Η πτώση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) το δεύτερο τρίμηνο του έτους κατά 15,2% ασφαλώς έχει μεγάλη οικονομική σημασία (στη συνέντευξη με τον καθηγητή Εφαρμοσμένης Οικονομικής Δημήτρη Σερεμέτη, αναλύεται αυτή η πλευρά) αλλά έχει ακόμη περισσότερο πολιτική. Και τούτο διότι τώρα, μ’ αυτό το -15,2%, έχουμε το αποτέλεσμα της πολιτικής που επέλεξε η κυβέρνηση, το μέτρο της επιτυχίας της έναντι μιας άλλης πολιτικής που προτάθηκε τότε από την αντιπολίτευση, ιδιαίτερα από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό είναι καθαρά ευθύνη και πολιτικό ζήτημα που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από όσα ισχυρίζονται αξιωματούχοι της κυβέρνησης ότι, πχ, η ύφεση είναι στο μέσο επίπεδο των χωρών της ΕΕ, ότι άλλες χώρες είχαν ακόμη μεγαλύτερη ύφεση ή ότι δεν ήταν τόσο τραγική όσο πρόβλεπαν οι αντίπαλοι της κυβέρνησης. Και ότι, εν πάση περιπτώσει η ύφεση για όλο το 2020 θα είναι γύρω στο 8-7,9%, πιο ακριβής, είπε ο pρωθυπουργός - και όχι διψήφια όπως προβλέπουν διάφοροι αναλυτές και οι Βρυξέλλες.
Όσοι διαβάζουν, πιο συγκεκριμένα, τη δομή της ελληνικής οικονομίας γνωρίζουν ότι το ευάλωτο σημείο της είναι στο τρίτο τρίμηνο έναντι άλλων οικονομιών, με εξωστρέφεια, που το ευάλωτό τους ήταν, λόγω του λοκ ντάουν, το δεύτερο. Αυτό επέβαλε ακόμη περισσότερο το εμπροσθοβαρές πακέτο μέτρων: θα είχαμε πολύ μικρότερη ύφεση το δεύτερο τρίμηνο, ιδίως που είχαμε λιγότερα κρούσματα, έτσι η οικονομία θα αντιμετώπιζε πιο αποτελεσματικά το δύσκολο τρίτο τρίμηνο. Η συντηρητική αντίληψη οικονομικής πολιτικής της ΝΔ το απέτρεψε. Και πολύ σωστά επανέρχεται σήμερα στην πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης ο Αλέξης Τσίπρας υποστηρίζοντας, στην εισήγησή του στο Π. Σ. του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, ότι τα στοιχεία “επιβεβαιώνουν πέραν πάσης αμφιβολίας την κριτική που άσκησε ο ΣΥΡΙΖΑ και αποδείχθηκε ότι η χώρα είχε ανάγκη από ένα εμπροσθοβαρές πακέτο στήριξης της κοινωνίας και της οικονομίας προκειμένου να αποτραπεί η κοινωνική και οικονομική κατάρρευση”.

Η κυβέρνηση εθελοτυφλεί

Έως εδώ μένουμε στα δεδομένα του δεύτερου τριμήνου εντοπίζοντας την ευθύνη της κυβέρνησης. Υπάρχει όμως και το μετά. Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, όπως και η έκθεση Πισαρίδη, απέκρυψαν την τραγική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Καταρχάς, εθελοτυφλούν όταν λένε ότι το τρίτο τρίμηνο θα είναι σχετικά μετριοπαθές. Το ότι επανήλθε η πανδημία, εν μέρει, προσημειώνει αρνητικά και το τέταρτο τρίμηνο. Το σπουδαιότερο, όμως, είναι ότι αγνοούν ότι η ύφεση για το 2020 που θα είναι μεταξύ 8% - 10% έρχεται μετά από μια δεκαετή περιπέτεια της οικονομίας με πολιτικές που μείωσαν κατά 25% το ΑΕΠ. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα, που το διαφοροποιούν από το αντίστοιχο άλλων χωρών της Ευρωζώνης, και το οποίο μπορεί να παγιδεύσει την οικονομία σε καχεκτική παρατεταμένη πορεία. Αυτό δεν μπορεί να παρακαμφθεί με ανεδαφικές προβλέψεις ή ευχές. “Απαιτείται πολύ πιο γενναίο πρόγραμμα απ’ αυτό που χρειαζόταν στην αρχή της πανδημίας” σημειώνει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. “Η κατάσταση δεν μπορεί να σωθεί με αποσπασματικές λύσεις, χρειάζεται μια συνολική αλλαγή λογικής” πρόσθεσε. Και υπενθύμισε ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ “είχε θωρακίσει τη χώρα για να μην χρειαστεί να δούμε αυτά τα νούμερα. “Κάναμε συγκεκριμένες, ρεαλιστικές προτάσεις για να αποφύγουμε αυτή την καταστροφή”.
Πώς θα αντιδράσει η κυβέρνηση στο νέο – αλλά προβλεπόμενο – τοπίο; Σάββατο – Κυριακή ο Κ. Μητσοτάκης στη Θεσσαλονίκη θα υποχρεωθεί να είναι πιο συγκεκριμένος. Θα ανακοινώσει και νέα μέτρα. Όμως και πάλι η κυβέρνηση δεν απομακρύνεται από τους σχεδιασμούς της στην οικονομία. Ο στόχος, για παράδειγμα, να επιτευχθεί μηδενικό έλλειμμα το 2021, που ίσως τεθεί, σημαίνει ότι δεν την ενδιαφέρουν οι κοινωνικές επιπτώσεις. Πώς θα καλυφθούν οι τόσες ανάγκες που υπήρχαν και πολλαπλασιάστηκαν με την πανδημία; Δεν έχουν μόνο εγκαταλείψει τα περί μεγάλης ανάκαμψης, τύπου V, το 2021 αλλά επιλέγουν, με την οικονομική πολιτική τους, την εμπιστοσύνη των αγορών και των εταίρων.

Η μηχανή παραγωγής νομοθετημάτων

Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση μπορεί να βρίσκεται εν μέσω τρομακτικής ύφεσης, υγειονομικής κρίσης και σοβαρής πίεσης όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όμως η μηχανή παραγωγής νεοφιλελεύθερων νομοθετημάτων και άλλων παρεμβάσεων δεν σταματά. Αυτό τόνισε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός στο υπουργικό συμβούλιο στην αρχή της προηγούμενης εβδομάδας. “Προφανώς, η επικαιρότητα είναι κρίσιμη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται αυτή να αναστείλει το συνολικό μεταρρυθμιστικό μας σχέδιο”, σημείωσε με έμφαση διότι θεωρούν στη ΝΔ ότι μακροπρόθεσμα από αυτό θα κριθούν. Και έτσι έπιασε ξανά δουλειά ο κ. Βρούτσης με το απίθανο σχέδιό του για τις υπερωρίες, ο κ. Πατέλης με όσα είπε για τους “νέους και τους γέρους”, και το Κεφαλαιοποιητικό σύστημά του ασφάλισης, ο κ. Κυρανάκης τα δικά του φιλονεανικά, ο αρμόδιος υπουργός που ετοιμάζει το πιο ακραίο πτωχευτικό που μπορούσε να υπάρξει που προωθεί τις ρευστοποιήσεις έναντι της προστασίας των πτωχευόμενων, οι εκκρεμότητες του Νόμου Κατσέλη κλείνουν συνοπτικά, υπέρ των τραπεζών, με την παραχώρηση κινήτρων για να γίνονται εξαγορές και συγχωνεύσεις (“κίνητρα μεγέθυνσης”, το είπαν, εναντίον των μικρομεσαίων, προφανώς).
Το πόσο αυτός ο άκαμπτος, ακόμη και για μια δεξιά εν μέσω τριών κρίσεων, σχεδιασμός θα προχωρήσει ομαλά θα το δούμε. Πάντως, για το κατά πόσο έχει το διαθέσιμο “πολιτικό κεφάλαιο” για να το διεκπεραιώσει είναι ερώτημα και μέσα στην κυβέρνηση που προκαλεί διαφωνίες. Προς το παρόν, ο Κ. Μητσοτάκης όλο και περισσότερο συγκεντρώνει, για ασφάλεια, τις αποφάσεις στο Μαξίμου. Αλλά έως πότε αυτό μπορεί να γίνεται; Ψήγματα κριτικής στον φιλοκυβερνητικό Τύπο υπάρχουν, πια, άφθονα, ως και δείγματα ρωγμών της επικοινωνιακής πανοπλίας της κυβέρνησης. Έχουμε, όμως, και δημοσκοπικά ευρήματα ανησυχητικά για την κυβέρνηση (έρευνα της about people για το 2020 του news 247). Για παράδειγμα, όσον αφορά την πανδημία, 70% διαφωνούν για τον τουρισμό, το 65% για την Παιδεία, το 57,5% όσον αφορά τα οικονομικά μέτρα στήριξης, το 68,5% στα μέσα μεταφοράς.

Παύλος Δ. Κλαυδιανός

 

 

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΉ ΔΙΕΝΕΞΗ

Επιθυμητή όσο και δύσκολη η αποκλιμάκωση



Τις τελευταίες μέρες, αρχικά από τις ΗΠΑ και στη συνέχεια από την Γερμανία, έχει ενταθεί η προσπάθεια αποκλιμάκωσης της όξυνσης που διέρχεται η μόνιμη διένεξη στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ως τρίτος, περίπου, παράγοντας λειτουργεί και ο κ. Στόλτενμπεργκ του ΝΑΤΟ.
Η κυβέρνηση απαντά, μεν, θετικά αλλά διακρίνει και ένα είδος πίεσης, στις πρωτοβουλίες, αυτές ιδίως του ΝΑΤΟ που λόγω και των εσωκομματικών της ισορροπιών, δεν μπορεί να κάνει πως δεν τις βλέπει. Ο ΣΥΡΙΖΑ με δήλωση του Αλέξη Τσίπρα μετά τη συνάντησή του με τον γερμανό πρέσβη υπογράμμισε τη “σημασία που έχει η άμεση ανάληψη περαιτέρω πρωτοβουλιών από τη γερμανική προεδρία για τον τερματισμό της τουρκικής επιθετικότητας και την επανεκκίνηση των διερευνητικών για την υφαλοκρηπίδα / ΑΟΖ με προσφυγή στη Χάγη αν αποτύχουν”.
Η κυβέρνηση, και σ’ αυτό το θέμα οφείλει να πιέσει ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, αντί να “αποκαλύπτει” αντιφάσεις πρέπει να βρει τον τρόπο να δηλώσει την ετοιμότητά της για έναρξη διαλόγου, έστω και μέσω τρίτων και για τα λεγόμενα τεχνικά ζητήματα πολύ περισσότερο που υπάρχει τώρα το δεδομένο της συμφωνίας με την Αίγυπτο. Επίσης διότι όπως φαίνεται ο Ερντογάν, ιδιαίτερα τελευταία, υπερέβη τις ανοχές και των συμμάχων του. Λόγω Λιβύης ακόμη ώθησε την Αίγυπτο στη συμφωνία με την Ελλάδα. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να φεύγουν από το μυαλό της ελληνικής διπλωματίας οι δικοί της μαξιμαλισμοί, που διεθνώς είναι γνωστοί και τους χρεώνουν στην ελληνική πλευρά.
Εν τω μεταξύ μετά το τηλεφώνημα Μέρκελ σε Ερντογάν με θέμα συζήτησης την κατάσταση στην Αν. Μεσόγειο βρήκε την ευκαιρία να επιτεθεί σε μερικές ευρωπαϊκές χώρες, όπως είπε, που στηρίζουν “την εγωιστική στάση της Ελλάδας” και, ταυτόχρονα, διέρρευσε ομιλία του όπου προκύπτει ότι “επιθυμεί την έναρξη διαλόγου”. Είπε συγκεκριμένα. “Στο θέμα της Ανατολικής Μεσογείου θα προχωρήσουμε στο πλαίσιο της διπλωματίας… Σε περίπτωση που και η απέναντι πλευρά απομακρυνθεί από τα βήματα της αύξησης της έντασης, τότε στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω διπλωματίας μπορούμε να εφαρμόσουμε την πολιτική ‘καζάν – καζάν’ (win – win). Πρέπει ν΄ αναδείξουμε τις συνεργασίες και προσπάθειες αλληλοϋποστήριξης που είχαμε με τις χώρες της περιοχής, κυρίως με την Ελλάδα”.
Όσο σύνθετη και να είναι η κατάσταση και με παγίδες, η απομάκρυνση από τον διάλογο που για δικούς της λόγους ευνοεί η Γερμανία, υπέρ μιας άγονης και με κινδύνους “πολιτικής κανονιοφόρων” που, για δικούς της επίσης λόγους, ευνοεί η Γαλλία δεν βοηθά την ελληνική πλευρά. Απεναντίας, μπορεί να την επιβαρύνει με μια ακόμη “αγορά του αιώνα”.
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet