, ενδιαφέρων σχολιαστής ίσως, αλλά τίποτε άλλο. Αυτό δεν σημαίνει στενές λίστες υποψηφίων, στις οποίες θα υπάρχουν μόνο ή κατά κύριο λόγο συντονιστές των οργανώσεων. Σημαίνει όμως ότι η επόμενη κοινοβουλευτική ομάδα πρέπει να έχει έναν ισχυρό πυρήνα αφοσιωμένο σε όσα συνομολόγησε ο ΣΥΡΙΖΑ στο ιδρυτικό του συνέδριο.
Βεβαίως και είναι σημαντικό τι θα λέει το εκλογικό πρόγραμμα. Αυτό όμως δεν μπορεί παρά να είναι πλαίσιο με κατευθύνσεις για κάθε τομέα. Βλέπεις, η κυβέρνηση δεν μπορεί να έχει μακροπρόθεσμο πρόγραμμα που να το τηρεί απαρέγκλιτα· πρέπει όμως και μπορεί να έχει κατευθύνσεις για να εξετάζει τα εκάστοτε αναγκαία βήματα – προπάντων η επόμενη κυβέρνηση που θα βρίσκεται υπό τη στενή εποπτεία των δανειστών. Και βέβαια, οι υποψήφιοι για βουλευτικές έδρες πρέπει να αποδέχονται το κυβερνητικό πρόγραμμα του κόμματος. Αλλά, με δεδομένη την αναγκαστική γενικότητά του, μπορεί να σημαίνει αυτό ότι οι βουλευτές θα αποδέχονται και κάθε κυβερνητικό χειρισμό ή θα χρειάζεται για κάθε χειρισμό, για κάθε σχέδιο νόμου να πείθει η κυβέρνηση την κοινοβουλευτική ομάδα;

Όχι κόμμα εξάρτημα της κυβέρνησης

Το δεύτερο βήμα προς μια απευκταία αλλοίωση της φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν η αναβολή του τακτικού του συνεδρίου που καταστατικά πρέπει να γίνει το αργότερο το καλοκαίρι 2016 και όχι, όπως επιχειρήθηκε,  «στα μέσα της επόμενης κυβερνητικής θητείας». Σκοπός των τακτικών συνεδρίων δεν μπορεί να είναι να εγκρίνουν τη διακυβέρνηση, αλλά να την προετοιμάζουν, να θέτουν πλαίσιο και να διαγράφουν κατευθύνσεις. Στο οκτάμηνο που απομένει μέχρι του χρόνου την άνοιξη μπορεί να ανασυνταχθούν το κόμμα και η νεολαία του, να λειτουργήσουν οι οργανώσεις του, να ανασυσταθούν τα τμήματά του, να συγκροτηθούν, επιτέλους, οι επιστημονικές υπηρεσίες του, να γραφτεί το πρόγραμμά του – δεν πρόκειται για την προγραμματική διακήρυξη του πρώτου συνεδρίου, που δεν χρειάζεται ουσιώδεις αλλαγές, αλλά για το πρόγραμμα της επόμενης τριετίας – και να επανεξεταστεί το καταστατικό του. Διαφορετικά, θα οικοδομηθεί κόμμα-εξάρτημα της κυβέρνησης.
Και πάλι, όμως, όπως έχουν έρθει τα πράγματα, προϋπόθεση για όλα αυτά είναι η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές. Όλα τα άλλα, όπως η καταφυγή σε κινήματα που υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας ή η αναπόληση ανατάσεων του λαϊκού κινήματος που υπήρχαν χθες, οδηγούν στην αποστράτευση και βοηθούν να επανέλθει το παλιό καθεστώς. Νίκη στις εκλογές σημαίνει να κερδηθούν οι άνθρωποι – ιδίως στη νεολαία – που  θεωρούν ότι χάθηκαν όλα. Το θεωρούν με ευθύνη της ηγεσίας του κόμματος, που δεν καλλιέργησε, προπάντων όταν φάνηκε ότι θα επέλθει αναδίπλωση αλλά και πρωτύτερα, τις ιδέες του δημοκρατικού δρόμου για την ανατροπή του καπιταλισμού. Δεν καλλιέργησε δηλαδή την ιδέα ότι υπάρχουν οπισθοχωρήσεις και ήττες, αλλά σταθερό μέλημα παραμένει το να υπερασπίζεις όσα κέρδισες και να μην εγκαταλείπεις. Είναι κάτι διαφορετικό από την ανάταση της μεγάλης συγκέντρωσης και της πορείας με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, αλλά χωρίς αυτό το σταθερό μέλημα οι μεγάλες πορείες πάνε χαμένες.


Θόδωρος Παρασκευόπουλος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet