Τα εν δυνάμει όπλα του ΣΥΡΙΖΑ στην εκλογική μάχη που άρχισε



Οι εξελίξεις των δύο τελευταίων εβδομάδων ανατρέπουν τις προβλέψεις όλων σχεδόν των δημοσκοπήσεων, αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας με τους δανειστές, οι οποίες ενίσχυαν την εκτίμηση ότι η ενδεχόμενη εκλογική αναμέτρηση θα ήταν μια μάλλον εύκολη υπόθεση για τον ΣΥΡΙΖΑ.
Όλα δείχνουν ότι χρειάζεται πολύ μεγάλη προσπάθεια για να διεκδικήσει ο ΣΥΡΙΖΑ την ισχυρή εντολή που ζήτησε ήδη από το εκλογικό σώμα ο Αλ. Τσίπρας. Δεν υπάρχουν, λοιπόν, περιθώρια για άστοχες κινήσεις. Το ενδεχόμενο πλεονέκτημα του ΣΥΡΙΖΑ, η χαμηλή συσπείρωση των ψηφοφόρων του και το σχετικά μεγάλο ποσοστό αναποφάσιστων που εκτιμάται ότι περιέχει κατά το μεγαλύτερο μέρος ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, γεννούν πολλές ελπίδες για ανάκτηση του διεκδικούμενου και από τη ΝΔ εδάφους. Με την προϋπόθεση, όμως, ότι η προεκλογική τακτική του θα μπορέσει να συντονιστεί απόλυτα με τις διαθέσεις αυτού του μεγάλου τμήματος του εκλογικού σώματος, το οποίο κατά το μεγαλύτερο μέρος του είναι πολίτες που ανήκουν σε εκείνες τις λαϊκές τάξεις που έχουν πληγεί από την πολιτική της λιτότητας.

Η καλύτερη επίθεση είναι η ειλικρίνεια

Πολλοί νομίζουν ότι αυτό στην πράξη σημαίνει πως ο καλύτερος δρόμος για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η παρουσίαση των θετικών πλευρών της συμφωνίας του Ιουλίου. Ορισμένοι, μάλιστα, θεωρούν ορθή επιθετική τακτική τη σύγκρισή της με τις προηγούμενες συμφωνίες με στόχο την ανάδειξη στοιχείων που τη διαφοροποιούν θετικά από τις άλλες.
Προφανώς, δεν πρόκειται για επιθετική τακτική, αλλά για την συμπύκνωση μιας απολογητικής και αμυντικής στάσης, που υποτιμά και τη νοημοσύνη του εκλογικού σώματος. Απλούστατα διότι δεν υπάρχει καλό μνημόνιο, όσες θετικές πλευρές κι αν ανακαλύψει κάποιος στα μέτρα που αυτό επιβάλλει.  σΗ συνολική επίδρασή του στην οικονομία είναι υφεσιακή, γεγονός που θέτει εμπόδια στην όποια προσπάθεια οικονομικής ανάπτυξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης. Όσα ψήγματα αυτονόητων και δικαιολογημένων μέτρων κι αν εντοπίσει κάποιος στις σελίδες του, αυτά δεν μπορούν να αλλάξουν το χαρακτήρα του και να ανατρέψουν τις αρνητικές επιπτώσεις του στην οικονομία και την κοινωνία.
Οποιαδήποτε προσπάθεια άμβλυνσης των αρνητικών επιπτώσεων, ανακούφισης των στρωμάτων που πλήττονται πιο πολύ από αυτές, ή πολύ περισσότερο απεμπλοκής από τη λογική τής λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης θα προέλθει από μια παράλληλη και σε απόκλιση από το μνημόνιο άσκηση πολιτικής, από την εφαρμογή ενός παράλληλου κυβερνητικού προγράμματος.
Όσοι παραδέχονται αυτή τη διαπίστωση, υποστηρίζοντας τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ σ’ αυτή την εκλογική αναμέτρηση οφείλουν να εκκινούν από την ειλικρινή εκτίμηση ότι η κυβέρνηση της αριστεράς, εκβιαζόμενη να υπογράψει τη συμφωνία, συνθηκολόγησε μπροστά σε υπέρτερες δυνάμεις, προκειμένου να αποφύγει τα χειρότερα. Αυτό συνιστά ήττα. Και για την αριστερά είναι ένδειξη εντιμότητας και σεβασμού του λαού να την αναγνωρίσει, όσο είναι δίκαιο να ζητάει να της αναγνωριστεί ότι έδωσε σκληρή μάχη για να την αποφύγει. Η αναγνώρισή της αποτελεί προϋπόθεση για την άρση των συνεπειών της.
Για να μην είναι κενή περιεχομένου μια τέτοια παραδοχή, χρειάζεται να συνοδεύεται από την αναγνώριση των λαθών και των αδυναμιών που επέτρεψαν στους αντιπάλους να επιβάλουν ένα δυσμενή για την κυβέρνηση της αριστεράς συσχετισμό δύναμης: υπερτίμηση της δυνατότητας να επιβληθεί με τη θέληση του λαού και μόνο το δίκαιο επί του άδικου, υποτίμηση της αποφασιστικότητας των δανειστών να μην αφήσουν το παραμικρό περιθώριο για αναζήτηση εναλλακτικής πολιτικής στη θέση της λιτότητας, έλλειψη προετοιμασίας για τη χρησιμοποίηση εναλλακτικών τρόπων διεκδίκησης μιας πολιτικής έξω από τους ασφυκτικούς κανόνες.

Το κυριότερο, όμως, επιχείρημα σ’ αυτή την εκλογική μάχη, που μπορεί να εισακουστεί από πολλούς αμφιταλαντευόμενους, είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποδέχεται, δεν οικειοποιείται τη λογική τού μνημονίου. Το βιώνει ως προϊόν βιασμού και γι’ αυτό σε κάθε βήμα του οφείλει να σκέφτεται πώς θα αντιμετωπίσει τις αρνητικές συνέπειές του. Οφείλει να πείσει ότι είναι λανθασμένη η πουριτανική αντίληψη πως το αμάρτημα της υπογραφής τής συμφωνίας είναι θανάσιμο και ανεπανόρθωτο, όπως φαίνεται να πιστεύουν οι ηγέτες της ΛΑ.Ε., και μόνο η σκληρή τιμωρία εκ μέρους των ψηφοφόρων μπορεί να το αντισταθμίσει.

Το μεγάλο πλεονέκτημα

Χωρίς αυτή την εξ ορισμού αντίθεση στις αποσκευές της, μια κυβέρνηση της ΝΔ, για παράδειγμα, θα προχωρήσει αυθόρμητα στην τυφλή εφαρμογή του, γιατί αυτή θεωρεί ως βάση για τη λύση όλων των προβλημάτων. Για μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αντίθετα, οδηγός θα είναι ο απεγκλωβισμός από τους καταναγκασμούς του. Ιδίως αυτοί που θίγονται άμεσα από την εφαρμογή του, έχουν λόγο να περιμένουν και να απαιτούν από τον ΣΥΡΙΖΑ να άρει τις συνέπειες των δικών του αδυναμιών από την πλάτη τους. Και να τον εμπιστευτούν ότι θα το παλέψει. Γιατί τον είδαν να αγωνίζεται.
Ο δικηγόρος του διαβόλου θα ρωτούσε σ’ αυτό το σημείο: «Και γιατί να εμπιστευτούν τον ΣΥΡΙΖΑ ξανά, αφού ο ίδιος μας έφερε σ’ αυτό το σημείο;» Γιατί έχει πια αποκτήσει μια πολύτιμη εμπειρία από την πολύμηνη διαπραγμάτευση και έχει πιθανότατα εντοπίσει τα κενά και τις αδυναμίες, από όπου μπόρεσαν να περάσουν τις επιδιώξεις τους οι δανειστές. Ο μόνος που διαθέτει αυτή την εμπειρία και έχει πολιτικό συμφέρον να την αξιοποιήσει, επί ποινή πολιτικής εξόντωσής του, είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Η ΝΔ θα μπορούσε να διατηρηθεί στην κυβέρνηση για μεγάλο διάστημα επιρρίπτοντας απλώς την ευθύνη για την κατάσταση στον ΣΥΡΙΖΑ και εφαρμόζοντας τα νεοφιλελεύθερα μέτρα λιτότητας με χαρά, γιατί τα πιστεύει –και δεν προσπαθεί να το κρύψει ότι βρίσκονται μέσα στη λογική της.
Πέρα, όμως, από αυτή την επιχειρηματολογία, είναι απαραίτητο να τονιστεί η αυτοτελής σημασία που έχει η ύπαρξη κυβέρνησης της ριζοσπαστικής αριστεράς σε όλα τα πεδία, καθώς διαμορφώνει ευνοϊκό περιβάλλον για την ανάπτυξη κινημάτων και πρωτοβουλιών, για τη ζωογόνηση της αυτενέργειας των πολιτών, που σε διαφορετική περίπτωση θα αντιμετώπιζαν την αδιαφορία, την εχθρότητα, ακόμα και την καταστολή εκ μέρους μιας συντηρητικής κυβέρνησης της δεξιάς. Δεν είναι τόσο αδύναμη η μνήμη μας, ώστε να μη μπορούμε να συγκρίνουμε, για παράδειγμα, την πολιτεία Δένδια με τους εφτά μήνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ.

Έχει διαφορά μια κυβέρνηση της αριστεράς;

Δεν αποτελεί απόπειρα παραπλάνησης του λαού ο ισχυρισμός ότι εκτός από το πεδίο όπου ένα μνημόνιο τείνει να επιβάλει την καταθλιπτική κυριαρχία του, υπάρχει πολιτικός χώρος ευρύς, όπου τα κριτήρια για το χαρακτηρισμό μιας πολιτικής ως φιλολαϊκής ή αντιλαϊκής δεν είναι μόνο οικονομικά. Αφορούν το ζωτικό χώρο που αφήνει, ή δημιουργεί κιόλας, η κυβερνητική πολιτική, για να μπορέσει να δράσει η κοινωνία, να διεκδικήσουν οι λιγότερο ευνοημένοι μια καλύτερη θέση, να ασκήσουν τα δικαιώματά τους όσοι εμποδίζονται, να αγωνιστούν για το δίκιο τους όσοι αδικούνται. Δεν γίνεται σε ουδέτερο έδαφος η επιλογή ανάμεσα στην αριστερά και τη συντήρηση, ακόμη κι όταν βλέπουμε να επικαθορίζει τη ζωή μας ένα τέτοιο μνημόνιο.
Η ειλικρίνεια και η εντιμότητα γεννούν εμπιστοσύνη. Και η σχέση εμπιστοσύνης είναι προϋπόθεση για τη διαμόρφωση σταθερών δεσμών με μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος, ιδίως αυτών που έχουν πληγεί από τα αλλεπάλληλα κύματα λιτότητας. Δεν υπάρχει άλλος, πιο αποτελεσματικός και πιο βάσιμος τρόπος για να ζητήσει σήμερα η αριστερά ξανά την ψήφο από όλους αυτούς, που την εμπιστεύτηκαν τον Ιανουάριο και τους ακόμα περισσότερους που την είδαν όχι μόνο να διαπραγματεύεται σκληρά, αλλά και να δίνει δείγματα μιας άλλης ποιότητας στη σχέση κυβέρνησης και κυβερνωμένων.


Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet