Δύο βιβλία που αναζητούν αναθεώρηση τάσεων και αξιών της εποχής μας, ένα δοκιμιακό, ένα κυρίως λογοτεχνικό, και τα οποία γεννήθηκαν στο διαδίκτυο την εποχή του κορονοϊού. Αναζητούν, το καθένα με τον τρόπο του, το δρόμο προς την ευτυχία.

Νίκος Παναγιωτόπουλος «Οικονομική ανάπτυξη και ευτυχία των πολιτών: Ανθρώπινη ανάπτυξη και η θέση της Ελλάδας στον διεθνή χώρο», εκδ. ΙνΕ ΓΣΕΕ, σελ. 170

Πριν από αρκετές δεκαετίες, στο βασίλειο του Μπουτάν, ο δείκτης Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) αντικαταστάθηκε με τον δείκτη Ακαθάριστη Εθνική Ευτυχία. Αυτό όμως που τότε έμοιαζε ανεκδοτολογικό, σήμερα κατακτά πια και τη δυτική επιστήμη. Δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι το ΑΕΠ είναι ανίκανο να προσδιορίσει την πραγματική ευημερία σε μια χώρα και εδώ και δέκα χρόνια οι σχετικές μελέτες, όπως και οι εναλλακτικές προτάσεις έχουν πολλαπλασιαστεί.
Ήδη από τα τέλη του 20ού αιώνα ο Γάλλος κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ έθετε το ζήτημα της κυριαρχίας στην εποχή μας ενός μοντέλου εντελώς ατομικιστικού και χρηματοκεντρικού, που θεωρεί ως δείκτες ευημερίας περίπου αποκλειστικά την αποδοτικότητα για μετόχους και επενδυτές. Που δεν λαμβάνει καν υπόψη όχι μόνο την ευδαιμονία αλλά ούτε το εισόδημα ούτε τις ανισότητες, μετρώντας σε ένα συνολικό νούμερο του παραγόμενου προϊόντος μιας χώρας τη θέση και κατάσταση ενός εκάστου των μελών της.
Εισήγαγε μάλιστα ο ίδιος τον όρο «οικονομία της ευτυχίας», για να προσδιορίσει μια οικονομία όχι μυωπική όπως η σημερινή, που θα περιλαμβάνει κάθε κέρδος, ατομικό και συλλογικό, υλικό και συμβολικό, που φέρνει μια δραστηριότητα. Υποστήριξε –σωστά– ότι δεν έχει νόημα να μετράς μόνο νούμερα όταν δεν μετράς τις κοινωνικές επιπτώσεις που έχει μια πολιτική, επιπτώσεις που στο τέλος θα έχουν και οικονομικό σκέλος. «Κάθε βία πληρώνεται», έλεγε εννοώντας ότι πρέπει να προσμετράς σε μια πολιτική λιτότητας ή ελεύθερων απολύσεων τι αντίτιμο θα πληρωθεί μακροπρόθεσμα με τη μορφή αυτοκτονιών, αύξησης του αλκοολισμού και της κατανάλωσης ναρκωτικών, αύξησης της οικογενειακής βίας, των ψυχικών και σωματικών ασθενειών κ.ο.κ.
Στη γραμμή αυτή, της συσχέτισης οικονομίας και κοινωνίας, της αμφισβήτησης του δόγματος της αυτονόμησης της οικονομίας που πρεσβεύει ο νεοφιλελευθερισμός, το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ και ο καθηγητής Κοινωνιολογίας του ΕΚΠΑ Νίκος Παναγιωτόπουλος (σε συνεργασία με τις Αθηνά Καρατζά και Λίλα Παπαβασιλείου) εγκαινιάζουν ένα νέο ερευνητικό άξονα και δημοσιεύουν αυτήν την εργασία (υπάρχει ήδη στο σύνδεσμο https://bit.ly/2ZrROyq) που θα αποτελεί μία εργασία εν προόδω.
Ας σημειωθεί ότι ο Νίκος Παναγιωτόπουλος καλλιεργεί συστηματικά αυτές τις οπτικές (και με βιβλία όπως «Η οικονομία της αθλιότητας», «Η βία της ανεργίας» και πολλά άλλα), βαδίζοντας στα βήματα του Μπουρντιέ και αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε ένα ακόμη, πολύ επίκαιρο βιβλίο από τις εκδόσεις Καρδαμίτσα, το «Αριθμοί και άνθρωποι. Υγειονομικά δεδομένα για μια πολιτική οικονομία του κοινωνικού» που εξετάζει τις επιπτώσεις της κρίσης στην Ελλάδα στην υγεία των πολιτών, για το οποίο ενδεχομένως θα έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε αναλυτικότερα.
Το βέβαιο είναι ότι με την εργασία «Οικονομική ανάπτυξη και ευτυχία των πολιτών» ο συγγραφέας επιχειρεί να εισαγάγει την παράμετρο της ποιοτικής διαβίωσης αλλά και της βιωσιμότητας για τις επόμενες γενιές, νέα μετρήσιμα δηλαδή δεδομένα που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ευδαιμονία και ανάπτυξη, πράγματα καθόλου αυτονόητα όταν ο στόχος περιορίζεται στην ευημερία των αριθμών, αγνοώντας άλλες εξίσου σημαντικές όπως το κοινωνικό κράτος, η παιδεία, η υγεία, η οικολογία, οι καλές συνθήκες εργασίας, η ψυχική ισορροπία και η κοινωνική και εισοδηματική αξιοπρέπεια του καθενός πολίτη χωριστά.

 

«42 κείμενα καραντίνας», συλλογικός τόμος, εκδ. Εύμαρος, σελ. 156

 Ένα άλλο βιβλίο που γεννήθηκε στο διαδίκτυο είναι τα «42 κείμενα καραντίνας» που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Εύμαρος. Ο εκδότης Πέτρος Κακολύρης, από την πρώτη στιγμή που κηρύχθηκε το λοκ ντάουν, ζήτησε από συγγραφείς του να γράψουν κείμενα για την καραντίνα, τα οποία ανέβαζε σταδιακά στην ιστοσελίδα των εκδόσεων. Είναι κείμενα όχι ενιαία ειδολογικά, πρόκειται είτε για διηγήματα, είτε για προσωπικές αφηγήσεις, είτε για μικρά δοκίμια. Το εγχείρημα αποσκοπούσε, όπως λέει χαρακτηριστικά στον πρόλογό του ο εκδότης, στο «να σταλεί ένα μήνυμα αισιοδοξίας και ελπίδας πως η ζωή και η λογοτεχνία συνεχίζονται και πως οι ιδέες δεν περιορίζονται». Στο κάλεσμα ανταποκρίθηκαν 38 συγγραφείς και σε αυτούς προστέθηκαν κάποιοι ακόμα φίλοι των εκδόσεων και επιμελητές.
Ο Νίκος Γραικός, λ.χ., φίλος των εκδόσεων, στο αφήγημά του «Ο χορός της ζωής και του θανάτου» συσχετίζει τα όσα ζούμε σήμερα με τα όσα έχουν ζήσει οι ομοφυλόφιλοι εραστές εξαιτίας ενός άλλου ιού, του έητζ, παρόλο που δεν τον ονομάζει. «Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα είναι η τελευταία αγκαλιά», λέει. «Ζήσε το σήμερα, μάθε για αύριο να μην αφήνεις ποτέ φιλί». Και ο πρωταγωνιστής του αφηγήματος καταλήγει λέγοντας: «Σιγά μη φοβηθούμε έναν ιό. Πετά τα ρούχα του. Βάζει δυνατά μια αγαπημένη μουσική. Χορεύει. Δεν υπάρχει πια φόβος. Μόνο γαλήνη. Κι ο θάνατος ο ίδιος μπορεί να είναι κι αυτός ήρεμος. Αλλά θα αργήσει νά ’ρθει ο αναθεματισμένος. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας. Πολύ χορό».
Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης, στο διήγημά του «Η καραντίνα», που έχει και πολλά ενδιαφέροντα άμεσα και έμμεσα πολιτικά σχόλια, μιλάει για ένα χωριό που οι κάτοικοί του προέρχονται από τον Πόντο και ήρθαν στην Ελλάδα το 1923. Το χωριό δεν έχει κανένα κρούσμα, όμως μπαίνει σε καραντίνα επειδή ένας υπάλληλος της Νομαρχίας που είναι από γειτονικό –ποντιακής καταγωγής κι αυτό– αλλά αντίπαλο χωριό, πείθει τον αντιπεριφερειάρχη να επιβάλει καραντίνα επειδή η πρώην γυναίκα του μένει στο χωριό αυτό και θέλει να την κλείσει μέσα στο σπίτι.
Ο Λέανδρος Πολενάκης, στην παραβολή του με τίτλο «Ο Ντοστογιέφσκι στα χρόνια του κορονοϊού» παρουσιάζει έναν παράξενο επισκέπτη, με τυπωμένο ένα Δ στο επισκεπτήριό του, που μιλάει για τον «Μέγα Ιεροεξεταστή» του Ντοστογιέφσκι και που λέει ότι οι νέοι που θέλουν όλα να τα γκρεμίσουν, κάνουν μεγάλο λάθος. «Κατά τη γνώμη μου δεν χρειάζεται τίποτα να γκρεμίσουν, μα πρέπει μονάχα να γκρεμιστεί η ιδέα του Θεού μέσα στην ανθρωπότητα». Αν συνέβαινε αυτό όλη η προηγούμενη κοσμοθεώρηση θα κατάρρεε από μόνη της και οι άνθρωποι θα ενώνονταν «για να τα πάρουν όλα από τη ζωή, όσα μπορεί να δώσει».
Ενώ στο εναρκτήριο κείμενο της συλλογής, του συγγραφέα Βασίλη Αναγνωστόπουλου –οι συγγραφείς συμμετέχουν με αλφαβητική σειρά–, με τίτλο «Επαληθεύονται τα παραμύθια», γίνεται σχολιασμός ενός άλλου κειμένου, του Γάλλου συγγραφέα Ανρί Γκουγκό (από το βιβλίο του «Το γέλιο του βατράχου ή πώς τα παραμύθια μπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή», εκδ. Πατάκη 2020) όπου συσχετίζεται η δυσμενής θέση των ηλικιωμένων στη σημερινή συγκυρία –και όχι μόνο λόγω κορονοϊού αλλά και γενικότερης στάσης της κοινωνίας– με τα παραμύθια στα οποία οι παππούδες, κοινωνικό βάρος πια, οδηγούνταν σε κάποιο «βουνό των γερόντων» να γίνουν τροφή των άγριων ζώων.
Το βιβλίο «42 κείμενα καραντίνας», του οποίου ενδεικτικά μόνο σημεία παραθέσαμε εδώ, έχει ποικιλία θεάσεων, σημαντικούς προβληματισμούς, πηγαία συναισθήματα, χωρίς όμως ποτέ να ξεφεύγει προς τη μεριά μιας μελό αντιμετώπισης, το αντίθετο, έχει χαρακτηριστικά πολύ ψύχραιμης και ώριμης αντιμετώπισης των καινούριων αυτών εμπειριών ζωής που έχουμε όλοι, έστω και αν γράφτηκε μέσα στη βράση των γεγονότων. Ίσως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απόσταση να μην ήταν αναγκαία, αντίθετα, να ήταν αναγκαία η αυθεντική περιγραφή του βιώματος.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet