Για τις αναγκαίες αποφάσεις της αριστεράς




Του Μάκη Κουζέλη

Η κατανόηση της σχέσης μεταξύ φυσικών και κοινωνικών φαινομένων είχε πάντα σημασία για την πολιτική. Γιατί το φυσικό μοιάζει αρχικά αναπότρεπτο, ανεπηρέαστο από τις πράξεις και πρακτικές μας, κοινωνικά ουδέτερο και δεδομένο. Μια θεομηνία δεν προέρχεται από εμάς, δεν μπορούμε να τη σταματήσουμε με την απλή θέλησή μας, χτυπάει φτωχούς και πλούσιους και δεν μπορούμε παρά να δεχτούμε το συμβάν ως γεγονός. Έτσι φαίνεται αρχικά, έστω κι αν σε πιο προσεκτική ματιά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Μπορούμε ως κοινωνία να προνοήσουμε, μπορούμε με τη βοήθεια της επιστήμης να έχουμε εικόνα των πιθανοτήτων και να προετοιμαστούμε, μπορούμε να ενισχύσουμε τις υλικές υποδομές μειώνοντας τις επιπτώσεις και βέβαια οι συνέπειες δεν είναι ίδιες για όλους, καθώς σε άλλα σπίτια και τοποθεσίες ζούμε οι μεν και σε άλλα οι δε, διαφορετικά εξοπλισμένοι και με διαφορετικές δυνατότητες προστασίας, φυγής, αποκατάστασης των απωλειών. Τα φυσικά φαινόμενα δεν είναι, δεν σημαίνουν, λοιπόν τα ίδια για όλους. Και σίγουρα δεν εγκαθιστούν απλώς «αντικειμενικά δεδομένα».
Από την άλλη, οι κοινωνικές σχέσεις και οι θεσμοί συνιστούν ως-εάν «φυσικά φαινόμενα» από τη σκοπιά της αντίστασής τους στην αλλαγή, από τη σκοπιά των άμεσων υλικών επιπτώσεών τους στη ζωή και τις πρακτικές μας. Κανείς μας δεν τα βάζει εύκολα ούτε καν με άγραφους κανόνες συμπεριφοράς, για να μη μιλήσουμε για τις συνέπειες μιας δημοσιογραφικά καλλιεργούμενης φήμης στην οικονομία της χώρας και της τσέπης μας. Ο κίνδυνος με αυτή την –κοινή στον Μαρξ όσο και στον Ντουρκχάιμ– αντίληψη είναι η απολυτοποίησή της, η προβολή της πάνω σε καταστάσεις εκτός του ιστορικού πλαισίου. Γιατί ο κρίσιμος όρος είναι βέβαια η ροή, η δυνατότητα της μεταβολής, οι συνέπειες της ανθρώπινης και κοινωνικής πρακτικής, οι συνέπειες της πολιτικής. Καθώς οτιδήποτε κοινωνικό είναι και ιστορικό («κατασκευή», όπως λέμε συχνά, πλην αδόκιμα), αλλάζει. Η επιμονή λοιπόν στα γεγονότα ως αναπόδραστα δεδομένα συγκροτεί ένα είδος «πολιτικού θετικισμού», ένα είδος λόγου που, στο όνομα του ρεαλισμού, απερίφραστα υπερασπίζεται το υπάρχον, τις σχέσεις και τις ανισότητες που σήμερα κυριαρχούν και καταλήγει να αποκλείει κάθε εναλλακτική δυνατότητα, στο πρότυπο της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και πολεμικής.
Το του ΣΥΡΙΖΑ μνημόνιο επέπεσε πάνω μας σαν φυσική καταστροφή. Ότι δεν είχαμε προνοήσει, ότι δεν είχαμε προβλέψει, ότι δεν είχαμε εξοπλιστεί, ότι δεν είχαμε φροντίσει για τις αναμενόμενες συνέπειες στους πιο αδύναμους, όλα αυτά συνιστούν παταγώδη ήττα της κυβερνώσας αριστεράς, για την οποία υπάρχουν σαφείς (συλλογικές όμως πράγματι) ευθύνες. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η κοινή –σε πολλούς που ενδιαφέρθηκαν να την δουν– εικόνα μιας κυβέρνησης που από πολύ νωρίς περίμενε σχεδόν αδρανής να διευθετεί πρώτα το (μη διευθετήσιμο) οικονομικό ζήτημα και, αρκετά πριν το τέλος της, σχεδόν παρέλυσε αναμένοντας την πτώση.
Η μετατροπή της πολιτικής του αντιπάλου σε θεομηνία με καταστροφικές συνέπειες σηματοδοτεί μια κρίσιμη αποτυχία της αριστεράς. Θα την πληρώσουμε όλοι για μεγάλο διάστημα. Αλλά πάντως δεν μπορούμε να κάνουμε πως δεν βλέπουμε τη νέα κατάσταση. Η (ορθή) άρνηση του αμετάκλητου χαρακτήρα των δεδομένων, δεν μπορεί να μεταφράζεται σε στρουθοκαμηλισμό. Ειδωμένη από τη σκοπιά και στη βάση του ενθουσιασμού του «όχι» του δημοψηφίσματος (που καταγράφηκε διεθνώς ως μια τρανή και αναπάντεχη νίκη της δημοκρατίας και της λαϊκής κρίσης) η μνημονιακή κατάληξη της διαπραγμάτευσης ήταν για όλους μας αρχικά αδιανόητη, κατηγορηματικά μη αποδεκτή – δεν την αναγνωρίζαμε, δεν θέλαμε να την ξέρουμε. Κι όμως υπάρχει, έγινε, επιβλήθηκε. Κι από εδώ και πέρα, ακριβώς επειδή δεν συμμεριζόμαστε την ανυπαρξία εναλλακτικών λύσεων, είμαστε υποχρεωμένοι να ασκήσουμε πολιτική -αριστερή πολιτική!- για την ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε. Ακριβώς με το αδιανόητο είναι που μετριέται η αριστερή πολιτική.

Αναγκαία ανατροπή

Η αποχώρηση από τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί όντως μια διακριτή στάση. Δηλώνει είτε άρνηση της δυνατότητας (αλλά και ανάγκης) να ασκηθεί αριστερή πολιτική που λαμβάνει υπόψη της τις αφόρητες συνθήκες που δημιουργήθηκαν (σαν να μην επιβλήθηκε το τρίτο μνημόνιο ή σαν να μην είναι δυνατόν υπό τέτοιες συνθήκες να αναλαμβάνει η αριστερά κυβερνητικές ευθύνες – όπως πρακτικά θεωρούν πολλά αριστερά κόμματα διεθνώς, του δικού μας ΚΚΕ συμπεριλαμβανομένου), είτε διαφυγή από το πολιτικό αδιέξοδο με προσφυγή στις εξωκομματικές κινηματικές δράσεις – σε πολλές περιπτώσεις δε με απόσυρση στον ιδιωτικό χώρο. Αποτελεί, όμως, μια στάση που δεν αντιστοιχεί σε εκείνον τον τρόπο πολιτικής, που χαρακτήρισαν το ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα που στην ουσία συγκροτήθηκε –και επανιδρύθηκε, άλλωστε– με άξονα τη ρεαλιστική διεκδίκηση άσκησης αριστερής πολιτικής και από τη θέση της ευθύνης διακυβέρνησης. Ας θυμηθούμε δε πως οι οιωνοί σε καμιά στιγμή δεν ήταν θετικοί για την αριστερά. Το εσωτερικό και το διεθνές πλαίσιο ήταν αποτρεπτικά, προδίκαζαν πως και σε περίπτωση νίκης στις εκλογές η αριστερά θα βρισκόταν αντιμέτωπη με ανελέητο πόλεμο υπέρτερων δυνάμεων, πως ο σχηματισμός κυβέρνησης πολύ θα απείχε από την κατάκτηση της πολιτικής ή και της ιδεολογικής εξουσίας (για την οικονομική βέβαια δεν γίνεται καν λόγος).
Αν δεν την περιμέναμε αυτή την επιθετικότητα και εντέλει τη δύναμη των αστικών δυνάμεων, του νεοφιλελευθερισμού και της ευρωπαϊκής συντήρησης –και δεν την περιμέναμε, τουλάχιστον στην οξύτητα της αγριότητάς τους– κάναμε λάθος κι αυτό δεν διορθώνεται με απλή άρνηση συνυπολογισμού τους τώρα. Ναι, η αναγκαία ανατροπή όσων επιβλήθηκαν είναι πολύ πιο δύσκολη μετά την ήττα. Εξακολουθεί πάντως να είναι αναγκαία.

Θεσμοί και πολιτική εξουσία

Μια από τις πιο κρίσιμες και κατά κανόνα «αποκαλυπτικές» παρατηρήσεις του Πουλαντζά είναι εκείνη που αναφέρεται στο «δομικά» αδιάφορο της προσωπικής σύνθεσης της αστικής τάξης. Μας λέει πως η καπιταλιστική αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων εξασφαλίζει την αναπαραγωγή των σχέσεων εξουσίας μεταξύ των τάξεων και επομένως τις αντίστοιχες διαστάσεις κοινωνικής ανισότητας, αδιάφορο με το ποιος τελικά καταλαμβάνει τις αντίστοιχες θέσεις. Το γεγονός δηλαδή πως από γενιά σε γενιά (όπως συμβαίνει κυρίως στην Αμερική και λιγότερο στις πιο παραδοσιακά αστικές κοινωνίες της κεντρικής Ευρώπης) κάποιες οικογένειες ανέρχονται κι άλλες κατέρχονται κοινωνικά, κάποιοι γόνοι εργατικών οικογενειών καταλαμβάνουν θέσεις εξουσίας και αντιστρόφως, δεν αλλάζει τίποτα στη δομή των ταξικών σχέσεων εντός του καπιταλισμού. Και για να μας το κάνει σαφές, σημειώνει πως δεν θα άλλαζε τίποτα κι αν ακόμα όλοι άλλαζαν θέση, αν υπήρχε μια πλήρης αντιστροφή σε επίπεδο προσώπων – όσο οι σχέσεις μεταξύ των τάξεων και εντέλει οι σχέσεις παραγωγής μένουν οι ίδιες.
Προβάλλοντας αυτή τη σκέψη στην πολιτική, μπορούμε να φανταστούμε πως μια αλλαγή προσώπων στις θέσεις πολιτικής εξουσίας, ακόμα και μια πλήρης αντικατάσταση, δεν θίγει τη λογική και τη δομή αυτής της εξουσίας. Ούτε αν ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς καταλάβει τις θέσεις που κατείχαν προηγουμένως τα κόμματα «οργανικής» εκπροσώπησης της νεοφιλελεύθερης τάξης πραγμάτων. Όχι, όσο οι σχέσεις εξουσίας και η εκπροσώπηση ταξικών συμφερόντων παραμένουν ως είχαν.
Και πράγματι, η πιο επιτυχημένη αστική στρατηγική κατά των λαϊκών δυνάμεων, όταν, παρά τις λυσσαλέες επιθέσεις, η κομματική τους εκπροσώπηση κατορθώνει να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, είναι η άμεση αποσταθεροποίηση της εξουσίας τους. Η προσφορότερη μέθοδος, το ξέρουμε και από την ιστορία της δικής μας αριστεράς, είναι η αποσάθρωση της πλειοψηφίας μέχρι να καταστεί μειοψηφία. Η αποτελεσματικότερη, όμως, είναι η ιδεολογική εξουδετέρωση, που επιτυγχάνεται με την αξιοποίηση της ισχυρής αδράνειας των θεσμών. Όταν και όπου «οι ανάγκες της διακυβέρνησης» διαμορφώνουν το πλαίσιο αποφάσεων και –κυρίως– αποχής από αποφάσεις της αριστεράς, η δύναμη (αστικής και συντηρητικής) αφομοίωσης επενεργεί πάνω της. Το ένα δεν γίνεται γιατί θα ακουστεί ακραίο, το άλλο γιατί θα μας στοιχίσει, στο τρίτο ας μη βιαζόμαστε και για το επόμενο κάτι θα ξέρουν οι «ειδικοί». Η αφομοιωτική ισχύς εκφράζεται κυρίως στις «απαιτήσεις» διαχείρισης της κυβερνητικής εξουσίας για τη διασφάλισή της: όλα όσα επιβλήθηκαν στην ή από την αριστερή κυβέρνηση στο όνομα του «έτσι κάνει μια κυβέρνηση». Μια ιδιαίτερη διάσταση αυτής της ιδεολογικής ώσμωσης μεταξύ αριστερής διακυβέρνησης και αστικού πολιτικού έθους είναι εκείνη της συγκέντρωσης της εξουσίας. Ένας δυνάμει κομματικά -άρα από τη λαϊκή του βάση- ανεξέλεγκτος ηγέτης (ή μια «ηγετική ομάδα») είναι καταδικασμένος να υποκύπτει στις διακυβερνητικές αναγκαιότητες, υπαγορευμένες ακριβώς από την αδράνεια των αστικών θεσμών και των (δια)κρατικών μηχανισμών.
Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει έναν πράγματι χαρισματικό ηγέτη, του οποίου η παρουσία αλλά και ο πολιτικός λόγος στάθηκαν αποφασιστικά για τη νίκη που έφερε το κόμμα στην πρωτόγνωρη θέση της ανάληψης της κυβέρνησης, δεν αλλάζει τίποτα στη διαπίστωση αυτή. Η ευκολία με την οποία μια «στιβαρή» του κίνηση, να αγνοήσει τη συλλογική απόφαση για συνέδριο, έκοψε το νήμα που συγκρατούσε την αριστερά γύρω από τη δοκιμασία της κυβερνητικής ευθύνης, το αποδεικνύει πέραν πάσας αμφιβολίας. Ο θεσμός (του προέδρου της κυβέρνησης) εκδικείται – με τη διάλυση μεγάλου μέρους του κόμματος της αριστεράς! Κι εκδικείται υποκαθιστώντας την πολιτική με τον πιο προσφιλή στους αστικούς μηχανισμούς εξουσίας λόγο, εκείνον που επικαλείται την ατομική ψυχολογία: ασθενείς και ισχυρές πλευρές της προσωπικότητας, ατομική θέληση και επιθυμίες, απωθήσεις και προβολές, αυθεντίες και αυταρχισμοί.

Απόλυτη προϋπόθεση η νίκη

Μόλις επτά μήνες μετά τις εκλογές της νίκης και ήδη δυο βδομάδες πριν από μια αναμέτρηση αποφασιστική για την ίδια την ύπαρξη αριστεράς σαν τη δική μας (κι όχι μόνο στα καθ’ ημάς) η και ταξικού χαρακτήρα σύγκρουση, που με κανένα φράχτη δεν κρατιέται έξω από κοινωνικές διεργασίες, είναι σε πλήρη ανάπτυξη εντός του μέχρι πρόσφατα ενιαίου χώρου του ΣΥΡΙΖΑ. Και με τις καλύτερες των προθέσεων συχνά εκφράζονται στάσεις που τρέφουν την αδρανοποίηση ριζοσπαστικών πολιτικών, που εξασφαλίζουν τη συνέχιση του συνηθισμένου με άλλα πρόσωπα και ίσως άλλα πρόσημα. Οι αριστεροί έχουν δουλειά να κάνουν σε αυτόν το χώρο, έχουν να κάνουν πολιτική. Έχουν να διασώσουν και να αναπροσανατολίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, προς το συμφέρον των δυνάμεων της εργασίας, προς τις λαϊκές αξιώσεις και τη δημοκρατία, προς τις συλλογικές εσωτερικές διεργασίες και τα εκεί έξω κινήματα, προς τα αριστερά.
Και βέβαια απόλυτη προϋπόθεση ανάληψης αυτής της ευθύνης είναι η νίκη στις εκλογές. Το συνολικό εγχείρημα της δικής μας αριστεράς, αυτής ακριβώς που τολμά να αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση υπέρ των λαϊκών τάξεων, κρίνεται από αυτή τη μάχη. Και πρέπει οπωσδήποτε να κερδηθεί.
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet