Του Κύρκου Δοξιάδη

«Στον πόλεμο ή συνεχίζεις να πολεμάς ή αποστρατεύεσαι, ενδιάμεση θέση δεν υπάρχει», είπε πολύ σωστά ο αγαπημένος σύντροφος Αριστείδης Μπαλτάς στην πανελλαδική συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ το περασμένο Σαββατοκύριακο. Εγώ λοιπόν λέω να συνεχίσω να πολεμάω. Αυτό τι ση��αίνει;

Κριτική και αυτοκριτική

Το έχω πει και θα το ξαναπώ. Ένα από τα κυριότερα όπλα της Αριστεράς, στον λυσσαλέο (ταξικό) πόλεμο που διεξάγεται στις μέρες μας, είναι η δημοκρατία. Που σημαίνει πρώτα απ’ όλα η εσωκομματική δημοκρατία, που με τη σειρά της σημαίνει πρώτα απ’ όλα η άσκηση εσωκομματικής κριτικής και αυτοκριτικής. Η κριτική και η αυτοκριτική στην Αριστερά δεν είναι πολυτέλεια, δεν είναι «εσωστρέφεια», αντιθέτως είναι εντελώς απαραίτητα εργαλεία στον αγώνα της ενάντια στον ταξικό αντίπαλο, και ταυτόχρονα ο ασφαλέστερος τρόπος διατήρησης των δεσμών της με το λαϊκό κίνημα. Εξηγώ το πρώτο, που είναι σχεδόν αυτονόητο: Ακριβώς επειδή μιλάμε για πόλεμο, κριτική και αυτοκριτική σημαίνει προσπάθεια διόρθωσης των λαθών στην τακτική σου και τη στρατηγική σου. Αν δεν προσπαθείς καν να τα διορθώσεις, το βέβαιο είναι πως θα τα επαναλάβεις.
Εξηγώ το δεύτερο, που είναι κάπως πιο σύνθετο: Σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας –και όχι μόνο-, μια από τις πρώτες και πιο επώδυνες ενδείξεις ότι ακολούθησες λάθος τακτική ή/και στρατηγική είναι η δυσαρέσκεια των λαϊκών μαζών. Αυτό δεν υπονοεί πως οι μάζες έχουν πάντα δίκιο – συχνά όμως έχουν, ιδίως όταν πρόκειται για αποφάσεις που τις θίγουν άμεσα. Στην προκειμένη περίπτωση, επισημαίνω κάτι που τείνει να περνά απαρατήρητο. Η μεγάλη δημοσκοπική υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν συνέβη μετά την αποδοχή του νέου μνημονίου και την ψήφιση των προαπαιτουμένων και της συμφωνίας στη Βουλή – ο κόσμος μέχρι και τότε εξακολουθούσε να δείχνει εντυπωσιακή ανοχή και κατανόηση. Η μεγάλη μεταστροφή παρατηρήθηκε μετά την προκήρυξη πρόωρων εκλογών.

Εκλογές δίκην δημοψηφίσματος

Το νέο δεδομένο, που έχει οδηγήσει ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ στην απογοήτευση και στην αμφιβολία, δεν ήταν τόσο αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός της διάσπασης όσο η αίσθηση πως η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να επιλύσει τα ενδοπαραταξιακά προβλήματα της Αριστεράς «πετώντας το μπαλάκι» στους απλούς πολίτες – με εκλογές δίκην δημοψηφίσματος, που όμως αυτή τη φορά δεν είχε να κάνει με ερώτημα που αφορά εκείνους, αλλά με την ίδια την Αριστερά.
Έστω και αν, σε μια μάλλον απλοϊκή προσέγγιση του πώς σκέφτεται ο κόσμος, τείνουμε να πιστεύουμε ότι για τους απλούς πολίτες ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σκέτα «ο Τσίπρας» και οι έννοιες «εσωκομματική δημοκρατία», «κριτική», «αυτοκριτική», «Συνέδριο» και τα ρέστα είναι ακαταλαβίστικες ευαισθησίες κάποιων κουλτουριάρηδων ή επαγγελματιών της πολιτικής, στην πραγματικότητα το αντίθετο ισχύει. Ο πολύς κόσμος έχει τη σοφία να κρίνει ότι η κρίση της Αριστεράς είναι ζήτημα που πρέπει να το λύσει η Αριστερά – όχι βέβαια ως κλειστή ομάδα, αλλά με ανοιχτές στην κοινωνία διαδικασίες και καλέσματα προς όσες/ους θέλουν να συμμετέχουν σε αυτήν.
Με άλλα λόγια, το Συνέδριο και οι εσωκομματικές δημοκρατικές διαδικασίες εν γένει, μακράν του να αποτελούν εσωστρέφεια που δεν ενδιαφέρει τον πολύ κόσμο και τους πολίτες που αγωνιούν για τις συνέπειες των μνημονιακών πολιτικών, είναι ένας αμφίδρομης κατεύθυνσης «ιμάντας μεταβίβασης» μεταξύ της λαϊκής βούλησης και των πολιτικών επιλογών της ηγεσίας, χωρίς τον οποίο η τελευταία αυτοσχεδιάζει ακροβατώντας μέσ’ στο σκοτάδι και περιμένοντας τη «λαϊκή ετυμηγορία» σαν την απόφαση ενός δικαστηρίου που εκ των υστέρων θα κρίνει αν έπραξε ορθά.
Πιο απλά και στην προκειμένη περίπτωση: Η απόφαση για να γίνουν εκλογές χωρίς να προηγηθεί Συνέδριο συνίστατο μεταξύ άλλων σε μια άκρως επικίνδυνη αγνόηση του ότι το Συνέδριο ήταν ο μόνος πιθανός τρόπος να δεχτούν οι πολίτες ότι χρειάζονται οι πρόωρες εκλογές – αν προέκυπτε από το Συνέδριο πως όντως χρειάζονται, εννοείται.

Παραμένουμε και πολεμάμε

Ό,τι έγινε έγινε όμως. Προχωράμε με δεδομένα τα λάθη μας και τις παραλείψεις μας – της ηγεσίας, τα δικά μας, ολονών μας. Γιατί δεν «αποστρατευόμαστε», ή έστω γιατί δεν «συνεχίζουμε να πολεμάμε» υπό την σημαία κάποιας άλλης συλλογικότητας της Αριστεράς;
Η ένταξη σε ένα αριστερό κόμμα, τουλάχιστον για πολλούς από εμάς, ισοδυναμεί με τη σύναψη ενός ιδιάζοντος «πρωταρχικού συμβολαίου». Η λεγόμενη «συντροφικότητα» έχει να κάνει και με αυτό. Να είσαι «σύντροφος» με κάποιον, από τον αρχηγό του κόμματος έως το απλό μέλος, σημαίνει πως έχεις συνάψει άρρητα μαζί του ένα «συμβόλαιο αμοιβαίας εμπιστοσύνης». Η εμπιστοσύνη εν προκειμένω αφορά τις προθέσεις – όχι κάποια εγγύηση για αποφυγή των λαθών, κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο ούτως ή άλλως. Οι δε προθέσεις δεν είναι παρά η εξειδίκευση, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, της ιδεολογίας της Αριστεράς. Εμπιστευόμαστε, εν ολίγοις, τους συντρόφους μας ότι παραμένουν αριστεροί στην ιδεολογία τους.
Τα λάθη διορθώνονται, ή έστω –μέσω της κριτικής και της αυτοκριτικής- αποφεύγεται η επανάληψή τους. Παραμένουμε στον ΣΥΡΙΖΑ και πολεμάμε μαζί του, επειδή ακόμη εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως είναι κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς.


* Ο Κύρκος Δοξιάδης είναι μέλος της ΟΜ ΣΥΡΙΖΑ του ΕΚΠΑ, όπου διδάσκει κοινωνική θεωρία με ειδίκευση στην επικοινωνία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet